Σενάριο: Juan Antonio Bardem

Μουσική:Joseph Kosma ,Isidro B. Maiztegui   

Φωτ: Michel Kelber  

Ερμ:  Betsy Blair,Jose Suarez, Yves Massard

«Μια μικρή επαρχιακή πόλη. Οποιαδήποτε πόλη… σε οποιαδήποτε επαρχία… σε οποιαδήποτε χώρα». Αυτές είναι οι πρώτες πληροφορίες που μας δίνει η ήρεμη φωνή του αφηγητή, πιθανότατα για να αποφευχθεί η λογοκρισία από το καταπιεστικό καθεστώς του Φράνκο στην Ισπανία της δεκαετίας του ’50.

Η πλοκή  αρχίζει να ξετυλίγεται με μια μακάβρια φάρσα: ένα φέρετρο παραδίδεται την αυγή στο σπίτι του ηλικιωμένου συγγραφέα, Don Tomás. Τα χοντροκομμένα και κακόβουλα αυτά αστεία σχεδιάζουν και εκτελούν ευυπόληπτα άτομα της μικρής επαρχιακής πόλης που δεν ξέρουν πώς να ξοδέψουν τον χρόνο τους. Είναι ενήλικες που συναντιούνται να παίξουν μπιλιάρδο ή χαρτιά για να καταλήξουν σε κάποιο κακόφημο μπαρ για ποτό και ίσως, για τη συντροφιά κάποιας πόρνης, στη σοφίτα.

Λίγες μέρες αργότερα ο Don Tomás, δέχεται τον Federico Rivas ( Yves Massard ) στην  τοπική βιβλιοθήκη. Ο Federico είναι  συντάκτης ενός περιοδικού στη Μαδρίτη και προσπαθεί να πείσει τον Don Tomás να συνεργαστεί μαζί του. Αυτός αρνείται ,καθώς νοιώθει ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για αυτά που γράψει. Ακόμη και αυτός, αν και θύμα αυτής της παρασιτικής παρέας , έχει μολυνθεί από την συμμόρφωση στον νοσηρό επαρχιωτισμό. «Πλήττουν»… λέει με απογοητευτικό τόνο. Παθητική δικαιολογία από ένα διανοούμενο, για να ερμηνεύσει την απάνθρωπη σκληρότητα.

Ο Federico συναντά τον φίλο του  Juan (Jose Suarez),τραπεζικό υπάλληλο, και ενσωματώνονται στην «παρέα». Ο Federico εκπλήσσεται για τη φιλία του Juan με αυτούς τους χυδαίους τύπους. Ενώ περπατούν στον δρόμο συναντούν τη σύζυγο του αφεντικού του Juan που επιστρέφει από τον καθεδρικό ναό, συνοδευόμενη από μια 35χρονη γυναίκα, την Isabel Castro (Betsy Blair).

Η Isabel αντιπροσωπεύει έναν συνηθισμένο τύπο γυναίκας στην ισπανική μεταπολεμική περίοδο: μεγαλωμένη σε σχολείο καλογραιών και προετοιμασμένη για να γίνει μια καλή σύζυγος και μητέρα. Όμως η αστραφτερή νιότη της έχει περάσει, έχει αποκτήσει το κοινωνικό στίγμα της γεροντοκόρης. Η Isabel θα γίνει ο επόμενος στόχος των αδίστακτων φαρσέρ: ένας από αυτούς θα πρέπει να την κάνει να τον ερωτευτεί, να της υποσχεθεί γάμο και να την εγκαταλείψει την κρίσιμη στιγμή. Είναι η σειρά του Juan να πραγματοποιήσει αυτό το επαίσχυντο “κατόρθωμα”…

Ο Bardem εμπνεύστηκε από το έργο του Carlos Arniches, «Mademoiselle de Trévelez», που γράφτηκε και κυκλοφόρησε στις αρχές του περασμένου αιώνα. Ο Bardem δανείζεται την ιδέα του Arniches, αλλά αφαιρεί κάθε ένδειξη χιούμορ από το εξαιρετικό του σενάριο, υιοθετώντας μια καθαρά τραγική αίσθηση. Είχε προηγηθεί το 1953 ο Fellini με τους «Vitelloni» με ανάλογη θεματολογία, αλλά πιο ανάλαφρη οπτική.

Το ‘Calle Mayor’ δεν είναι απλώς η ιστορία μιας απάνθρωπης φάρσας, αλλά μια τοιχογραφία της Ισπανίας της δεκαετίας του 1950. Η ζωή στην επαρχιακή πόλη παρουσιάζεται ζοφερή, ασφυκτική ,δηλητηριασμένη από τις κοινωνικές συμβατικότητες, τον καταπιεστικό ρόλο της εκκλησίας, τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις. Μια μάζα ανθρώπων κάνει τον καθιερωμένο Κυριακάτικο περίπατο κατά μήκος του «Μεγάλου Δρόμου» για να σχολιάσει, να κριτικάρει, να λοιδορήσει.

Ο Bardem  χρησιμοποιεί εκφραστικά μακρινά πλάνα, που δείχνουν μικροσκοπικά τα πρόσωπα απέναντι σε τεράστια οικοδομήματα, εγκλωβίζοντας τη μοίρα του ατόμου στο πλέγμα της βάρβαρης Φρανκικής δικτατορίας .Η πνιγηρή ατμόσφαιρα της μικρής κωμόπολης απεικονίζεται έξοχα , όπως και το χυδαίο «αντριλίκι» καθιστώντας την ταινία το ‘’magnum opus’’ του Ισπανού δημιουργού.

Το τραγικό πρόσωπο του φιλμ είναι η Isabel. Πρέπει διαρκώς να απολογείται σε φίλες, θείες, γνωστές, στην ίδια επίμονη ερώτηση: «Δεν έχεις αρραβωνιαστικό»; Κοιτάζει τη φθορά της στον καθρέφτη και περιμένει, χωρίς πολλές ελπίδες πια. Όμως απρόσμενα ένας νέος γοητευτικός άντρας την φλερτάρει δημόσια στη διάρκεια  μια θρησκευτικής λιτανείας. Μετά από λίγες μέρες  είναι επιτέλους αρραβωνιασμένη.

Περιφέρει την ευτυχία της στο “Μεγάλο δρόμο”, εκεί που αμέτρητες φορές  περπατούσε μέσα σε μουρμουρητά γεμάτα  οίκτο. Αν και αργά γνωρίζει τον πρώτο έρωτα, αυτόν που γέννησε η άσβεστη ελπίδα της, αυτόν που επανέφερε τη λάμψη στο βλέμμα της, αυτόν που την κάνει να ζει με ένα μόνιμο χαμόγελο, αυτόν που την κάνει να μιλά συνέχεια πλάθοντας όνειρα για ένα όμορφο σπίτι με πολλά παιδιά. Η Isabel, παγιδευμένη από την αθωότητά της, θεωρεί ότι επιτέλους αγγίζει την ευτυχία  χωρίς να καταλαβαίνει ότι στην πραγματικότητα έχει χάσει τα πάντα.

Η  ερμηνεία της Betsy Blair συγκλονίζει. Δυστυχώς η καταχώρηση της στη «μαύρη λίστα» του μακαρθισμού  εμπόδισε αυτή την αριστερή ακτιβίστρια να ξεδιπλώσει το εύρος του ταλέντου της. Είμαστε πάντως τυχεροί που το τόσο εκφραστικό πρόσωπο της έχει αποτυπωθεί σε μερικά εκλεκτά  φιλμ όπως τα «Marty» (1955), «The Snake Pit» (1948) και «Il grido»(1957) .

Τα τελευταία λεπτά του φιλμ είναι συνταρακτικά. Ο ανόητος και δειλός Juan «δραπετεύει» ανίκανος να λύσει ή να θεραπεύσει τη ζημιά που προκάλεσε. Από την πλευρά της η τσακισμένη ψυχικά  Isabel δείχνει μια αδιανόητη δύναμη: με ψηλά το κεφάλι θα περπατήσει, μέσα στη βροχή, τον δικό της Γολγοθά, ενώ οι αμετανόητοι φαρσέρ την χλευάζουν.

Η κάμερα ζουμάρει στο παράθυρο του σπιτιού της καθώς κοιτάζει προς τα έξω, συνειδητοποιώντας ότι μάλλον η ευτυχία δεν θα έρθει ποτέ. Ο σπαραγμός της, τα δάκρυα της καλύπτονται από τη καταιγίδα που κτυπά αλύπητα τα τζάμια. Το υγρό, ματαιωμένο, τραγικό βλέμμα της Betsy Blair φέρνει στο νου το αντίστοιχο της Greta Garbo στo περιβόητο τελικό πλάνο του «Queen Christina».

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, γυαλιά και κοντινό πλάνο, κείμενο που λέει "rtve.es"

Juan Antonio Bardem( 1922 -2002) =======================================================

Μετά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, οι νικητές εθνικιστές έφεραν την κινηματογραφική βιομηχανία υπό κυβερνητικό έλεγχο, με αποτέλεσμα η παραγωγή του τη δεκαετία του 1940 να αντικατοπτρίζει τη στειρότητα της ηθικής και τη πολιτική καταστολή της χώρας , με επιβολή μιλιταριστικών και λαογραφικών ταινιών. Αλλά στη δεκαετία του 1950, εμφανίστηκε μια νέα γενιά ισπανών σκηνοθετών, με επικεφαλής τους Juan Antonio Bardem και Louis Garcia Berlanga που ξέφυγαν από τα επιβαλλόμενα πλαίσια και χάρισαν στο ισπανικό σινεμά διεθνή φήμη .
Ο Bardem, συνεπής κομμουνιστής, υπήρξε σύμβολο αντίστασης κατά την εποχή της δικτατορίας του Francisco Franco,το έργο του λογοκρίθηκε άγρια και ο ίδιος φυλακίστηκε 7 φορές. Οι ταινίες του σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά Ισπανών και αποτελούν άρρηκτο τμήμα της ιστορίας του ισπανικού σινεμά. Κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η οξεία κοινωνική κριτική και η συχνή συνεργασία με φημισμένους διεθνείς ηθοποιούς.
Το σημείο καμπής ήρθε με το « Αυτό το ευτυχισμένο ζευγάρι» (1951) ,σκηνοθετημένο από κοινού με τον Berlanga, μια ταινία επηρεασμένη από τον ιταλικό νεο-ρεαλισμό. Οι δυο δημιουργοί επέλεξαν να αντισταθούν στην επικρατούσα τάση παρουσιάζοντας σκηνές της σύγχρονης ισπανικής ζωής και χρησιμοποιώντας το χιούμορ για να επικρίνουν πτυχές της κοινωνίας.
Ακολούθησε το «Καλωσορίσατε κ. Μάρσαλ» (1952),την οποία ο Bardem συν-έγραψε με τον Berlanga, ο οποίος το σκηνοθέτησε. Ένα ακόμη παράδειγμα του ισπανικού νεορεαλισμού, εστιάζει σε ένα φτωχό χωριό της Καστίλης που προσπαθεί να δημιουργήσει μια καλή εντύπωση όταν τον επισκέπτονται Αμερικανοί, με την ελπίδα να πάρει οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, είναι πολύ περισσότερο μια σαρδόνια ματιά στις ισπανικές ιδιορρυθμίες και στην απληστία.
Μετά από δύο άλλες νεορεαλιστικές κωμωδίες, «Comicos» (1953) και «Felices Pascuas» (1954), ο Bardem σκηνοθέτησε το «Muerte de un ciclista» (1955), μια αναθεώρηση του «Cronaca di amore»(1950) του Antonioni. Με καθηλωτική νουάρ ατμόσφαιρα το φιλμ αφηγείται την ιστορία ενός καθηγητή πανεπιστημίου και της ερωμένης του που οδηγώντας κτύπησε έναν εργαζόμενο με ποδήλατο. Φοβούμενοι ότι η σχέση τους θα ανακαλυφθεί, αφήνουν τον άντρα να πεθάνει. Η αντιπαραβολή του περιβάλλοντος των πλουσίων και φτωχών περιοχών της Μαδρίτης είναι εξαιρετικά λειτουργική ως στοιχείο κοινωνικής κριτικής , αλλά η λογοκρισία ανάγκασε τον σκηνοθέτη να τιμωρήσει τη μοιχεία με ένα συμβατικά μελοδραματικό φινάλε.
Ωστόσο η πολιτική κατάσταση επιδεινώθηκε και ο Bardem φυλακίστηκε για πολιτικούς λόγους, ενώ γύριζε το συγκλονιστικό δράμα «Calle Mayor» (1956). Ήταν στη φυλακή όταν το ««Muerte de un ciclista» κέρδισε το βραβείο των κριτικών των Καννών, αλλά απελευθερώθηκε μετά από δύο εβδομάδες μετά από διεθνή κατακραυγή και κατάφερε να ολοκληρώσει τη νέα του ταινία.
Στο «Calle Mayor» μια ομάδα βαριεστημένων επαρχιωτών που σχεδιάζει κακόβουλες φάρσες πείθουν ένα νεαρό να προσποιηθεί τον ερωτευμένο σε μια ευαίσθητη γεροντοκόρη ,την ασύγκριτη Betsy Blair, που ουσιαστικά επαναλαμβάνει τον ρόλο της στο θαυμάσιο «Marty»(1955). Η πνιγηρή ατμόσφαιρα της μικρής κωμόπολης απεικονίζεται έξοχα , όπως και το χυδαίο «αντριλίκι» καθιστώντας την ταινία το ‘’magnum opus’’ του Ισπανού δημιουργού.
Η επόμενη ταινία του προοριζόταν ως κριτική μελέτη της ζωής των αγροτών, αλλά λογοκρίθηκε σε μεγάλο βαθμό και επανεκδόθηκε ως συμβατικό μελόδραμα, και με τίτλο «La venganza »(1957). Ακολούθησε το «Las cinco de la tarde» (1960) που απομυθοποιεί τον κόσμο των ταυρομαχιών.
Οι Bardem, Berlanga, Carlos Sauraκαι άλλοι σκηνοθέτες ίδρυσαν τη δική τους εταιρεία παραγωγής, την UNINCI. Ο Bardem, ως πρόεδρος, κάλεσε τον Luis Bunuelπίσω στην Ισπανία μετά από 29 χρόνια εξορίας για να κάνει το «Viridiana» (1961), αλλά, παρόλο που το σενάριο αυτής της σουρεαλιστικής κωμωδίας που σατίριζε άγρια τη νοοτροπία και τις τελετές του καθολικισμού πέρασε ανεξήγητα από τους λογοκριτές του Φράνκο, απαγορεύτηκε εντελώς στην Ισπανία και η UNINCI έκλεισε.
Αυτή η διαρκής πολεμική εναντίον του υποβάθμισε τη δημιουργική ενέργεια του Bardem, αν και συνέχισε να σκηνοθετεί ταινίες στην Ισπανία, καθώς και συμπαραγωγές στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Αργεντινή, πολλές από τις οποίες προβλήθηκαν σε φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο. Σε πολλά έργα, επικεντρώθηκε σε έναν μόνο χαρακτήρα, που συχνά ονομάζεται «Juan», ο οποίος αισθάνεται απογοητευμένος και καταπνίγεται σε μια κλειστή κοινωνία.
Με εξαιρέσεις όπως το υπέροχο επαρχιακό δράμα «Nunca pasa nada» (1963), το έργο του εκφυλίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε μια σειρά μαστορικές μετριότητες ,μέχρι το θάνατο του Φράνκο το 1975. Μεταξύ των μεγάλων, λιγότερο προσωπικών του παραγωγών ήταν το «Los Pianos Mecanicos»(1965), με πρωταγωνιστές τη Melina Mercouri και τον James Mason, και το «La isla misteriosa y el capitán Nemo» (1973), με πρωταγωνιστή τον Omar Sharif – και οι δύο γυρισμένες στην Ισπανία.
Το «El puente» (1976) είναι η ιστορία ενός σύγχρονου Don Quijote με μοτοσικλέτα και προσεγγίζει τους αφηγηματικούς ρυθμούς του Χόλιγουντ. Με το φιλμ «Siete días de enero (1979) ,με θέμα τη δολοφονία πέντε εργαζομένων δικηγόρων το 1977, σηματοδότησε την επιστροφή στο έντονα πολιτικό σινεμά.
Η τελευταία του ταινία ήταν το «Resultado Final»(1997), πριν από το οποίο ήρθαν δύο μάλλον ακαδημαϊκές μελέτες: «Lorca, muerte de un poeta» (1987) και «El joven Picasso (1993), για την τηλεόραση.
Το 2001 βραβεύτηκε με βραβείο Γκόγια για το σύνολο του έργου του