• Σκηνοθέτης: Larry Peerce
  • Σενάριο: Nicholas E. Baehr
  • Ερμ.: Tony Musante, Martin Sheen, Beau Bridges, Brock Peters, Ruby Dee, Jack Gilford, Thelma Ritter, Ed McMahon, Diana Van der Vlis
  • Φωτ: Gerald Hirschfeld

Το σύνδρομο Genovese είναι ένα φαινόμενο της κοινωνικής ψυχολογίας ,στο οποίο ένα άτομο δεν παίρνει την ευθύνη  να δώσει βοήθεια σε κάποιον, όταν υπάρχουν παρευρισκόμενοι. Η εξήγηση δίνεται από την υποσυνείδητη επίδραση  της κοινωνικής επιρροής:  «Αφού δεν βοηθά κάποιος άλλος ,το σωστό είναι ότι δεν πρέπει να βοηθήσω ούτε κι εγώ ». Το φαινόμενο πήρε το όνομά του από την υπόθεση της δολοφονίας της Kitty Genovese το 1964 στη Νέα Υόρκη. Η 28χρονη γυναίκα μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου σε ένα πολυσύχναστο δρόμο της Νέα Υόρκης και κανείς από γείτονες και περαστικούς δεν κάλεσαν την αστυνομία, ούτε έδωσαν κάποια βοήθεια.

Το φιλμ «Incident» του Larry Pierce γυρίστηκε 3 χρόνια μετά από αυτό το περιστατικό ,στο οποίο κάνει σαφή αναφορά. Αποτελεί μια διευρυμένη προσαρμογή ενός τηλεοπτικού επεισοδίου με τίτλο «Ride With Terror» γραμμένου από τον Nicholas E. Baehr, ο οποίος έγραψε και το σενάριο της ταινίας.

Το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται  στο μετρό της Νέας Υόρκης. Πριν την επιβίβαση στο τρένο, έχουμε ήδη γνωρίσει κάθε χαρακτήρα . Ο Joe Ferrone (Tony Musante) και ο Artie Connors (Martin Sheen) είναι δύο μεθυσμένοι, βάναυσοι νεαροί που αφού ξυλοκοπούν και κλέβουν 8 δολάρια από ένα γέρο, μπαίνουν στο μετρό σαν αρπακτικά για να εξευτελίσουν και να βασανίσουν τους ανυποψίαστους επιβάτες.

Ο Bill Wilks (Ed McMahon)  αρνείται να πάρει ταξί, παρά τις διαμαρτυρίες  της σύζυγου του Helen (Diana Van der Vlis) και της κόρης τους Sally και επιλέγει το μετρό.  Ο καταναγκαστικός νεαρός  Tony (Victor Goya) πιέζει την κοπέλα του Alice (Donna Mills) να τον ικανοποιήσει ερωτικά. Ο Sam και η Bertha Beckerman (Jack Gilford και Thelma Ritter) είναι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Εβραίων, με τον Sam να θυμώνει με  τον γιο του που δεν τους βοηθά οικονομικά . Δυο συνάδελφοι – στρατιώτες, ο ευκατάστατος Phil Carmatti (Robert Bannard) και το αγροτόπαιδο Felix Teflinger (Beau Bridges), που έχει το χέρι του στο γύψο,  συζητούν για το μέλλον τους μετά το στρατό . Ο μετριοπαθής μικροαστός Harry και η Muriel Purvis (Mike Kellin και Jan Sterling) ένα ζευγάρι μεσηλίκων ,με τη δυσαρεστημένη  Muriel να επιζητά τη λαμπερή ζωή, που δεν μπορεί να της προσφέρει ο μισθός του συζύγου της . Ο  Douglas McCann (Gary Merrill) ένας πρόσφατα αποτοξινωμένος αλκοολικός που προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια του και ο Kenneth Otis (Robert Fields) ένας μοναχικός ομοφυλόφιλος . Τέλος  ένα  ζευγάρι μαύρων ,ο Arnold και Joan Robinson (Brock Peters και Ruby Dee) που μοιράζονται διαφορετικές απόψεις για τη φυλετική πολιτική .Ο Arnold είναι ένας φανατικός, με άσβεστο μίσος κατά των λευκών σε αντίθεση με τη συγκαταβατική Joan.

Το τρομακτικό δίδυμο  των Artie και Joe αρχίζει να παρενοχλεί ,να λοιδωρεί  και να εκφοβίζει τους επιβάτες, τον ένα μετά τον άλλο. Το εκπληκτικό είναι ότι κανείς δεν αντιστέκεται σθεναρά και όσοι κάνουν μια μικρή προσπάθεια σταματούν μόλις απειληθούν. Για τους διαταραγμένους εκφοβιστές είναι μια ευκαιρία να αισθανθούν ανώτεροι από τους επιβάτες. Για τους  υπόλοιπους είναι μια νύχτα τρόμου. Το ερώτημα είναι αν κάποιος μπορεί να τους λυτρώσει …

Το 1967 ήταν ένα σημείο καμπής για τον αμερικανικό κινηματογράφο. Μετά την  ανώδυνη και γυαλιστερή ψυχαγωγία των ταινιών στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ξαφνικά εμφανίστηκε μια γκάμα προκλητικών τίτλων, που παρουσίαζαν στην οθόνη  βία, σεξ και κοινωνικά θέματα ,με εντυπωσιακά ρεαλιστικό τρόπο. Ταινίες που κυκλοφόρησαν εκείνη τη χρονιά, όπως τα «Graduate» και «Bonnie και Clyde» άλλαξαν το πρόσωπο του Αμερικάνικού σινεμά .

Το «Incident»( 1967), φαίνεται να έχει ξεχαστεί  από τους σινεφίλ ,όπως και ο υποτιμημένος δημιουργός του, Larry Peerce. Το φιλμ λειτουργεί ως λιτή , απογυμνωμένη αλληγορία που σχολιάζει τον δειγματικό  μικρόκοσμο της Νέας Υόρκης. Η άρθρωση του έργου γίνεται με πλάνα σεκάνς όπου οι ηθοποιοί λειτουργούν με σχεδόν αυτοσχεδιαστικούς διαλόγους και κινησιολογία , σε βιωμένους χρόνους. Οι δυο «δαίμονες» εισβολείς είναι μορφές σχεδόν «αφηρημένες», χωρίς οργή, αισθήματα, κοινωνικά κίνητρα. 0 «ηγέτης» Musante  σωματώδης  , σεξιστής, μαχαιροβγάλτης ,παίζει με τις λέξεις και τις αιτιολογήσεις των χυδαίων πράξεών του.  Ο «υπασπιστής» του ,Sheen , μικρόσωμος , ειρωνικός , θρασύδειλος ,τρελαμένος αλλά και με λανθάνουσα εξάρτηση  από τον αρρενωπό «αρχηγό» . Ενεργώντας και οι δυο ως «σατανικοί ψυχίατροι», αποφλοιώνουν τα θύματα τους, εντοπίζουν  και αναδεικνύουν τα ελαττώματα ,τους φόβους ,τις ανασφάλειες τους. Οι  στιγμές ωμής  σωματικής βίας είναι σύντομες , αλλά το ψυχολογικό μαρτύριο των επιβατών είναι σκληρό και αδιάπτωτο. Η διαρκώς αυξανόμενη ένταση επιβάλλει τον νατουραλισμό της αλήθειας και οδηγεί στον υπερκορεσμό, που προετοιμάζει την κορύφωση της βίας, την κεραυνοβόλα έκρηξη και την  οδυνηρή λύση.

Η  τραχιά , λερωμένη , γκρίζα φωτογραφία   δημιουργεί μια αποπνικτική και ζοφερή ατμόσφαιρα . Η απειλή και η επιβολή της  βίας προκαλεί νευρική ένταση , αποτροπιασμό  , ασφυξία στον θεατή ως την εξουθένωση. Το σύνολο των ερμηνευτών είναι εξαιρετικό αλλά ιδαίτερα οι Musante και  Sheen  με τις πυρακτωμένες ερμηνείες τους πλάθουν  δύο από τους πιο μισητούς χαρακτήρες στην  κινηματογραφική ιστορία.

Στο «Ιncident» ο Larry Pierce θέτει τα βασικά του ζητήματα με σαφήνεια και οξύτητα. Από τη μια η αδικαιολόγητη, παράλογη ,τυφλή βία που φαίνεται να πηγάζει από την τρέχουσα κοινωνική ζωή . Από την άλλη η  η εξίσου ανησυχητική αδράνεια και υιοθέτηση της «μη εμπλοκής» των παρευρισκομένων . Έτσι αυτόματα μας έρχεται στο νου η ρήση του Άλμπερτ Αϊνστάιν  : «Ο κόσμος είναι επικίνδυνος, όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν το κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα»

Larry Peerce(1930- ) ========================================================

Ο γεννημένος στο Μπρονξ Larry Peerce , γιος του τενόρου Jan Peerce, είχε μια άνιση σκηνοθετική καριέρα που εκτείνεται από το 1964 έως το 2001, υπηρετώντας διαφορετικά είδη ,με διαφορετικά αποτελέσματα.
Στη δεκαετία του 1960 φαινόταν ότι ο Peerce θα γίνει ένας μεγάλος σκηνοθέτης. Η πρώτη του ταινία, «One Potato, Two Potato» (1964), αφηγήθηκε μια ευαίσθητη ιστορία για έναν διαφυλετικό γάμο ,κερδίζοντας διακρίσεις στα Όσκαρ και στο Φεστιβάλ των Καννών. Η δεύτερη του ταινία, το rock ‘n roll show «The Big TNT Show»(1966), με τους Byrds, Bo Diddley, Ronettes, Petula Clark και Phil Spector, δεν ήταν μόνο μια σπάνια επιτυχία για αυτό το είδος, αλλά με τα χρόνια μετατράπηκε σε ένα αγαπημένο cult. Ακολούθησε το εξαιρετικά ενδιαφέρον «The Incident» (1967), μια ταινία που βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία για ένα ζευγάρι σκληρών εφήβων που τρομοκρατούν τους επιβάτες στο μετρό της Νέας Υόρκης. Η ταινία ήταν τραχιά και βίαιη, όπως ταίριαζε στην ιστορία, και σηματοδότησε το ντεμπούτο στην οθόνη των Martin Sheen και Tony Musante αλλά και την εισαγωγή του Beau Bridges σε ρόλους ενηλίκων.
Ο Peerce φάνηκε έτοιμος για το ρήγμα της «μεγάλης στιγμής» του, με την κινηματογραφική διασκευή στο ιστορικό ντεμπούτο του Philip Roth, «Goodbye, Columbus» (1969) . Το φιλμ γνώρισε κριτική αποδοχή και μεγάλη εισπρακτική επιτυχία της αλλά στη συνέχεια ξεχάστηκε μέσα στο χρόνο.
Με την αλλαγή της δεκαετίας, η έμπνευση του Peerce άρχισε να ξεθωριάζει. Το «Τhe Sporting Club» (1971) ήταν μια παταγώδης αποτυχία για τους κριτικούς και το κοινό , και η φιλόδοξη προσαρμογή του στο μυθιστόρημα του John Knowles «A Separate Peace» (1972) πέρασε σχεδόν απαρατήρητη . Στη συνέχεια σκηνοθέτησε την Elizabeth Taylor στο αφόρητο μελόδραμα «Ash Wednesday(1973)», με θέμα τις αισθητικές ,χειρουργικές παρεμβάσεις για τη διατήρηση της ομορφιάς.
Ο Peerce βρήκε μεγαλύτερη επιτυχία στην τηλεόραση με το πρωτοποριακό δράμα «The Stranger Who Looks Like Me» (1974), που περιγράφει λεπτομερώς την προσπάθεια υιοθετημένων στην εύρεση των γονέων τους και με τα βασισμένα σε πραγματικά γεγονότα «The Other Side of the Mountain»(1975) και τη συνέχεια του. Στη συνέχεια σκηνοθέτησε μια ταινία καταστροφής για έναν ψυχωτικό ελεύθερο σκοπευτή σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, το «Two-Minute Warning» (1976), μια από τις πιο αιματηρές ταινίες που έγιναν εκείνη την εποχή .
Απέτυχε όταν προσπάθησε να επιστρέψει στις προσαρμογές αξιομνημόνευτων βιβλίων, με τη διασκευή του στο μυθιστόρημα της Sylvia Plath «The Bell Jar» (1979). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, συνέχισε να εργάζεται σε τηλεοπτικές ταινίες αλλά στο τέλος της είχε μια μεγάλη αποτυχία με το «Wired» (1989), βασισμένο στο βιβλίο του Bob Woodward για τη ζωή και το θάνατο του κωμικού ηθοποιού John Belushi. Τη δεκαετία του 1990 στράφηκε αποκλειστικά στις τηλεοπτικές ταινίες, και αποσύρθηκε το 2001 μετά από τη σκηνοθεσία του «Second Honeymoon» (2001).