• Σενάριο: Art Cohn(από ποίημα του Joseph Moncure March)
  • Φωτογραφία: Milton Krasner
  • Ερμ:Robert Ryan, Audrey Totter ,George Tobias , Alan Baxter
  • Διάρκεια: 72’

 Το ρολόι δείχνει 9:05 μ.μ., στην γεμάτη κόσμο είσοδο του “Paradise City” ,μιας αρένας για πυγμαχία και πάλη. Ένας νεαρός εφημεριδοπώλης δεν δείχνει κανένα σεβασμό στον παλαιότερο συνάδελφο του, καταπατώντας το πόστο του. Αλλά  και μέσα στη σάλα ένας νεαρός και ανερχόμενος πυγμάχος,ο Tiger Nelson (Hal Fieberling) είναι το αδιαμφισβήτητο φαβορί για να κατανικήσει τον  βετεράνο Stoker Thompson (Robert Ryan ,στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του), που προέρχεται από  σερί ηττών. Ακόμη και ο μάνατζερ του τον θεωρεί τελειωμένο και ‘πουλά’ τον αγώνα σε έναν γκάγκστερ, χωρίς καν να τον ενημερώσει. Ο Stoker ξεκουράζεται στο δωμάτιο ενός  ξενοδοχείου με τη σύζυγό του. Για πρώτη φορά στο γάμο τους, η July δεν θέλει να παρακολουθήσει τον αγώνα του. Είναι ανήσυχη και απελπισμένη. Προσπαθεί να του μιλήσει . Αλλά αυτός δεν την ακούει. Νοιώθει ακόμη δυνατός και ονειρεύεται ακόμα το μεγάλο άλμα της καριέρας του ,που όπως λέει βρίσκεται «μια γροθιά μακριά».

Στο παρασκήνιο και στα αποδυτήρια ο κόσμος της πυγμαχίας είναι αδυσώπητος. Μαζεμένοι στα θλιβερά αποδυτήρια, λίγο πριν τη μάχη, οι νέοι ονειρεύονται και οι βετεράνοι αναπολούν  νίκες .Σε μια γωνία, ο Stoker μένει προσκολλημένος στις ψευδαισθήσεις του ,με σπαρακτική απελπισία. Όταν βγαίνει στο ρινγκ απογοητεύεται καθώς βλέπει το κάθισμα της συζύγου του, άδειο. Ο νεαρός αντίπαλός του είναι πολύ πιο δυνατός και  ευέλικτος και ο Stoker βρίσκεται επανειλημμένα στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ωστόσο η απελπισία του , τον κρατά όρθιο και συνεχίζει να πολεμά. Για να τον κάνει να εγκαταλείψει , ο ανήσυχος μάνατζερ του, του αποκαλύπτει το «στήσιμο» με τον Little Boy (Alan Baxter), ένα αδίστακτο γκάνγκστερ. Αλλά είναι πολύ αργά, η υπερηφάνεια του Stoker του υπαγορεύει να κάνει το αδιανόητο και να παλέψει για τη νίκη . Όταν όλα τελειώσουν το ρολόι  θα δείχνει 10.17 μ.μ.

Alan Baxter, Edwin Max, and Robert Ryan in The Set-Up (1949)

Τα σενάρια των ταινιών συνήθως προέρχονται από θεατρικά έργα ή μυθιστορήματα. Κατά παράδοξο τρόπο το «Στήσιμο» έχει ως πηγή έμπνευσης ένα αφηγηματικό ποίημα που γράφτηκε από τον Joseph Moncure March και δημοσιεύτηκε το 1928.To «Στήσιμο» είναι μια από τις κορυφαίες ταινίες πυγμαχίας που έγιναν ποτέ, μαζί με τα «Οργισμένο είδωλο»(1980) του Scorsese και «Δάφνες στο ρινγκ»(1947)του Rossen. Όπως στη «Θηλιά» του Hitchcock (1948), ή στο «Τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές» του Zinnemann (1952), η δράση ξετυλίγεται σε πραγματικό χρόνο ,χωρίς μουσική υπόκρουση . Αυτό κάνει την ταινία ακόμα πιο ρεαλιστική και άμεση.

Στο καθηλωτικό άνοιγμα της αφήγησης ,η ευέλικτη κάμερα του Milton Krasner με μια μεγαλειώδη λήψη από γερανό δημιουργεί άμεσα την αίσθηση του χώρου και των χαρακτήρων. Το ίδιο γρήγορα, το σενάριο του Art Cohn αρχίζει να πιέζει τον θεατή με τον κοφτό, αιχμηρό διάλογο του. Οι σκηνές ξεδιπλώνονται με αβίαστο ρυθμό ώστε να εμβαθύνουν στο δράμα του σωματικού και ψυχολογικού αγώνα του Stoker. Ο Wise σκηνοθετεί τη δράση με χαρακτήρες να κινούνται και να μιλούν ακατάπαυστα πάνω και έξω από το ρινγκ και μια συνεχή ηχητική παρουσία από το βρυχηθμό του πλήθους ή την  έκρηξη των ραδιοφωνικών σχολίων. Οι ελάχιστες δροσερές  κωμικές στιγμές προκαλούνται από παράξενες καρικατούρες μέσα από το πλήθος των θεατών.

Ο Wise,χάρη και στην έξοχη φωτογραφία  του Milton Krasner, δημιουργεί μια κατάμαυρη ,πεσιμιστική ατμόσφαιρα. Απεικονίζει απόλυτα πειστικά τον βρώμικο μικρόκοσμο του μποξ: την κορεσμένη από καπνούς αρένα , τις αντιδράσεις των οπαδών που διψούν για αίμα, τη ζοφερότητα των σκοτεινών δρόμων του Λος Άντζελες , τα άθλια ξενοδοχεία όπου μένουν οι μποξέρ που αγωνίζονται. Κινηματογραφεί τον αγώνα πυγμαχίας με άκαμπτο ρεαλισμό, κυρίως από χαμηλές γωνίες ,σχεδόν ακουμπά τα βασανισμένα κορμιά των μονομάχων.  Με αντιστικτικό μοντάζ τα αντιπαραθέτει με ένα φαύλο σύμπηγμα από οπαδούς  στοιχημάτων και  αιματηρού θεάματος. Εκπληκτικό το εύρημα του Wise (που φέρνει στο νου τον μέγα Bunuel στο “Los Olvidados”)με τον τυφλό που έχει δίπλα του ένα φίλο του που του περιγράφει με λεπτομέρεια τους αγώνες .Ο τυφλός αγαπά τη βία και παραληρεί από χαρά όταν πληροφορείται  ότι το μάτι ενός πυγμάχου αιμορραγεί . «Χτύπα τον πάλι στο μάτι» τον παρακινεί.

Είναι πασιφανές ότι ο Wise θεωρεί ότι ο κόσμος του μποξ προσφέρεται ως πεδίο έρευνας και κοινωνικής ανάλυσης. Στη βάση αυτή το «Στήσιμο» δεν είναι ένα ακόμη φιλμ νουάρ ,αλλά μια αλληγορία  για τον απατηλό μύθο του Αμερικανικού ονείρου, για την υπαρξιακή κρίση όσων πίστεψαν σε αυτόν ,για την εκμαυλιστική δύναμη του χρήματος ,για τη διαπλοκή του αθλητισμού με το οργανωμένο έγκλημα ,για τα κτηνώδη ένστικτα του κοινού . Έτσι ο θεατής αυτής της συγκλονιστικής ταινίας ,  θα συγκινηθεί από την αγέρωχη παρουσία αυτού του υπερήφανου και αξιοπρεπή άντρα που βαδίζει προς το τέλος της αθλητικής διαδρομής του , αλλά εξακολουθεί να ελπίζει ότι μια μεγάλη νίκη είναι κάπου εκεί έξω και τον περιμένει, μόλις «μια γροθιά μακριά».

Η εικόνα ίσως περιέχει: 5 άτομα, άτομα που κάθονται

Robert Wise (1914-2005)

 Ο Αμερικανός Robert Wise  ,από τους πιο αναγνωρίσιμους σκηνοθέτες του Χόλιγουντ ,ασχολήθηκε με επιτυχία με πολλά διαφορετικά κινηματογραφικά είδη (φιλμ νουάρ, γουέστερν, μιούζικαλ, τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και μελόδραμα) και το 1998 τιμήθηκε με βραβείο καριέρας από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου.

Ξεκίνησε ως μοντέρ στα αριστουργήματα του Orson Welles  «Citizen Kane»( 1941) και «The Magnificent Ambersons» (1942).Έγινε σκηνοθέτης με τη βοήθεια του παραγωγού Val Lewton, ο οποίος του ανέθεσε να τελειώσει το «Curse of the Cat People» (1944) και αργότερα το «The Body Snatcher» (1945)  . Ακολούθησαν το ψυχολογικό western «Blood on The Moon» (1948) ,  το φημισμένο δράμα πυγμαχίας «The Set-Up» (1949)  και το οραματιστικό, πασιφιστικό δράμα επιστημονικής φαντασίας «The Day the Earth Stood Still» (1951 ). Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, οι ταινίες του Wise «Executive Suite» (1954), «I Want To Live» (1958) και «Odds Against Tomorrow» (1959), αγκάλιασαν σημαντικά  κοινωνιολογικά θέματα με συναρπαστικές ερμηνείες. Ωστόσο, η καθιέρωση του Wise  ήρθε με το «West Side Story» (1961), μια εντυπωσιακή προσαρμογή στην οθόνη μιας θεατρικής επιτυχίας (σε συν-σκηνοθεσία με τον Jerome Robbins). Μετά από μια επιστροφή σε αποκρυφιστικά θέματα με το ανατριχιαστικό «The Haunting»(1963) ,συνέχισε με το «The Sound of Music» (1965) μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της δεκαετίας. Το θαυμάσιο αλλά υποτιμημένο «Sand Pebbles»(1966) ήταν μια πολύ σοβαρή ταινία για γίνει -στην εποχή της – αποδεκτή από το κοινό, εξαιτίας του αντιηρωικού του φινάλε και του απόηχου από τον πόλεμο του Βιετνάμ .Πολύ λιγότερο επιτυχημένο ήταν το «Star» (1968), επικό μιούζικαλ που βασίστηκε στη ζωή της ηθοποιού και τραγουδίστριας Gertrude Lawrence. Ο Wise επέστρεψε δριμύτερος με το δράμα επιστημονικής φαντασίας «The Andromeda Strain» (1971), με βάση το best-seller του Michael Crichton. Ο σοβαρός, ενήλικος ρομαντισμός του «Two People» (1973) αντιμετώπισε προβλήματα με τους λογοκριτές και περικόπηκε σε μεγάλο βαθμό. Και το «The Hindenburg»(1975) βγήκε πολύ αργά στον κύκλο ταινιών καταστροφής της δεκαετίας του ’70 για να προσελκύσει μεγάλο κοινό, παρά το πιο σοβαρό από το συνηθισμένο θέμα, για ταινία «είδους». Η καριέρα του Wise πήρε την κατιούσα μετά την «Audrey Rose» (1977), ένα ευαίσθητο και αποτελεσματικό αποκρυφιστικό δράμα. Το «Star Trek: The Motion Picture»(1980) αμαυρώθηκε από σημαντικά προβλήματα παραγωγής και το «Rooftops»(1989), ένα αστικό μιούζικαλ της δεκαετίας του ’80, αγνοήθηκε από το κοινό και χλευάστηκε από τους κριτικούς.

Στο  επιδραστικό βιβλίο του , «The American Cinema: Director and Directions  1929-1968»,  ο Αμερικανός κριτικός Andrew Sarris ταξινόμησε τον Robert Wise – μαζί με σκηνοθέτες όπως ο John Frankenheimer, ο Stanley Kubrick και ο Sidney Lumet – στη λιγότερο – κολακευτική κατηγορία της«επιτηδευμένης σοβαρότητας». «Το ταμπεραμέντο του είναι αόριστα φιλελεύθερο», έγραψε ο Sarris, «το στυλ του είναι αόριστα ρεαλιστικό. Αλλά μετά το «The Sound of Music» και το «Sand Pebbles» η στιλιστική υπογραφή του είναι τόσο διακριτική ,σε σημείο να είναι αόρατη. ».Για τον Sarris, ο Wise ήταν απρόσωπος και εργάτης σκηνοθέτης – σίγουρα όχι auteur όπως ο Hitchcock ή ο Welles ή  ακόμα και ο Howard Hawks , ένας σκηνοθέτης που επίσης διακρίθηκε σε ένα ευρύ φάσμα καθιερωμένων ειδών, αλλά ο οποίος, στα μάτια πολλών κριτικών, σφράγισε τις ταινίες του με αναγνωρίσιμο στυλ. Εξ ορισμού, η θεωρία auteur εκτιμά τη στιλιστική συνέπεια, την ομοιότητα και όχι τη διαφορετικότητα. Από τη πλευρά του ο Wise δήλωσε: «Προσπάθησα να συνδυάσω την παλέτα μου και ήμουν αρκετά επιτυχημένος. Πολλοί σκηνοθέτες έχουν ένα κοινό νήμα – όπως ο Χίτσκοκ που έκανε ένα συγκεκριμένο είδος ταινιών. Μου αρέσει να αλλάζω, να κάνω διαφορετικά πράγματα. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να απευθυνθώ σε κάθε σενάριο, κάθε θέμα, στο κινηματογραφικό στυλ που πιστεύω ότι είναι κατάλληλο για την ιστορία». Οι υπερασπιστές του Wise τον χαρακτηρίζουν  ως εξαιρετικά προικισμένο τεχνίτη , με συνεπή θέματα και χαρακτήρες σε ολόκληρο το έργο του. Για όλα αυτά, η ευελιξία  του Wise είναι βασικός παράγοντας για την αναγνώριση του ως σημαντικού σκηνοθέτη, με ή χωρίς την προσφυγή στη κάπως αφοριστική θεωρία των « auteur».