ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΑΙΝΙΑΣ

  • Αγγλικός Τίτλος: The Sound of Fury/ Try and Get Me! (1950)

  • Ελληνικός Τίτλος: – (Δεν έχει προβληθεί στην Ελλάδα)

  • Κατηγορία: Film noir

  • Σκηνοθεσία: Cyril Endfield

  • Σενάριο: Jo Pagano από το μυθιστόρημα του “The Condemned”

  • Μουσική: Hugo Friedhofer

  • Φωτογραφία: Guy Roe

  • Μοντάζ: George Amy

  • Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ

  • Χρώμα: Ασπρόμαυρη

  • Διάρκεια: 85 min

  • Ερμηνευτές: Frank Lovejoy, Kathleen Ryan, Richard Carlson, Lloyd Bridges, Katherine Locke, Adele Jergens, Art Smith, Renzo Cesana, Irene Vernon, Cliff Clark, Donald Smelick.

Ο ήχος της οργής  Η ταινία ανοίγει με έναν τυφλό ιεροκήρυκα σε κατάσταση παροξυσμού να προσπαθεί να αφυπνίσει τους περαστικούς λέγοντας μεταξύ πολλών άλλων: «Κοιτάξτε μέσα στην καρδιά σας κι αναρωτηθείτε. Πόσο φταίτε για το Κακό που επικρατεί στον κόσμο;»

Όταν συναντάμε για πρώτη φορά τον βετεράνο του πολέμου Howard  Tyler(Frank Lovejoy), βρίσκεται στο Σιάτλ και προσπαθεί να πείσει έναν οδηγό φορτηγού να τον πάρει πίσω στο σπίτι του στην Καλιφόρνια. Ψάχνει εναγωνίως δουλειά και βρίσκεται σε κατάθλιψη, Στο σπίτι το μικρό αγόρι του ,Tommy(Donald Smelnick) πιέζει τη μητέρα του Judy (Kathleen Ryan) να του δώσει μισό δολάριο, ώστε να μπορεί να πάει σε ένα παιχνίδι μπέιζμπολ με τους φίλους  του .Όταν του το δίνει ο πατέρας του, η Judy ,που είναι έγκυος, είναι χαρούμενη θεωρώντας  ότι ο άντρας της βρήκε επιτέλους δουλειά ,αλλά δυστυχώς δεν είναι έτσι.

Σε μια  αίθουσα μπόουλινγκ ο Howard  συναντά τον Jerry Slocum (Lloyd Bridges), ένα ναρκισσιστή  και αδίστακτο κακοποιό που τον δελεάζει με υποσχέσεις εύκολου χρήματος. Του προτείνει να οδηγεί το αυτοκίνητο διαφυγής για μια σειρά από ληστείες σε βενζινάδικα. Ο Howard ξέρει ότι είναι μια επικίνδυνη δουλειά που μπορεί να του κοστίσει την ελευθερία, αλλά αναλαμβάνει το ρίσκο επειδή χρειάζεται οπωσδήποτε τα χρήματα. Λέει στη σύζυγό του ότι βρήκε δουλειά σε νυχτερινή βάρδια αλλά παράλληλα αρχίζει να πίνει πολύ. Αφού το δίδυμο διαπράξει μια σειρά από ληστείες η δυσφορία του Howard και η απληστία του Jerry διογκώνονται. Ο Jerry σχεδιάζει να διαπράξουν την “τελευταία δουλειά” που θα τους λύσει μια και καλή τα οικονομικά προβλήματα: την απαγωγή ,για λύτρα, του γιου ενός πλούσιου επιχειρηματία. Δυστυχώς  η επιχείρηση παίρνει τραγική τροπή  και το αίσθημα ενοχής κατατρύχει τον  Howard σπρώχνοντας τον στο χείλος της νευρικής κατάρρευσης. Για δημιουργία άλλοθι συνοδεύει τον Jerry σε μια νυχτερινή διασκέδαση , με την πληθωρική Velma (Adele Jergens) και την συνεσταλμένη φίλη της Hazel (Katherine Locke). Όταν μεθυσμένος βρεθεί στο διαμέρισμα της Hazel δεν μπορεί άλλο να σιωπά, καταρρέει ,το μυστικό αποκαλύπτεται ,ο ήχος της νέμεσης ακούγεται όλο και πιο κοντινός.

Σε ολόκληρη την ταινία, ο Endfield περιστασιακά παρεμβάλλει σκηνές που αφορούν τον καταξιωμένο αρθρογράφο  Gil Stanton (Richard Carlson), που πιστεύει ότι εκτελεί μια πολύτιμη δημόσια υπηρεσία αναζωπυρώνοντας τα πιο εκδικητικά ένστικτα του κοινού . Ο εκδότης του Stanton  ,Hal  (Art Smith) τον πείθει να  υπερβάλλει για τις σποραδικές ληστείες γράφοντας για μαζικό κύμα εγκλήματος που διαπράχθηκε από μια σκληρή εγκληματική συμμορία.

Ο φιλοξενούμενος  του Stanton ,Ιταλός φυσικομαθηματικός  Dr. Simone (Renzo Cesana) αποτελεί την μοναδική νηφάλια φωνή. Είναι ένας ουμανιστής διανοούμενος,  με ευρωπαϊκή κουλτούρα. Συμβουλεύει τον φίλο του να είναι πιο μετριοπαθής και του επισημαίνει την κοινωνική ευθύνη που αναλαμβάνει με τα πύρινα άρθρα του .που μπορούν να ενεργοποιήσουν  ασυγκράτητες δυνάμεις. Δυστυχώς είναι πολύ αργά πια όταν ο Stanton συνειδητοποιεί την ορθότητα των απόψεων του Simone .Τότε στέκεται και παρακολουθεί με σιωπηλή φρίκη τα τρομερά αποτελέσματα της ανεύθυνης εκστρατείας του.

Το ξεχασμένο αλλά εξαίρετο αυτό φιλμ κινείται σε δυο θεματικούς άξονες: την παντοδυναμία του χρήματος και την επικινδυνότητα του «κίτρινου» Τύπου. Από την αρχή, γίνεται σαφές σε ποιο βαθμό η κοινωνία σε όλα τα επίπεδα καθορίζεται αποκλειστικά από τον υλισμό. Ο γιος του Howard δεν θέλει να υπολείπεται από τους συμμαθητές του. Η γυναίκα του  δεν θέλει να ικετεύσει για τα ιατρικά ραντεβού της. Ο ίδιος θέλει να αγοράσει τηλεόραση για την οικογένειά του για να μην μειονεκτεί απέναντι στους γείτονες .Ο Jerry θέλει να έχει τα όμορφα του κοστούμια  και την ακριβή διασκέδαση με ωραίες γυναίκες. Ο μεγαλο-δημοσιογράφος θέλει να διατηρήσει το όμορφο σπίτι του με τον ζηλευτό κήπο ,ώστε να φιλοξενεί Ευρωπαίους διανοούμενους .

Ο Endfield  σκιαγραφεί τους εκδότες και δημοσιογράφους με τα μελανότερα χρώματα , ως κυνικούς ,παρακμιακούς και κερδοσκόπους. Σε μια θαυμάσια σκηνή κάποιο βράδυ, στη διάρκεια ενός μπάρμπεκιου  που παραθέτει ο Stanton αποκαλύπτεται η εκδοτική «φόρμουλα» του  Hal  (Art Smith): «οι άνθρωποι έλκονται από το έγκλημα και την βία. Όσο περισσότερο τους φοβίζεις, τόσο περισσότερα φύλλα αγοράζουν» . Το χρήμα λοιπόν , ακόμα και αυτό που προέρχεται από εγκλήματα , αποτελεί τη κινητήρια δύναμη που περιστρέφει τον τροχό του Αμερικάνικου ονείρου.

Το “The Sound of Fury”  αποτελεί διασκευή του μυθιστόρηματος “The Condemned “ του  Jo Pagano που βασίστηκε σε ένα πραγματικό επεισόδιο το οποίο συνέβη το 1933 και ενέπνευσε και τον Fritz Lang στη «Νέμεση»(1936) .Ο σκηνοθέτης Cyril Endfield  ξεπέρασε τον εαυτό του ,αλλά και τον Fritz Lang  ,σε αυτό το πικρό ,κατάμαυρο αγωνιώδες φιλμ νουάρ. Ακόμα και σήμερα, η ταινία αιχμαλωτίζει με την θεματική αλλά και την εικαστική της δύναμη  . Μεγάλη συμβολή σε αυτό έχει η ατμοσφαιρικά σκοτεινή ,συχνά εφιαλτική ,φωτογραφία  του Guy Roe καθώς και το ανησυχητικό ορχηστρικό σκορ του βραβευμένου με Όσκαρ συνθέτη Hugo Friedhofer.

Η ερμηνεία του Lovejoy πάλλεται από εσωτερικότητα και βουβή ένταση.O Howard είναι ο αρχετυπικός ήρωας της μυθολογίας των φιλμ νουάρ, ο  αξιοπρεπής άνθρωπος που έχει καταστραφεί από τις περιστάσεις . Η εμπειρία της ανεργίας του είναι η απόλυτη δυστυχία και ταπείνωση, ένας θάνατος σε μικρές δόσεις . Νοιώθει ότι δεν μπορεί να στηρίξει την οικογένεια του. Η νέα τηλεόραση των γειτόνων είναι απλώς μια απόδειξη της αποτυχίας του. Δεν είναι γεννημένος εγκληματίας, απλά προσπαθεί απεγνωσμένα να επανενταχθεί . Μία λανθασμένη απόφαση του είναι αρκετή να μετατρέψει αυτόν τον συμπαθή άνθρωπο σε ένα «τέρας» για την εφησυχασμένη κοινωνία .

Από την μεριά  ο Bridges στον ρόλο του αλαζόνα κακοποιού Jerry δίνει μια πυρακτωμένη ερμηνεία που σαρώνει την οθόνη. Σαν πραγματικό αρπακτικό  αποπνέει ακαταμάχητη γοητεία ,δύναμη και εξουσία . Προκαλεί έλξη , ανησυχία και φόβο σε άντρες και γυναίκες γύρω του ,τους κάνει να νοιώθουν ευάλωτοι αλλά και αδύναμοι να απομακρυνθούν από την επιβολή της θέλησης του.

Ο έντιμος και  ουμανιστής Endfield  καταγγέλλει την ανεξέλεγκτη βία στην αμερικανική  κοινωνία  ,τον εφιαλτικό ρόλο του «Κίτρινου Τύπου» που χειραγωγεί τις μάζες και κάνει μια συγκλονιστική έκκληση για μια παγκόσμια ηθική που να βασίζεται στον ανθρωπισμό. Διατυπώνει την άποψη ότι η  απελπισία και η έλλειψη ευκαιριών αποτελούν την κρίσιμη μάζα για την έκρηξη κάθε μορφής εγκληματικότητας από οποιονδήποτε άνθρωπο. Μέσω του Ευρωπαίου διανοούμενου μας λέει: «Η βία είναι μια ασθένεια που προκαλείται από την ηθική και κοινωνική καταστροφή… Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα, και πρέπει να λυθεί από την αιτία, όχι από το συναίσθημα. Με κατανόηση, όχι με μίσος. Μόνο έτσι μπορούμε να ανακτήσουμε το ηθικό κέντρο του σύμπαντος μας.»

Όλα αυτά εξόργισαν τους «κυνηγούς μαγισσών» του Χόλιγουντ  που τα θεώρησαν αντι-Αμερικάνικη και μαρξιστική ρητορική στέλνοντας στη μαύρη λίστα τους περισσότερους συντελεστές αυτής της συνταρακτικής ταινίας.

Όταν κλείνει ο κύκλος της αφήγησης μπορεί να επανέλθουν, ως αντήχηση, στα αυτιά μας  τα  πύρινα λόγια του τυφλού ιεροκήρυκα. Τώρα πια δεν ακούγονται ως βαρετές κενολογίες ,έχουν αποκτήσει σημαίνουσα αξία. Τότε με φρίκη και αποτροπιασμό συνειδητοποιούμε ότι ο «Ήχος της οργής» του τίτλου της ταινίας δεν είναι παρά ο βρυχηθμός του αγριεμένου όχλου που διψά για αίμα.

Cy Raker Endfield (1914- 1995)

Ο Cy Endfield, που γεννήθηκε στη Νότια Αφρική, σπούδασε στη Νέα Θεατρική Σχολή της Yale και της Νέας Υόρκης. Μετά από ένα διάστημα ως καθηγητής υποκριτικής, πήγε στο Χόλιγουντ, όπου εργάστηκε ως συγγραφέας. Η πρώτη του μεγάλου μήκους σκηνοθετική προσπάθεια, της οποίας επίσης  έγραψε το σενάριο, ήταν το «Gentleman Joe Palooka» (1946) .Τυποποιήθηκε  ως σκηνοθέτης  μέτριων αλλά εμπορικά πετυχημένων  μελοδραμάτων .Ωστόσο το 1950 έκανε ένα εκπληκτικό ποιοτικό άλμα σκηνοθετώντας το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του, «The Sound of Fury/Try and Get Me!(1950)».Σε αυτό  αφηγείται την διαδικασία εμπλοκής ενός συνηθισμένου οικογενειάρχη στο χώρο του εγκλήματος και το λιντσάρισμα του από το αγριεμένο πλήθος. Παρά μια λανθάνουσα τάση κηρύγματος αυτό το ασυνήθιστο φιλμ νουάρ είναι  βαθιά πολιτικό ,ταξικό και ουμανιστικό. Δεν είναι τυχαία η άμεση εγγραφή του στην «μαύρη λίστα» που ουσιαστικά τον εκτόπισε από το Χόλιγουντ . Λιγότερο διάσημο αλλά εξίσου εξαιρετικό είναι το «The Underworld Story»(1950), μια συνολικά ανατρεπτική ταινία noir με τον Dan Duryea ως τον λιγότερο συμπαθή πρωταγωνιστή στην ιστορία του είδους.

Το 1951 κατηγορήθηκε  ως κομμουνιστής  ,  εξαιτίας κάποιων αμφιλεγόμενων «αποκαλύψεων» της Επιτροπής Μακάρθυ και κατέφυγε στην Αγγλία. Όπως ο Joseph Losey και άλλοι διωγμένοι από τις ΗΠΑ , βρήκε δουλειά ως σκηνοθέτης  τηλεοπτικών σειρών  , όπως το «Colonel March of Scotland Yard».  Συχνά συνεργαζόταν με ηθοποιούς της μαύρης λίστας , όπως οι Lloyd Bridges και Sam Wanamaker σε B-movies όπως τα ” The Limping Man” (1953), “Impulse” (1954) και  “Child in the House” (1956). Συνυπέγραφε  με τον Charles de la Tour (σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ) για να αποφευχθούν τα προβλήματα διανομής στις ΗΠΑ.

Η επανένταξή του στον mainstream κινηματογράφο ήρθε όταν ξεκίνησε μια συνεργασία με τον Άγγλο ηθοποιό Stanley Baker.Το “Hell Drivers” (1957) ήταν το πρώτο έργο που κυκλοφόρησε με το πραγματικό του όνομα και κέρδισε την πρώτη του υποψηφιότητα για BAFTA, για το Καλύτερο Βρετανικό Σενάριο.  Στα πιο επιτυχημένα μεταγενέστερα έργα του , περιλαμβάνονται τα «Mysterious Island» (1961) και  «Sands of the Kalahari» (1965). Η μεγαλύτερη επιτυχία του, ωστόσο, ήρθε με το «Zulu»(1964), την επική ιστορία της υπεράσπισης του  Rorke’s Drift από εκατό Βρετανούς στρατιώτες που αντιστάθηκαν σε τέσσερις χιλιάδες εξαγριωμένους Ζουλού. Ο Endfield  ανταποκρίθηκε στην ευκαιρία να εργαστεί σε μια μεγάλη παραγωγή και  το έργο χαρακτηρίζεται από την πετυχημένη χρήση του βάθους πεδίου και των ασυνήθιστων γωνιών λήψης. Υπήρξε μια παγκόσμια εμπορική επιτυχία και μια από τις καλύτερες απεικονίσεις στρατιωτικής μάχης και ηρωισμού χωρίς θριαμβολογίες.Στη συνέχεια επιχείρησε ,χωρίς επιτυχία , όπως και πολλοί άλλοι , να δημιουργήσει κινηματογραφική αίσθηση με το βιογραφικό «De Sade» του 1969.

Η τελευταία και πιο εμφανώς «πολιτική» ταινία του , «Universal Soldier»(1971) είχε πρωταγωνιστή τον George Lazenby ως μισθοφόρο που παρασύρεται από το ειρηνευτικό κίνημα. Χαλαρά δομημένο και με ημι-αυτοσχεδιαστικό στιλ, είναι ένα χαοτικό έργο , αν και ο ίδιος ο σκηνοθέτης εμφανίζεται σε έναν μικρό ρόλο με έναν εντυπωσιακό αυτοβιογραφικό διάλογο

Ο Cy Endfield υπήρξε ένας ταλαντούχος και προοδευτικός σκηνοθέτης που η ανελέητη δίωξη του από την Μακαρθισμό δεν του επέτρεψε να φτάσει στο ζενίθ της δημιουργικότητας του  .Η ανάγκη για επιβίωση τον οδήγησε σε μια σταδιακή διολίσθηση στη συμβατικότητα.