• Σενάριο: Pierre Boileau, Thomas Narcejac, Jean Redon, Claude Sautet
  • Φωτογραφία : Eugen Schüfftan
  • Μουσική : Maurice Jarre
  • Ερμ: Pierre Brasseur, Edith Scob, Alida Valli, Juliette Mayniel, François Guérin, Alexandre Rignault
  • Διάρκεια: 88′

Ο πλαστικός χειρουργός, καθηγητής Genessier (Pierre Brasseur),είναι γεμάτος τύψεις καθώς το αυτοκινητιστικό ατύχημα που προκάλεσε κατέστρεψε το πρόσωπο της κόρης του, Christiane (Edith Scob). Παρά το γεγονός ότι η  ιατρική  δεν έχει ανακαλύψει αντίστοιχη θεραπεία, ο Genessier έχει την εμμονική  πεποίθηση του ότι μπορεί να αποκαταστήσει την ομορφιά της. Για να το πετύχει ,εφαρμόζει ένα διεστραμμένο σχέδιο : η αφοσιωμένη γραμματέας του, Louise (Alida Valli) ,απαγάγει νεαρές όμορφες  γυναίκες ,τις μεταφέρει στην απομονωμένη βίλα του γιατρού ,στα περίχωρα του Παρισιού, για να ξεφλουδίσει τα πρόσωπά τους και να τα μεταμοσχεύσει στην Christiane . Ο Genessier διατηρεί επίσης ένα κυνοτροφείο με αδέσποτα σκυλιά τα οποία βασανίζει με φρικτά πειράματα. Οι προσπάθειες  μεταμόσχευσης αποτυγχάνουν, αλλά ο αλαζονικός γιατρός δεν θα σταματήσει να προσπαθεί ακόμα και όταν τα θύματα αρχίζουν να συσσωρεύονται…

Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το είδος των ταινιών τρόμου στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο στα τέλη της δεκαετίας του 1950, με αιχμή τη βρετανική  εταιρεία Hammer, οδήγησε τον γάλλο παραγωγό Jules Borkon να αγοράσει τα δικαιώματα του  μυθιστορήματος του Jean Redon «Les Yeux sans visage». Αυτό το είδος είχε παραμεληθεί από το γαλλικό σινεμά, με μοναδικές σημαντικές προσφορές το «La Chute de la maison Usher» (1928) του Jean Epstein και το «Vampyr» του Carl Theodor Dreyer (1932). Η απόφαση του Borkon να προσλάβει τον Georges Franju ,ως σκηνοθέτη, ξένισε. Ο Franju, ένας από τους ιδρυτές του «Cinémathèque Française», είχε γυρίσει μια σειρά ντοκιμαντέρ και μόνο μια ταινία μεγάλου μήκους, το ασυμβίβαστο κοινωνικό δράμα “La Tête contre les murs” (1959).Ωστόσο ο αποδείχθηκε ιδανική επιλογή λόγω της εντελώς φρέσκιας οπτικής του και της τόλμης του να αγνοήσει τους κώδικες του είδους.

Πράγματι ο Franju δεν υιοθετεί ούτε τη γοτθική αισθητική των ταινιών τρόμου της “Hammer”, ούτε τo αισθησιακό μπαρόκ των ιταλικών “Giallo” του Mario Bava αλλά είναι βαθιά επηρεασμένος από τον ποιητικό σουρεαλισμό του Jean Cocteau. Το οπτικό στιλ μπορεί να περιγραφεί ως εξπρεσιονισμός αλά Cocteau , συνδυάζοντας την κλασική noir αισθητική (φωτογραφία chiaroscuro υψηλής αντίθεσης και αποπροσανατολιστική τοποθέτηση της κάμερας) με τον στοιχειωμένο λυρισμό των Γαλλικών παραμυθιών. Η ονειρική υφή της ταινίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον θρυλικό κινηματογραφιστή Eugen Schüfttan ( «Le quai des brumes» (1938) του Marcel Carné , «The hustrer»(1961) του Robert Rossen κ.α. ).Η λεπτή εξπρεσιονιστική αύρα της φωτογραφίας δένεται ιδανικά με το γλυκό αλλά ανησυχητικό score του Maurice Jarre. Αυτός ο ασυνήθιστος συνδυασμός ποιητικής ομορφιάς και φρικώδους ρεαλισμού είναι αυτό που ξεχωρίζει το φιλμ του Franju από άλλες ταινίες της ίδιας εποχής ,με παρόμοιο θέμα .

Ωστόσο η  ποίηση του φιλμ αναδύεται κυρίως από την τραγική ύπαρξη της Christiane, με την απόκοσμη εικόνα  της Edith Scob να στοιχειώνει τη μνήμη του θεατή. Η κομψή μάσκα της ,την δείχνει άλλοτε τρομακτική σαν φάντασμα και άλλοτε εύθραυστη σαν κούκλα από πορσελάνη. Τα όμορφα ,εκφραστικά  μάτια της αποκαλύπτουν ακριβώς πώς αισθάνεται περιμένοντας να μάθει αν η κάθε προσπάθεια του πατέρα της ήταν επιτυχής. Σε μια έξοχη σκηνή  ,όταν διαπιστώνει την ομοιότητα της με μια απαχθείσα  , τα μάτια της δεν είναι άπληστα, αλλά γεμάτο οίκτο για το θύμα και θλίψη για τον εαυτό της .Σε μια άλλη σκηνή είναι συνταρακτική όταν εκλιπαρεί την Louise να την απαλλάξει οριστικά από το μαρτύριο της.

Ο Brasseur είναι εντυπωσιακός ως ο  χειρουργός που πάλλεται από απόλυτη εμμονή για το μακάβριο έργο του. Δεν είναι τρελός επιστήμονας ή σατανικός κακοποιός αλλά ένας αξιοσέβαστος γιατρός που δείχνει αφοσίωση στους ασθενείς της κλινικής, όπου εργάζεται. Όμως τελικά είναι οι επιλογές του  ,που γίνονται στο όνομα της αγάπης, που δεν τον μετατρέπουν σε ήρωα αλλά σε ακούσιο υπηρέτη του Σατανά. Η Alida Valli είναι  πολύ πειστική, ως η πιστή βοηθός , θυμίζοντας τον ρόλο της Signoret στο «Les Diaboliques», σε σενάριο και πάλι του διδύμου Boileau και Narcejac.

Το φιλμ “Μάτια δίχως πρόσωπο” δεν θέλει να μας σοκάρει με φρικιαστικές εικόνες ή να προσβάλει τη νοημοσύνη μας με απίθανη πλοκή και εξωπραγματικούς χαρακτήρες. Όλα όσα δείχνει είναι τρομακτικά εύλογα, αλλά παρουσιάζονται με ονειρικό τρόπο που απαλύνει τη φρίκη .Όμως στο τέλος μεγαλύτερη επίδραση στον θεατή έχει η στοιχειωμένη ποίηση της ταινίας και όχι οι συνδηλώσεις του τρόμου . Η σκοτεινή σαγήνη που αναδύει το φιλμ έγκειται στη διττή του φύση ,στα αντιθετικά του δίπολα : ποίηση και τρόμος, κάλλος και αποτροπιασμός , πατρική αγάπη και ειδεχθή εγκλήματα , επιστημονική ηθική και μανιακή ματαιοδοξία. Με αυτό το ερεβώδες αριστούργημα ο Franju μας θυμίζει ότι το καλό και το κακό συνυπάρχουν…

Georges Franju - Rotten Tomatoes

GEORGES FRANJU (1912-1987)

Ο Γάλλος σκηνοθέτης Georges Franju υπήρξε ένας ιδιόρρυθμος δημιουργός ,ένας αληθινός ποιητής του φανταστικού .Οι επιρροές της τεχνοτροπίας του ανιχνεύονται στον γαλλικό ποιητικό ρεαλισμό και στο γερμανικό εξπρεσιονισμό .Το ύφος του σε πρώτη ματιά φαντάζει κλασικό, ακαδημαϊκό. Ωστόσο οι εικόνες του διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα παραδοξότητας , κοινωνικής διαμαρτυρίας ,οργής και βίας . Αλλά και αυτά απαλύνονται από μια έμφυτη ποιητική αίσθηση. Το σινεμά του προκύπτει από σύζευξη αντιθέσεων: νατουραλισμός και ποίηση, σαδισμός και τρυφερότητα , φρίκη και ομορφιά.
Ο Franju γνωρίστηκε με τον Henri Langlois το 1934. Εκείνη τη χρονιά οι δύο άνδρες σκηνοθέτησαν το μικρού μήκους «Le Métro»,ενώ το 1935 εξέδωσαν ένα κινηματογραφικό περιοδικό και ίδρυσαν την κινηματογραφική λέσχη «Le Cercle du Cinéma». Το 1937 ίδρυσαν το «Cinémathèque Française» το 1937 και ο Franju διετέλεσε εκτελεστικός γραμματέας του Fédération Internationale des Archives du Film (FAIF), της διεθνούς ομοσπονδίας αρχείων ταινιών, από το 1938 έως το 1945.
Ο Franju έγινε γνωστός από την παραγωγή εννέα ντοκιμαντέρ . Είναι εντυπωσιακό το πως καταφέρνει να χειριστεί υπερβατικά το νατουραλιστικό υλικό του, εισάγοντας σουρεαλιστικές απολήξεις. Ο ίδιος απέρριπτε την έννοια της αντικειμενικότητας καθώς θεωρούσε ότι το κάθε ντοκιμαντέρ αντανακλούσε τις απόψεις του δημιουργού του. Η ναζιστική κατοχή του Παρισιού και η βιαστική μεταπολεμική εκβιομηχάνιση επηρέαζαν βαθιά τις πρώιμα ταινίες του. Το πρώτο του ντοκιμαντέρ «Το Αίμα των ζώων»(1949), είναι μια τρομακτική απεικόνιση της καθημερινής δραστηριότητας σε ένα σφαγείο του Παρισιού. Σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένο από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, αλλά ταυτόχρονα βάναυσα ρεαλιστικό, το έργο περιείχε μερικές από τις πιο ανησυχητικές σκηνές σκληρότητας σε ζώα που όμως .Ορισμένοι κριτικοί επεσήμαναν ότι οι σκηνές των ζώων που κινούνται σε γραμμές προς τη θανάτωση τους ήταν προφανείς αναφορές στα ναζιστικά στρατόπεδα. Το «En Passant par la Lorraine» (1950) ,υποτίθεται ότι θα ήταν μια προβολή του σχεδίου Monnet για τον εκσυγχρονισμό της γαλλικής βιομηχανίας, αλλά στα χέρια του Franju έγινε μια καταγγελτική ματιά στην αποκρουστική ασχήμια των τερατωδών εργοστασίων. Η τρίτη από τις «ταινίες σφαγής», «Hôtel des Invalides» (1952), εξέτασε τη ζωή μέσα σε ένα εθνικό νοσοκομείο βετεράνων. Με εναλλασσόμενες σκηνές εικόνων ,μνημείων και σπαρακτικές μαρτυρίες παραμορφωμένων επιζώντων δημιούργησε μια ρωμαλέα καταδίκη του μιλιταρισμού . Τα επόμενα ντοκιμαντέρ του, αν και ίσως όχι τόσο συγκλονιστικά, ήταν εξίσου ανατρεπτικά. Αρκετά περιείχαν δραματοποιημένες ακολουθίες όπως φαίνεται στο «Mon Chien» (1955), μια ματιά στη θλιβερή μοίρα των αδέσποτων σκύλων του Παρισιού.
Τις παραμονές της ανάδυσης του Γαλλικού «Νέου κύματος», ο Franju έφτιαξε μια ταινία μικρού μήκους με τίτλο «La Première nuit» (1958), η οποία προμηνύει τα «400 χτυπήματα»(1959) του Truffaut. Σε αυτό το γοητευτικό έργο, ένα μοναχικό παιδί περιπλανιέται στο Παρίσι ανακαλύπτοντας έναν φανταστικό κόσμο .Οι νυχτερινές σκηνές στο έρημο μετρό είναι μαγευτικές και λυρικές και αποκαλύπτουν έναν σκηνοθέτη μεγάλης ποιητικής ρώμης.
Με το «Κεφάλι Κόντρα Στον Τοίχο» (1959), ο Franju έκανε ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο στις ταινίες μεγάλου μήκους , συνθέτοντας ένα συναρπαστικό και ισχυρό κατηγορητήριο για τη «θεραπεία» της ψυχικής υγείας στη σύγχρονη Γαλλία, όπου οι ψυχικά ασθενείς αντιμετωπίζονται ως καταδικασμένοι εγκληματίες.
Η ασύγκριτα λυρική ταινία τρόμου «Μάτια χωρίς πρόσωπο» (1960),είναι η ιστορία ενός δαιμονικού χειρουργού που προσπαθεί να επανορθώσει το κατεστραμμένο πρόσωπο της κόρης του με μόσχευμα από τα πρόσωπα όμορφων γυναικών. Αυτή η ωδή στο γερμανικό εξπρεσιονισμό είναι έντονα επηρεασμένη από τα κλασικά «Nosferatu» και το «Το εργαστήρι το Δρ. Καλιγκάρι».
Αντίθετα το «Pleins feux sur l’assassin» (1961) είναι ένα ρουτινιάρικο φιλμ μυστηρίου που παρά την επιμελή καλλιτεχνική διεύθυνση και την ατμοσφαιρική εξπρεσιονιστική φωτογραφία, απουσιάζει η εμπνευσμένη πινελιά του δημιουργού της.
Με τη καθοριστική συμβολή των Philippe Noiret και Emmanuelle Riva, δύο αναδυόμενων ηθοποιών της εποχής, ο Franju μπόρεσε να δημιουργήσει την πιο εντυπωσιακή ταινία του , μια εξαιρετικά πιστή προσαρμογή του μυθιστορήματος του François Mauriac, «Thérèse Desqueyroux»(1962). Η αριστοτεχνική σκηνοθεσία μεταδίδει τη συντριπτική αίσθηση περιορισμού που αισθάνθηκε μια συνηθισμένη νεαρή γυναίκα που παγιδεύτηκε από αστική σύμβαση σε έναν γάμο.
Ο Franju συνέχισε με κάτι εντελώς διαφορετικό: «Judex, ο άνθρωπος με τα Μαύρα» (1963) ,μια περίτεχνη και απλοϊκή ίντριγκα μυστηρίου, δανεισμένη από το ομότιτλο βωβό κινηματογραφικό σίριαλ του Louis Feuillade . Με αφετηρία την αρχετυπική μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ο Franju αναβιώνει τη γοητεία ενός λαϊκού είδους και πλάθει την πιο σουρεαλιστική ταινία του.
Στις δυο επόμενες ταινίες του ο Franju ζωγράφισε τα πορτρέτα δύο ευάλωτων ανθρώπων που αντιδρούν σε έναν άδικο κόσμο, που διέπεται από παράλογες αρχές που υπάρχουν μόνο για να συντρίβουν το άτομο . Ο «Τομά, ο Απατεώνας» (1965) ήταν μια συνεργασία με τον Jean Cocteau ο οποίος προσάρμοσε το μυθιστόρημα του 1923 και συνεργάστηκε εκπληκτικά με τον σκηνοθέτη για να δημιουργήσει μια αντιπολεμική ταινία με αξιοσημείωτη δύναμη και διαύγεια. Η ονειρική αλήθεια της διακριτικής ποίησης του Franju εξυπηρετεί καλά την ανθρωπιστική αφήγηση του Cocteau, ενισχύοντας την τολμηρή αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στην αφελή άποψη του πρωταγωνιστή για τον πόλεμο και την τρομακτική πραγματικότητα . Στο «La Faute de l’abbé Mouret» (1970) ο Franju χρησιμοποιεί για πρώτη φορά επιδέξια το χρώμα για να απεικονίσει με έμφαση την αλλαγή της διάθεσης του πρωταγωνιστή, ενός νεαρού ιερέα της χώρας (Francis Huster), καθώς αναρρώνει από μια νευρική κατάρρευση που του αλλάζει τη ζωή.
Οι «Πορφυρές Νύχτες»(1974), το τελευταίο φιλμ του Franju, σχεδιάστηκε από τον εγγονό του Louis Feuillade ως ένα remake του «Fantômas», αλλά διολίσθησε σε ένα ετερογενές μείγμα από αποκρυφιστικές τελετές, μαζικές δολοφονίες και μάχες ανάμεσα σε μυστικές οργανώσεις , αδυνατώντας να αφηγηθεί μια συνεκτική ιστορία.
Μετά από αυτή την αποτυχία Franju εγκατέλειψε οριστικά τον κινηματογράφο για να αφιερωθεί στην τηλεόραση. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, προσελήφθη ως επίτιμος καλλιτεχνικός διευθυντής της «Cinématheque Française».
Με ποσοτικά κριτήρια η φιλμογραφία του Franju είναι ισχνή, με μόλις οκτώ ταινίες μεγάλου μήκους και δώδεκα μικρού .Όμως η «ανησυχητική ονειρική αισθητική» που την χαρακτηρίζει, είχε επιδραστική συμβολή στην τέχνη της κινούμενης εικόνας και επηρέασε πολλές γενιές σκηνοθετών.