• Σενάριο: Dalton Trumbo/από το μυθιστόρημα “The Brave Cowboy”του Edward Abbey;
  • Φωτ: Philip H. Lathrop; editor: Leon Barsha;
  • Μουσ: Jerry Goldsmith
  • Ερμ: Kirk Douglas , Gena Rowlands , Walter Matthau , Michael Kane , Carroll O’Connor , William Schallert , George Kennedy
  • Διάρκεια: 107’

Ένας καουμπόι  ξαπλώνει μπροστά από μια φωτιά και δίπλα  στο άλογό του . Η ανέμελη ενατένιση της  άγριας ομορφιάς των υψίπεδων του Νέου Μεξικού, διακόπτεται από τους ήχους αεροπλάνων που σχίζουν τον ουρανό. Με έκπληξη μαθαίνουμε ότι δεν βρισκόμαστε στην  Δύση του 19ου αιώνα, αλλά στην δεκαετία του 1960. Το όνομα του παράξενου άντρα είναι Jack Burns (Kirk Douglas) και μοιάζει να ζει σε άλλη εποχή.Δεν έχει σταθερή δουλειά, δεν έχει σπίτι, κοιμάται κάτω από τα αστέρια. Όταν μαθαίνει ότι ο στενός φίλος του , Paul Bondi (Michael Kane), έχει φυλακιστεί για  παροχή βοήθειας σε παράνομους μετανάστες, σχεδιάζει να τον απελευθερώσει. Μπλέκεται επίτηδες σε μια φιλονικία σε μπαρ για να συλληφθεί. Ωστόσο ο Paul δεν θέλει να ρισκάρει μια αποτυχημένη απόπειρα απόδρασης και βαρύτερη ποινή . Θέλει να εκτίσει την ποινή του και να γυρίσει στην οικογένεια του ,χωρίς να είναι διαρκώς κυνηγημένος. Ο Jack δραπετεύει και καταδιώκεται από την αστυνομία που έχει στη διάθεσή της τζιπ και ελικόπτερο ενώ ο ίδιος πρέπει να κάνει μια απεγνωσμένη προσπάθεια για να παραμείνει μπροστά από τους διώκτες του. Ο  σερίφης Morey Johnson (Walter Matthau) φαίνεται να συμπαθεί αυτόν τον «τελευταίο καουμπόη» και κατά βάθος να επιθυμεί τη διαφυγή του…

Το «Lonely are the Brave» γυρίστηκε στο λυκόφως του western. Κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το «The man who shot Liberty Valance» του  John Ford και «Ride the high country» του Sam Peckinpah, με τα οποία μοιράζεται τον ίδιο θεματικό πυρήνα :το αναπότρεπτο πέρασμα του χρόνου και μιας ολόκληρης εποχής. Όμως το φιλμ του Miller έχει σπάνια χαρακτηριστικά. Είναι ένα  western που συνθέτει δύο διαφορετικές συνιστώσες της Αμερικανικής αριστεράς. Το σενάριο ανήκει στον Dalton Trumbo, έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της «μαύρης λίστας» του Χόλιγουντ και βασίστηκε στο  «The Brave Cowboy» ,ένα από τα αριστουργήματα του αναρχικού και βαθιά οικολόγου  Edward Abbey. Σε ένα άλλο επίπεδο ανάγνωσης, το φιλμ φαίνεται να συγγενεύει με τη λογοτεχνία της γενιάς των beat, που απέρριπτε την τεχνοκρατική κοινωνία και ευαγγελιζόταν την ελεύθερη ,ρουστίκ ζωή  κοντά στη Φύση. Παράλληλα η επώδυνη ανάβαση του Jack και του αλόγου του στα κακοτράχαλα βουνά  παραπέμπει στον μύθο του Σίσυφου ,που ο Albert Camus ερμήνευσε ως σύμβολο της υπαρξιακής μοίρας του σύγχρονου ανθρώπου. Για τον Camus,  ο μύθος αυτός αντιπροσωπεύει την αποτυχία του ανθρώπου του 20ου αιώνα να  απελευθερωθεί από τις καταπιεστικές κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις που τον ελέγχουν. Ο αναρχισμός του ήρωα στοιχειοθετείται με δραματικές πράξεις που μαρτυρούν την προσωπική του άρνηση να ακολουθήσει το status quo, ανεξάρτητα από το τίμημα.

Ο χαρακτήρας του Jack έχει πολλά κοινά με τον Dempsey Rae, τον χαρακτήρα που ο Douglas έπαιξε στο «Man without star»(1955) του King Vidor. Και οι δύο είναι περιπλανώμενοι  ,και οι δύο μισούν τους περιορισμούς και τους κανόνες. Η διαφορά τους είναι ότι ο Dempsey  ήταν χαρακτήρας  του 19ου αιώνα ,όταν αυτός ο τρόπος ζωής ήταν αποδεκτός. Ο Jack βιώνει τη δεκαετία του 1960 και η προσπάθειά του να ζήσει με τον κώδικα του προηγούμενου αιώνα θεωρείται επικίνδυνη πρόκληση στις αξίες της σύγχρονης κοινωνίας. Μισεί τους φράχτες , τους σύγχρονους νόμους, τη σύγχρονη τεχνολογία. Δεν έχει αυτοκίνητο και ταξιδεύει παντού με το άλογο του. Αρνείται να κατέχει οποιαδήποτε μορφή αναγνώρισης ,καθώς όπως λέει :«δεν χρειάζομαι κάρτες για να καταλάβω ποιος είμαι, το ξέρω ήδη». Ωστόσο ένας άστεγος δεν θεωρείται πλέον ως ελεύθερο πνεύμα αλλά διανοητικά ασταθής ή εν δυνάμει εγκληματίας. Στη δεκαετία του 1880 μια αντίθεση στους φράχτες θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να υποστηριχθεί ο «νόμος των ανοιχτών περιοχών» . Το 1962 αυτό θεωρείται  σαν μια παραβίαση στην ιερή αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας.

Η νεαρή Gena Rowlands ερμηνεύει με ευαισθησία τη γυναίκα του φίλου του. Η σχέση της με τον Jack διαπνέεται από βαθιά, ανεξήγητα συναισθήματα. Ο Jack της εξηγεί τη διαρκή φυγή του: «Ξέρεις τι πάει να πει, μοναχικός; Κάποιος γεννημένος ανάπηρος. Είναι ανάπηρος επειδή το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο μπορεί να ζήσει μαζί, είναι ο εαυτός του. Είναι η δική του ζωή, ο τρόπος που θέλει να την ζήσει…». Ο Walter Matthau στον κόντρα ρόλο του σερίφη  είναι απολαυστικός . Ωστόσο η ταινία ανήκει σχεδόν ολοκληρωτικά στον Douglas , αυτόν τον κορυφαίο ηθοποιό που δίνει μια ερμηνεία ζωής στο ρόλο ενός ανθρώπου που θέλει να κρατήσει την ψυχή του ελεύθερη.Τα ασπρόμαυρα πλάνα του  Philp H. Lathrop είναι διαποτισμένα με διάχυτη μελαγχολία  ,θυμίζοντας το «High Sierra»(1941) του Raoul Walsh. Η διακριτική σκηνοθεσία του David Miller  διαθέτει  απλότητα και ανθρώπινη  ζεστασιά .Άλλωστε δεν χρειαζόταν τίποτα επιπλέον.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια σημερινή ταινία τόσο ριζοσπαστική και τόσο πεσιμιστική. O ήρωας της είναι ένας αναρχικός χωρίς ταυτότητα, που δεν σέβεται καμία εξουσία , αρνείται την υποταγή στoν ορθολογισμό και την ένταξη στην τεχνοκρατούμενη κοινωνία. Προκαλεί την φυλάκιση του μόνο και μόνο για να υποκινήσει μια απόδραση και στη συνέχεια παίζει με τους πάνοπλους διώκτες του προκαλώντας τον θαυμασμό του ουμανιστή σερίφη. Και εμείς, οι θεατές – όταν τα φώτα ανάβουν -επιστρέφουμε σε μια γκρίζα ζωή που καθορίζεται από αμέτρητους κανόνες. Αυτή η τολμηρή ελεγεία θέτει δύσκολα ερωτήματα για την σημασία και την αξία του ηρωισμού και της μοναχικής εξέγερσης. Δικαιολογείται κάποιος να εγκαταλείπει τα πάντα για να υπερασπιστεί τις αρχές του; Και ποιος θα είναι τελικά ο προορισμός του «τελευταίου καουμπόι» στο απονενοημένο ταξίδι του ;

David Miller(1909-1992) ========================================================

Αμερικανός σκηνοθέτης που σκηνοθέτησε ποικίλες ταινίες όντας ο καλός τεχνίτης και διεκπεραιωτής του Χόλιγουντ ,χωρίς ποτέ να αφήσει ένα προσωπικό ύφος και στίγμα.

Στο βιβλίο- ορόσημο του 1968, «The American Cinema», το οποίο περιγράφει λεπτομερώς την «προσωπική σφραγίδα» εκατοντάδων σκηνοθετών, ο κριτικός Andrew Sarris ολοκλήρωσε μια τέτοια αξιολόγηση με το ερώτημα «Ποιος είναι ο David Miller .Πράγματι, αν κάποιος έψαχνε μια αίσθηση προσωπικού στυλ σε οποιαδήποτε από τις ταινίες του στο Χόλιγουντ, θα καταλήγε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε σκηνοθέτης με το όνομα David Miller. Προφανώς το πρωταρχικό ταλέντο του ήταν ένα χαλαρό ταμπεραμέντο και η ικανότητα να ταιριάζει με οποιονδήποτε είχε εργαστεί. Αυτός είναι σίγουρα ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Miller προσλήφθηκε για να διευθύνει έργα όπως τα «Billy the Kid» (1941) με τον Robert Taylor , το «Flying Tigers» (1943) με τον John Wayne και «Love Happy» (1949)με τους αντισυμβατικούς κωμικούς «Marx Brothers» .

Ομοίως, ο Μίλερ άσκησε την τεχνική του αόρατου ανθρώπου με βαριά ονόματα του Χόλιγουντ όπως η Joan Crawford (Sudden Fear [1952]), η Doris Day (Midnight Lace [1960]) και ο Kirk Douglas (Lonely are the Brave [1961]). Κάθε μία από αυτές τις ταινίες είναι μια εξαιρετική βιτρίνα για τον εκάστοτε σταρ και κάθε μια φαίνεται να έχει σκηνοθετηθεί με κάποιο αυτοματοποιημένο μηχανισμό . Ο Kirk Douglas φαίνεται να ήταν ο μόνος ηθοποιός που συγκρούστηκε ανοιχτά με τον Miller, αλλά για τον Douglas αυτό δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Εξαιρετικά προσαρμόσιμος, ο Miller αντιμετώπισε είδη όπως το ψυχόδραμα (Captain Newman MD [1963]), τη κατασκοπευτική περιπέτεια  (Hammerhead [1968]) και το θρίλερ συνωμοσίας (Executive Action [1973]), χωρίς ποτέ προσδίδει το παραμικρό «άγγιγμα David Miller»σε οποιοδήποτε από αυτά τα έργα. Ο Miller  αποσύρθηκε διακριτικά και ήσυχα το 1976, τόσο ανώνυμος όσο ποτέ μετά τη διεκπεραίωση και του τελευταίου του φιλμ «Bittersweet Love» (1976).

Ο κριτικός Emanuel Levy έγραψε το 2009 ότι το αναρχικό western «Lonely are the Brave» “είναι η πιο επιτυχημένη ταινία του David Miller, ο οποίος σκηνοθετεί με εύγλωττο συναίσθημα για το τοπίο και την προσοχή στον χαρακτήρα.”  Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι το κινηματογραφικό αριστούργημα του Miller είναι το φιλμ νουάρ  του 1952, «Sudden Fear» με το θαυμάσιο καστ των Joan Crawford, Jack Palance και Gloria Grahame.