Ψεύτικο προφίλ

 Βράδιασε ώρα για ιστορία…

-Άστο πια το ρημάδι το κινητό, συνέχεια μ’ αυτό. Κοίτα την όμορφη θέα απέναντι. Περισσότερο ασχολείσαι μ’ αυτό, παρά με ό,τι γίνεται γύρω σου.

-Έλα, όλο γκρίνια είσαι. Να δω τι γίνεται στο κόσμο θέλω. Όλοι και όλα εδώ μέσα είναι. Να ορίστε το άφησα.

-Δεν έχεις κι άδικο δυστυχώς. Μια και αρχίσαμε μ’ αυτό, θα σου πω, μια μικρή ιστορία.

-Φρόντισε να είναι καλή γιατί θα το ξαναπιάσω.

-Ήταν κάποτε, ίσως λίγο παράλληλα με την πραγματικότητα μας, ίσως σ’ ένα άλλο χρόνο κοντινό ή μακρινό. Ένα ας πούμε ζευγάρι. Την γνώρισε όταν είδε την εικόνα της, στα λεγόμενα κοινωνικά μέσα δικτύωσης που είχαν εξελιχθεί τόσο κι είχαν γίνει δεύτερη φύση τους. Ήταν όμορφη, γλυκιά, χαμογελαστή, γεμάτη από ενδιαφέροντα. Απ’ την άλλη εκείνος ήταν όμορφος, αρρενωπός, σοβαρός, περισπούδαστος.

Μιλούσαν σχεδόν κάθε βράδυ για το κάθε τι, αντάλλασσαν φωτογραφίες, μουσικές, απόψεις. Να μη τα πολυλογούμε είχαν γίνει αχώριστοι ψηφιακοί φίλοι. Σύντομα δεν άργησαν να αγαπηθούν έτσι τουλάχιστον πίστευαν.

Κάποια στιγμή της ζήτησε να βρεθούνε έξω από τον ψεύτικο κόσμο τους. Εκείνη δίσταζε, εκείνος επέμενε, με τα πολλά δώσανε ραντεβού στην πλατεία. Την περίμενε, τον περίμενε. Γύρω τους σκυφτοί διαβάτες ρουφηγμένοι στις οθόνες αφής τους. Κοιτάχτηκαν πολύ ώρα. Έκανε να τις μιλήσει, έκανε να του μιλήσει. Ήταν πιο εύκολο στις οθόνες τους.

Είσαι η Σύλβια; Είμαι ο Πέτρος. Τις είπε. Όχι δεν είσαι αυτός, εκείνος είναι αλλιώς. Του είπε. Και η Σύλβια είναι αλλιώς. Τις απάντησε. Όχι δεν είσαι αυτός, λυπάμαι. Του είπε, και έκανε να φύγει. Κι ‘γω λυπάμαι, και δεν μ’ ενδιαφέρει το αλλιώς. Τις απάντησε. Συγγνώμη, δεν μπορώ. Του είπε. Και έφυγε.

Το ίδιο βράδυ ξαναμίλησαν όπως γνωρίστηκαν με τους ψηφιακούς εαυτούς τους. Ήταν καλύτερα έτσι στο ψεύτικο προφίλ τους, εκεί δεν τους τρομάζει η πραγματικότητα. Φαντάσου λοιπόν ένα κόσμο γεμάτο απατηλά προφίλ που όλοι και τα πάντα θα παρακολουθούνται και θα νομίζουν ότι ζούνε.

-Εντάξει μ’ έπεισες. Αλλά πώς να ξεφύγεις απ’ τον ψηφιακό ψεύτη κόσμο δίχως να σε πούνε τρελό και ὁπισθοδρομικό.

-Απλά το κλείνεις και τελειώνεις. Τολμάς; Αυτά άντε για ύπνο τώρα.

 

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.