• Σενάριο: Dino Risi, Ettore Scola, Ruggero Maccari
  • Φωτογραφία: Alfio Contini
  • Μουσική: Riz Ortolani
  • Ερμ: Vittorio Gasmman, Jean Luis Trintignant,Catherine Spaak, Claudio Gora κ.α.
  • Διάρκεια: 105’

Ρώμη, Δεκαπεντάγουστος :η εποχή που παραδοσιακά οι Ιταλοί κινούνται ομαδικά προς τα παραθαλάσσια θέρετρα. Στην έρημη πόλη περιπλανιέται, με το σπορ αμάξι του , ο Bruno(Vittorio Gasmman) ένας σαραντάρης ‘’vitellone’’. Συναντά τυχαία τον Roberto (Jean Luis Trintignant), ένα συνεσταλμένο φοιτητή Νομικής και σχεδόν τον σέρνει σε μια βόλτα δυο ημερών από τη Ρώμη μέχρι την Τοσκάνη.

Στη διαδρομή μπλέκουν σε διάφορες κωμικές περιπέτειες ,επισκέπτονται συγγενείς του Roberto αλλά και τη τέως σύζυγο και την 17χρονη κόρη του Bruno, που είναι αρραβωνιασμένη με ένα πολύ μεγαλύτερο ηλικιακά βιομήχανο. Ο αρχικά καχύποπτος φοιτητής σταδιακά προσκολλάται στον γοητευτικό τυχοδιώκτη κι έτσι διακόπτει το βαρετό μοτίβο της ζωής του. Λίγο πριν το αξέχαστο φινάλε ο Roberto παραδέχεται: « οι δυο μέρες που πέρασα μαζί σου, ήταν οι πιο όμορφες της ζωής μου»…

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, αρκετοί Ιταλοί σκηνοθέτες διερεύνησαν την κοινωνιολογική επίδραση της εκβιομηχάνισης και του υπερ-καταναλωτισμoύ, στη διάρκεια του Ιταλικού «οικονομικού θαύματος». Ο Ermanno Olmi στο «Il Posto»(1961), ο Fellini στο «La Dolce Vita»(1960) και ο Antonioni στο «L’Aventura»(1960) μίλησαν –ο καθένας με το προσωπικό του ύφος-για την αλλοτρίωση που επέφερε η μετατροπή της παραδοσιακά συντηρητικής ,αγροτικής και οικογενειακής Ιταλικής κοινωνίας σε ρηχή, ατομικιστική και αχαλίνωτη.

Jean-Louis Trintignant and Catherine Spaak in Il sorpasso (1962)

Ο  «Φανφαρόνος» αποτελεί ένα υβρίδιο «road movie» και «Commedia all’italiana». Είναι ένα είδος κινηματογραφικού «On the Road » του Kerouac , με προωθητικό μηχανισμό αφήγησης τον κώδικα της ιταλικής κωμωδίας .

Ο  Dino Risi συνθέτει έναν ιλαρό αλλά και οδυνηρό κινούμενο καμβά της άμπωτης και της παλίρροιας στη ζωή δυο χαρακτήρων, αλλά και σε επίπεδο συμβολισμών μιας ολόκληρης χώρας .Χρησιμοποιεί ως πρόσχημα και αντικείμενο διερεύνησης την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δυο άτομα που ζουν με εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς. Ο Bruno , ζει με ένα διαρκώς επιταχυντικό ρυθμό, που του εξασφαλίζει το αυτοκίνητο-φετίχ του. Οδηγεί σαν μανιακός , προκαλώντας σε μονομαχία κάθε οδηγό που θα βρεθεί μπροστά του.  Είναι μια πραγματική δύναμη της φύσης :ευσταλής, ερωτύλος, θορυβώδης ,απερίσκεπτος που ζει έντονα την κάθε στιγμή . Tο ταλέντο του να προκαλεί προβλήματα συγκρίνεται μόνο με το ταλέντο του να ξεγλιστρά από αυτά – όχι πάντα αλώβητος. Χειραγωγεί, εκμεταλλεύεται , εξαπατά τους άλλους αλλά αυτοί μένουν δέσμιοι της γοητείας του.  Ωστόσο στις σπάνιες στιγμές διαύγειας του,  αποκαλύπτονται οι  οδυνηρές αλήθειες που τον ταλανίζουν και η συνειδητοποίηση της πικρής μοναξιάς του.

Στην άλλη πλευρά του δίπολου βρίσκεται ο Roberto: ντροπαλός, εσωστρεφής, αμήχανoς ,σφιγμένος. Όταν βρίσκεται έξω από το διαμέρισμα του , στον δρόμο ,στη πλαζ ,στο σκάφος νοιώθει άβολα ,χωρίς ισορροπία. Η ξαφνική είσοδος του Bruno στη ζωή του , τον αναστατώνει ,τον αποδιοργανώνει .Συχνά παίρνει τον ρόλο αφηγητή για να πει χαμηλόφωνα τα επικριτικά του σχόλια. Όμως προοδευτικά το  παγωμένο του πρόσωπο  λιώνει από την θερμό, ζωώδη μαγνητισμό του Bruno.

Κάθε στάδιο του ταξιδιού τους είναι εφήμερο, χωρίς στόχο , τους ωθεί να επιστρέφουν στο αυτοκίνητο, μέσο παραίσθησης και διαφυγής από τη γκρίζα πραγματικότητα .Το πιλοτήριο του είναι το μοτίβο ενός φαινομενικά χαρούμενου και ανέμελου κόσμου , ενώ η ταχύτητα τους εμποδίζει να αντιληφθούν τον πραγματικό κόσμο γύρω τους . Οι νυχτερινές σκηνές είναι μόνο παρενθέσεις, μια προσωρινή στάση πριν από τη επόμενη αναχώρηση. Η εμψυχωτική μουσική που συνοδεύει το κάθε  προσπέρασμα, τα καλοκαιρινά τραγούδια που ακούγονται παντού ,δημιουργούν μια  ψευδαίσθηση χαράς και απελευθέρωσης που σταδιακά διαποτίζει τον νεαρό φοιτητή. Όταν αυτοί οι τόσο διαφορετικοί άντρες γελούν με τη καρδιά τους, κάνοντας ριψοκίνδυνες προσπεράσεις στις μαιανδρικές στροφές της Τοσκάνης ,νοιώθουμε ότι έχουν δεθεί για πάντα!

Vittorio Gassman and Jean-Louis Trintignant in Il sorpasso (1962)

Το διορατικό βλέμμα του Dino Risi, καταφέρνει να βρει μια εξαίρετη ισορροπία μεταξύ ειρωνείας και απογοήτευσης, συναισθηματικής συμμετοχής και αφηγηματικής ικανότητας, ξεκαρδιστικών στιγμών και πικρών διαλόγων , σιδερένιου ντεκουπάζ και ερμηνευτικών αυτοσχεδιασμών ,διάχυτου ερωτισμού και ορμής θανάτου.  Είναι προφανής η γοητεία που ασκεί η θάλασσα στο βλέμμα του σκηνοθέτη. Του επιτρέπει να κάνει την ανθρωπολογική του μελέτη  με πολλαπλασιαστική ισχύ. Παρατηρεί ένα ευρύ φάσμα του πληθυσμού άλλοτε με οξύ σαρκασμό, μερικές φορές με επιείκεια αλλά πάντα με ανθρωπιά.

Ωστόσο η ταινία του λειτουργεί ξεκάθαρα και σε ένα μεταφορικό επίπεδο ανάγνωσης. Οι δύο χαρακτήρες δεν είναι μόνο άτομα με τα ανθρώπινα τους χαρακτηριστικά, αλλά επίσης αντηχούν ως αλληγορικές μορφές για μια χώρα σε μεταβατική περίοδο. Ο Bruno αντιπροσωπεύει τη νέα εκσυγχρονισμένη Ιταλία :δυνατή ,ενεργητική χωρίς περιθώρια για συναισθηματισμούς. Ο Roberto αντιστοιχεί στην παλιά Ιταλία με τον συντηρητισμό ,τους στενούς οικογενειακούς δεσμούς και τη προσήλωση στα συναισθήματα. Η στάση του Risi  παραμένει διφορούμενη :  ούτε καταδικάζει, ούτε υμνεί τη νέα Ιταλία.

Το εκθαμβωτικό καλοκαιρινό φως της ταινίας συλλαμβάνεται αποτελεσματικά από τους φακούς του Alfio Contini ( «Zabriskie Point» ,«The Night Porter»)ενώ το θαυμάσιο jazz score του Riz Ortolani περιέχει μερικές φρενήρεις ακολουθίες με  ανησυχητικά , ,φαταλιστικά προμηνύματα .

Ο  «Φανφαρόνος» αποτελεί έναν σπάνιο συγκερασμό υφών και ιδεών. Είναι ταυτόχρονα  μπριλάντε κομεντί,  κοινωνιολογική ανάλυση  αλλά και βαθιά τραγικός μύθος. Οι μπουφονικές περιπέτειες σταδιακά αφήνουν πικρή επίγευση ενώ στην ατμόσφαιρα διαχέεται μια άφατη μελαγχολία. Άλλωστε από την αρχή ,η επίμονη κόρνα της εμβληματικής Lancia ηχεί προειδοποιητικά. Ανεξάρτητα από το πεπρωμένο του κάθε χαρακτήρα ,και οι δυο είναι ηττημένοι : για κανέναν δεν μπορεί να υπάρξει λύτρωση.

Dino Risi, un sorriso lungo un secolo

Dino Risi(1916-2008)

O  Ντίνο Ρίζι μαζί με τους Μάριο Μονιτσέλι, Λουΐτζι Κομεντσίνι, Νάνι Λόι και Έτορε Σκόλα, καθόρισε το κινηματογραφικό είδος, που ονομάστηκε «commedia all’italiana» και μπορούμε να την ορίσουμε ως τη σύμμειξη του νεορεαλισμού με την παλιά ναπολιτάνικη ηθογραφία του  Εντουάρντο ντε Φίλιπο. Οι ταινίες της πρώτης περιόδου του Ρίζι αποτελούν ένα γλυκόπικρο χρονικό του ιταλικού μεταπολεμικού οικονομικού θαύματος.

Σπούδασε ιατρική, αλλά το 1940 συναντήθηκε με τον νεαρό σκηνοθέτη Αλμπέρτο Λατουάντα, ο οποίος έψαχνε βοηθό σκηνοθέτη για μια ταινία. Ο Ντίνο δέχθηκε και από τότε αφιερώθηκε ολόψυχα στην 7η Τέχνη.

Από το 1946 έως το 2002 γύρισε 80 ταινίες (μικρού και μεγάλου μήκους) για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και σκηνοθέτησε εμβληματικούς Ιταλούς ηθοποιούς, όπως η Σοφία Λόρεν, ο Βιτόριο Γκάσμαν, ο Αλμπέρτο Σόρντι, ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και ο Ούγκο Τονιάτσι.

Το 1960 «Ο βασιλιάς της κομπίνας» με πρωταγωνιστή τον Βιτόριο Γκάσμαν, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Είναι η πρώτη συνεργασία μεταξύ του Ρίζι και του Γκάσμαν. θα ακολουθήσουν  τα φιλμ: «La marcia su Roma»(1962), «Τα τέρατα»(1963), «Il gaucho»(1964) , «Ο τίγρης» (1967) , «Ένας προφήτης Δον Ζουάν»(1968), «100 λεπτά αλήθεια»(1970),  «Το καρνέ με τα πονηρά τηλέφωνα»(1976), «Anima persa»(1977), «Μοντέρνα τέρατα»(1978), το 1979 «Αγαπημένε μου πατέρα»(1979), «Γδύσου και μη μιλάς»(1980) ,«Tolgo il disturbo»(1990).

Άλλες αξιόλογες ταινίες του ήταν: «Ψωμί, έρωτας και…»( 1955) με τους Σοφία Λόρεν και Βιτόριο Ντε Σίκα, «Φτωχοί, αλλά Ωραίοι»(1956)με τον  Ρενάτο Σαλβατόρι,  «O εύθυμος χήρος»( 1959) με τον Αλμπέρτο Σόρντι «7φορές τρελός» ( 1969) με τον Νίνο Μανφρέντι σε εφτά ρόλους, «Η κρεβατοκάμαρα του επισκόπου» ( 1977) με τον Ούγκο Τονιάτσι, «Ήθελε δεκαοχτάρα, καλά να πάθει» (1978) με τον Τονιάτσι, «Εν ονόματι του λαού» (1972) με τους Τονιάτσι και Γκάσμαν

Ωστόσο από την φιλμογραφία του ξεχωρίζουν: το «Παλιοζωή παλιόκοσμε»(1961) με πρωταγωνιστή τον Αλμπέρτο Σόρντι, όπου ανατρέπει ένα από τα χαρακτηριστικά της κωμωδίας, που είναι το «αίσιο τέλος», καθώς δεν σώζει τους ήρωές του από την καταστροφή για να νιώσει καλά ο θεατής. Ακολουθεί ο «Φανφαρόνος»(1962)ένα κωμικό αλλά και βαθιά υπαρξιακό road movie με τους Βιτόριο Γκάσμαν και Ζαν-Λουί Τρεντινιάν και το «Άρωμα Γυναίκας» (1974), μία δραματική κωμωδία για έναν τυφλό άνδρα που είναι διχασμένος ανάμεσα στον πόθο της αγάπης και στην επιθυμία του θανάτου.

Ο Ρίζι υπήρξε ο πιο ψυχαγωγικός και σαρκαστικός σκηνοθέτης της «commedia all’italiana».Το χιούμορ του είναι οξύ ,ευφυές και πικρόχολο εκλύοντας το γέλιο σε ζοφερό, κοινωνικό φόντο. Οι ήρωες του άτομα ατελή , είτε απομεινάρια της κατεστραμμένης από τον πόλεμο Ιταλίας ,είτε νεόπλουτοι μικροαστοί και μεσοαστοί μιας νέας Ιταλίας που μπαίνει πλέον σε τροχιά ευμάρειας και οικονομικής ανάπτυξης . Η κριτική τού αναγνώρισε την ικανότητα «να παντρεύει το λαϊκό πνεύμα με τη Μέθοδο, το χυδαίο χιούμορ με μία υποδόρια ηθική».

Το 2002 τιμήθηκε με το Χρυσό Λιοντάρι στη Μόστρα της Βενετίας για το σύνολο του έργου του.