Σκηνοθεσία: Tony Richardson

Σενάριο: Alan Sillitoe

Φωτ: Walter Lassally

Ερμην.: Michael Redgrave ,Tom Courtenay ,Avis Bunnage ,Alec McCowen ,James Bolam

 «Το τρέξιμο ήταν πάντα σημαντικό στην οικογένεια μου. Ειδικά ,το τρέξιμο από την αστυνομία»-Colin Smith

Ένα νεαρό αγόρι τρέχει μόνο του σε έναν επαρχιακό δρόμο.Το όνομα του είναι Colin Smith (Tom Courtenay).Προέρχεται από το υπόβαθρο της εργατικής τάξης του Νότινγχαμ. Έχει καταλήξει στο αναμορφωτήριο μετά από τη ληστεία ενός αρτοποιείου. Εκεί, οι εξαιρετικές ικανότητές του στο τρέξιμο εκτιμώνται  από τον φιλόδοξο, εγωκεντρικό Διοικητή του ιδρύματος (Michael Redgrave) που  πιστεύει ότι  τα σπορ βοηθούν στην επανένταξη.  Σε ένα προκριματικό αγώνα δρόμου πρέπει να αντιμετωπίσει τον μέχρι τότε ευνοούμενο του Διοικητή ,τον γλοιώδη Stacey . Ντοπαρισμένος από το τυφλό μίσος του για το σύστημα, ο Colin κερδίζει και  ο αντίπαλός πέφτει σε δυσμένεια και δραπετεύει.

Ο Διοικητής τον ενθαρρύνει να προπονηθεί για τον παραδοσιακό αγώνα με ένα γειτονικό ιδιωτικό σχολείο. Υπακούοντας(;) στις επιθυμίες του , ο Colin κερδίζει προνόμια, όπως το να τρέχει σε μακρινές διαδρομές έξω από τις πύλες του ιδρύματος. Μέσω ενός κολάζ από θραύσματα αναδρομών μαθαίνουμε περισσότερα για το παρελθόν του Colin. Βλέπουμε την δυστυχισμένη οικογενειακή ζωή του, με ένα πατέρα που αργοσβήνει. Βλέπουμε την επιπόλαιη μητέρα του να σπαταλά τα χρήματα της ασφάλειας από τον θάνατο του συζύγου της ,φέρνοντας  στο σπίτι τον εραστή της. Βλέπουμε τη ρομαντική σχέση του με μια όμορφη κοπέλα που κατευνάζει προσωρινά τον θυμό του. Βλέπουμε πως παρασύρεται από τον φίλο του Mike (James Bolam) και οδηγείται με ευκολία σε  παραβατική συμπεριφορά. Επιστρέφοντας στον παρόντα χρόνο ,η μέρα του μεγάλου αγώνα πλησιάζει . Σε μια σκηνή ανθολογίας ,με τη χρήση παράλληλου μοντάζ ,ο  Stacey συλλαμβάνεται και ξυλοκοπείται  από τους φύλακες  ενώ τα αγόρια τραγουδούν το «Jerusalem» .

Ο Mike ξαναβρίσκει τον Colin  στο ίδρυμα. Όταν μαθαίνει για το τρέξιμο  ,τον ρωτά με ποια “πλευρά” είναι. Η μέρα της αναμέτρησης φθάνει . Στη διάρκεια  του αγώνα  ο Colin θυμάται περιστατικά και συνομιλίες από την ζωή του στο σπίτι και στο αναμορφωτήριο.   Με μια τελική αυτοκαταστροφική αλλά και  λυτρωτική πράξη,  επαναστατεί  ενάντια σε μια κοινωνία που περιφρονεί …

Το 1959 ο Alan Sillitoe έγραψε το διήγημα «Η  μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων». Το 1962 έγραψε το σενάριο για την ομώνυμη ταινία του Tony Richardson ,σε μια εποχή που στη Γαλλία κυριαρχούσε η «Νouvelle Vague», και στη Βρεταννία το «Free Cinema». Σε αντίθεση με τη θεατρική βάση των προηγούμενων ταινιών του  «Look Back in Anger» (1959), «Taste of honey»(1961) και «The Entertainmenter» (1960), η «Μοναξιά..» είναι καθαρό σινεμά. Ο Άγγλος σκηνοθέτης υιοθετεί μια προσέγγιση που θυμίζει «ποιητικό ρεαλισμό» με τη συνδρομή της έξοχης ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Walter Lassally .Οι διαδρομές του Colin απεικονίζονται με ιμπρεσιονιστικό στιλ ,μέσα από ένα μείγμα εντυπωσιακών λήψεων , αποπροσανατολιστικών αναδρομών και εσωτερικών μονόλογων.

Το φιλμ του Richardson αποκαλύπτει πολλές ομοιότητες με το «Saturday night and Sunday Morning »(1960) του Karel Reisz . Και τα δύο  βασίζονται σε ιστορίες του Alan Sillitoe. Το σκηνικό τους ,κοινό: οι φτωχικές και καταθλιπτικές γειτονιές του Νότιγχαμ με  τους βρώμικους δρόμους, τον εκκωφαντικό θόρυβο των εργοστασίων, την εξαθλίωση των ανθρώπων και του τοπίου. Οι νεαροί πρωταγωνιστές αποτελούν το προϊόν ενός συστήματος που τους περιθωριοποιεί ενώ μάταια προσπαθούν να ξεφύγουν από αυτό το τοξικό, πνιγηρό περιβάλλον.

Ο νεαρός Colin είναι ένα μόνιμα  θυμωμένο κοκαλιάρικο αγόρι ,χωρίς ελπίδες και φιλοδοξίες. Είναι απρόθυμος να εργαστεί- μέχρι θανάτου- στο τοπικό εργοστάσιο όπως έκανε ο πατέρας του. Λέει : «Δεν είναι ότι δεν μου αρέσει η δουλειά .Απλώς δεν μου αρέσει η ιδέα της σκλαβιάς στα αφεντικά που παίρνουν όλα τα κέρδη. Όλο αυτό μου φαίνεται λάθος». Μαζί με τον φίλο του Mike , προτιμούν να περνούν τον καιρό τους διασκεδάζοντας με κλεμμένα αυτοκίνητα και φλερτάροντας με κορίτσια. Είναι  ένας ενστικτώδης κοινωνικός επαναστάτης. Και η οργή του , η περιφρόνηση του απέναντι στον κομφορμισμό γίνεται ακόμη μεγαλύτερη στο τέλος της ταινίας μετά και από τις προσπάθειες αναμόρφωσης του. Ο Διοικητής τον παροτρύνει να προπονηθεί σκληρά  ώστε να αξιοποιήσει το ταλέντο του και κάποια μέρα να εκπροσωπήσει την Αγγλία στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ωστόσο ο Colin αρνείται αυτό το παραμυθένιο “success story”. Παίρνει μια ανατρεπτική απόφαση που θα τον βοηθήσει να σφυρηλατήσει τη δική του ταυτότητα και να διεκδικήσει την ανεξαρτησία του . Το σιβυλλικό χαμόγελο του , το φλογισμένο του βλέμμα, ο ασυμβίβαστος χλευασμός του σχίζει την ομίχλη του αγγλικού πρωινού. Θεωρεί ότι έχει «νικήσει» τον ευγενή, ξανθό αριστοκράτη James Fox και έχει κατακεραυνώσει τον  ψευδο-προοδευτικό Michael Redgrave.

Η  «μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων» είναι ένα πυκνό αρχείο καταγραφής του ταξιδιού του Colin στην αυτοανακάλυψη ,φορτισμένο με πολιτικοκοινωνικά μηνύματα , διαρθρωμένο με συναρπαστική αφηγηματική ροή  , στεφανωμένο από την νευρική ενάργεια και την ηλεκτρική ενέργεια του ανεπανάληπτου Tom Courtenay. Η ανησυχητική επιφανειακή ηρεμία  του καλύπτει την οργή που κρύβει μέσα του. Ο Courtenay δεν χρειάζεται να βρυχάται και να χτυπιέται  σαν πληγωμένο ζώο ,όπως  ο Albert Finney στο «Saturday night and Sunday Morning » . Μπορούμε να δούμε τον θυμό και την περιφρόνησή  στο ανάγλυφο του προσώπου του, μια παγωμένη μάσκα ανυπακοής ενάντια σε έναν κόσμο που για αυτόν δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια  ανόητη παρωδία.

Ο  Tony Richardson έφτιαξε μια ανατρεπτική ταινία ,που επιτίθεται κατά μέτωπο στο βρετανικό ταξικό σύστημα και σε όλα τα συνοδευτικά τελετουργικά του. Καταγγέλλει την περιθωριοποίηση της εργατικής τάξης και εξηγεί την ενστικτώδη ροπή των νέων προς την παραβατικότητα  . Άλλωστε είναι κι αυτός ένας τρόπος ώστε ο απελπισμένος , ο αδικημένος  ,ο καταπιεσμένος να ασκήσει κι αυτός κάποια μορφή εξουσίας.

 

Tony Richardson (1928-1991)

Ο Άγγλος σκηνοθέτης Tony Richardson προσέθεσε , στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ,μια ανανεωτική  ζωτικότητα στο  μεταπολεμικό βρετανικό σινεμά στο οποίο κυριαρχούσαν ως δημοφιλή βασικά ρεύματα τα είδη της κωμωδίας και του θρίλερ.

Ο Richardson ανήκει στη γενιά των  Βρετανών σκηνοθετών που περιλαμβάνει τους Lindsay Anderson και Karel Reisz, όλοι τους με Πανεπιστημιακή μόρφωση,   που έβλεπαν με συμπόνοια τις συνθήκες διαβίωσης της εργατικής τάξης και ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν τον κινηματογράφο ως  μέσο προσωπικής έκφρασης, σύμφωνα με τους στόχους του κινήματος του «Free Cinema».

Μετά την Οξφόρδη, σπούδασε σκηνοθεσία στο BBC πριν στραφεί στο Θέατρο σε συνεργασία με τους  συγγραφείς Harold Pinter και John Osborne , με δημιουργική δραστηριότητα που περιλάμβανε  όχι μόνο την αναθεώρηση των κλασικών, αλλά και την παρουσίαση πειραματικών έργων του Eugène Ionesco, του Samuel Beckett κ.α.

Τα προβλήματα της μεταπολεμικής εποχής, η αμφισβήτηση της παραδοσιακής κοινωνίας οδήγησαν σε μια λογοτεχνική, θεατρική και κοινωνική έκρηξη. Η ταινία ««Look back in anger»» του 1959 του  Richardson, βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του John Osborn αποτέλεσε τη μεγάλη τομή του βρετανικού σινεμά. Έτσι δημιουργήθηκε το κινηματογραφικό ρεύμα του «Free Cinema» με  την απόπειρα των καλλιτεχνών αυτού του χώρου να μιλήσουν με ειλικρίνεια και τόλμη, χρησιμοποιώντας μια νέα «κινηματογραφική γλώσσα» για τη σύγχρονη κοινωνία και τα προβλήματά της.

Η πρώτη του ταινία  «Momma Donow Allow»(1955), ήταν ένα ντοκιμαντέρ 22 λεπτών. Το 1958 ίδρυσε την «Woodfall Film Productions», με τον θεατρικό συγγραφέα Osborne. Οι ταινίες του που ασχολούνται με τη βρετανική εργατική τάξη περιελάμβαναν τις προσαρμογές στην οθόνη των σκηνικών επιτυχιών του «Look Back in Anger» (1959), «The Entertainmenter» (1960), και «A Taste of Honey» (1961), καθώς και το «The Loneliness of the Long Distance Runner» (1962), βασισμένο στο μυθιστόρημα του Alan Sillitoe. Ο Richardson είχε τον ρόλο  παραγωγού  στο εμβληματικό φιλμ «Saturday Night and Sunday Morning» (1960), σε σκηνοθεσία Karel Reisz. Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήρθε όταν σκηνοθέτησε την προσαρμογή του μυθιστορήματος του Henry Fielding «Tom Jonew» (1963) ,μια συναρπαστικά προκλητική ταινία για την αγριότητα και το σθένος της αγγλικής ζωής ,στον 18ο αιώνα.

Η φιλμογραφία του στη δεκαετία του 1960 περιλαμβάνει ακόμη :το «Sanctuary» (1961) αποτυχημένη διασκευή σε νουβέλες του William Faulkner  ,το χαοτικό «The Loved One» (1965) βασισμένο σε μυθιστόρημα της Evelyn Waugh ,το αριστουργηματικό «Mademoiselle» (1966), με πρωτότυπο σενάριο του Jean Genêt ,το «The Sailor from Givbaltar» (1967), προσαρμοσμένο από ένα μυθιστόρημα της Marguerite Duras ,την αντιπολεμική ταινία «The Charge of the Light Brigade» (1968) και το«Laughter in the Dark»(1969)διασκευή μιας νουβέλας του Vladimir Nabokov.

Η δεκαετία του 1970 ξεκίνησε με το Αυστραλιανό western «Ned Kelly» (1970), με πρωταγωνιστή τον Mick Jagger και ακολούθησαν  το «A Delicate Balance» (1972), μια προσαρμογή του έργου του Edward Albee ,το χαλαρό θρίλερ  «Dead Cert» (1974) και το «Joseph Andrews» (1977), με βάση ένα ακόμη μυθιστόρημα του Fielding .

Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ γύρισε τις τρεις τελευταίες ταινίες του «The Border» (1982), «The Hotel New Hampshire» (1984) και «Blue Sky» (1991, κυκλοφόρησε το 1994) που παρά τις αδυναμίες τους δείχνουν μια επιστροφή στην ανήσυχη δημιουργικότητα της πρώτης περιόδου του.

Ο Tony Richardson, υπήρξε  πρωτεργάτης  του ρεύματος του “Free Cinema” και διακρίθηκε ιδιαίτερα για τις  κινηματογραφικές προσαρμογές λογοτεχνικών και θεατρικών έργων. Χαρακτηρίστηκε ως ένας εμπνευσμένος δημιουργός,  εφευρετικός εικονοκλάστης, με τολμηρή γραφή και προκλητική θεματολογία .