• Σενάριο: Grigoriy Chukhray, Valentin Ezhov
  • Φωτ: Vladimir Nikolayev, Era Savelyeva
  • Μουσ: Mikhail Ziv
  • Ερμ: Vladimir Ivashov , Zhanna Prokhorenko , Antonina Maksimova , Evgeniy Urbanskiy
  • Διάρκεια: 88 min

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Alyosa Skvortsov (Vladimir Ivashov), ένας 19χρονος Ρώσος στρατιώτης, γίνεται από τύχη ήρωας όταν  βρίσκοντας μπροστά του ένα πολυβόλο καταστρέφει δύο εχθρικά τανκ . Του προσφέρεται εύφημη μνεία για την ανδρεία του, αλλά ζητά μόνο να του επιτραπεί να επιστρέψει στο χωριό του, να δει τη χήρα μητέρα του και να επισκευάσει τη στέγη στο σπίτι της. Ο Alyosha έχει έξι μέρες, θεωρητικά αρκετό χρόνο για να κάνει το ταξίδι στο χωριό του και να εκπληρώσει τον σκοπό του. Όμως η συμπόνια του προς τους συνανθρώπους του, τον καθυστερεί. Πρώτα για ένα ανάπηρο στρατιώτη που δεν μπορεί να αντικρίσει την όμορφη γυναίκα του. Στη συνέχεια για να παραδώσει ένα δώρο στη σύζυγο ενός άλλου στρατιώτη. Ακόμη περισσότερο καθυστερεί όταν στο τρένο συναντά στη Shura (Zhanna Prokhorenko) ,ένα δροσερό και όμορφο κορίτσι με το οποίο δένεται αμέσως. Με βαριά καρδιά την αποχαιρετά για να ολοκληρώσει το ταξίδι του. Για άλλη μια φορά, η μοίρα δεν είναι ευγενική μαζί του. Ένας γερμανικός βομβαρδισμός καταστρέφει τη γέφυρα που πρόκειται να διασχίσει το τρένο του. Πρέπει να ολοκληρώσει το ταξίδι οδικώς. Άραγε θα προλάβει να φτάσει στη μητέρα του (Antonina Maksimova) πριν αδειάσει η κλεψύδρα του χρόνου;

Vladimir Ivashov and Zhanna Prokhorenko in Ballada o soldate (1959)

Η  οδύνη του πολέμου δεν αποτυπώθηκε ποτέ με μεγαλύτερη ένταση και λυρισμό από ότι στη «Μπαλάντα ενός στρατιώτη» του Γκριγκόρι Τσουχράι . Αυτή ήταν η δεύτερη ταινία του, καθώς είχε ήδη σκηνοθετήσει ένα ακόμη πολεμικό δράμα , τον βραβευμένο «41ο» (1956).Βετεράνος του Πολέμου και ο ίδιος  εμπνεύστηκε από τις εμπειρίες του για να δημιουργήσει ένα βαθιά ελεγειακό αφιέρωμα στoυς πεσόντες που γνώριζε. Το φιλμ γυρίστηκε στη Σοβιετική Ένωση κατά τη σύντομη περίοδο «απόψυξης» του Χρουστσόφ , μετά τον θάνατο του Στάλιν. Σε παρόμοιο πνεύμα με το  «Όταν πετούν οι γερανοί» (1957)του Καλατόζοφ δείχνει με  συγκινητική οξύτητα, τις  ανθρώπινες ζωές  να παραμορφώνονται και να καταστρέφονται από τον πόλεμο.

Ο κύκλος της αφήγησης ανοίγει και κλείνει με την εκτός κάδρου φωνή ενός αφηγητή. Γνωρίζουμε εξαρχής ότι ο Alyosa θα σκοτωθεί στη μάχη και θα θαφτεί από ξένους, μακριά από το σπίτι, γνωστός για αυτούς μόνο ως ο«Ρώσος στρατιώτης». Έτσι οι εικόνες αποκτούν πρόσθετη δραματουργική ένταση  καθώς δεν διηγούνται  μόνο , αλλά σημαίνουν. Ο βαρύς συμβολισμός υποφώσκει:  Η τραγική μάνα  είναι μια μεταφορική  «Μητέρα Ρωσία» που πενθεί για τα εκατομμύρια νεκρών της , ακριβώς όπως ο Alyosha είναι το σύμβολο της ανιδιοτελούς, ανώνυμης υπηρεσίας προς τη πατρίδα του.

Η αισθητική γλώσσα της ταινίας είναι ποιητική, ελεγειακή, γλαφυρή .Η ιμπρεσιονιστική οπτική προσέγγιση  και η επιδεξιότητα του Τσουχράι στην διεύθυνση των ηθοποιών δημιουργούν κρεσέντο συγκίνησης με πολλές αλησμόνητες σκηνές : ο ανάπηρος στρατιώτης που όντας σε κατάθλιψη θέλει να χαθεί στην απεραντοσύνη της Ρωσίας , ο αγνός- πρωτεϊκός έρωτας των δυο νέων, το τρέξιμο της μάνας μέσα από τα στάχυα για να προλάβει τον γιο της και ιδίως το τελικό  τους αγκάλιασμα-αποχαιρετισμός .

Ένα ανατριχιαστικό ,ηλεκτρικό ρεύμα μυστικισμού διαπερνά την οθόνη κατά την  επίσκεψη του Aloysha στο χωριό του. Φτάνει στο σπίτι του για ελάχιστες στιγμές , σαν να επιστρέφει  από τους “νεκρούς” , μόνο και μόνο  για να αγκαλιάσει και να φιλήσει τη μητέρα του, και στη συνέχεια να φύγει και πάλι ,για πάντα…

Vladimir Ivashov, Evgeniy Evstigneev, and Antonina Maksimova in Ballada o soldate (1959)

Η «Μπαλάντα…»  είναι ένα άψογα εκτελεσμένο κομμάτι κινηματογράφου, φωτογραφημένο και επεξεργασμένο με συναρπαστική τέχνη.Παράλληλα  είναι και ένας λυρικός διαλογισμός για την τραγωδία του πολέμου ,εμβαπτισμένος σε γνήσιο ανθρώπινο συναίσθημα. Αντί για την καταναγκαστική ζαχαρώδη συναισθηματικότητα του Χόλιγουντ ,αυτή η ταινία προσφέρει μια  λαγαρή μορφή συναισθηματικής εμπλοκής, πνευματική και καθαρτήρια. Κι αν το βλέμμα του θεατή υγρανθεί , δεν είναι μέσω κάποιου φθηνού σκηνοθετικού τρικ, αλλά επειδή αυτό που παρουσιάζεται στην οθόνη  είναι μια συνταρακτική αλήθεια, που υπερβαίνει τον πολιτισμό, τη γλώσσα και τον χρόνο.

Μεγάλο μέρος της  συναισθηματικής επίδρασης της ταινίας οφείλεται στην επιλογή  των (τότε) άγνωστων ηθοποιών Vladimir Ivashov και Zhanna Prokhorenko, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους . Η έλλειψη εμπειρίας αποτέλεσε πλεονέκτημα, φέρνοντας μια ακατέργαστη νατουραλιστική ποιότητα και μια μαγνητική έλξη στις απεικονίσεις του αλτρουιστή νεαρού στρατιώτη και του ανέστιου κοριτσιού. Στην πιο εντυπωσιακή σεκάνς της ταινίας- μια σειρά από αλληλοεπικαλυπτόμενες κοντινές λήψεις  που συνθέτουν ένα σαγηνευτικό όνειρο- ο Τσουχράι μας συγκινεί με τον ισχυρό συναισθηματικό δεσμό των δυο πανέμορφων παιδιών, έναν δεσμό που θα αποκοπεί ξαφνικά και βίαια στην επόμενη  οδυνηρή σκηνή.

Το αποθησαύρισμα της “Μπαλάντας ενός στρατιώτη”  αποκαλύπτει ένα έργο πολυσύνθετο και πολυεδρικό  που συνδυάζει το μεγαλόπνοο ρωσικό έπος  με τον ανθρωποκεντρισμό  και την βαθιά  ψυχολογική ανάλυση των χαρακτήρων. Ο αιρετικός Τσουχράι , πνευματικός απόγονος του Μαγιακόφκι, υμνεί την κοινωνική αποστολή της ανθρώπινης φύσης, την ανάγει σε τέχνη, σε δημιουργική παρακαταθήκη για το μέλλον. Παράλληλα μας υπενθυμίζει πόσο φευγαλέα είναι η νιότη ,η ομορφιά και πόσο πολύτιμος είναι ο λίγος χρόνος που έχουμε για να βιώσουμε τις χαρές της ζωής. Βαθιά θλίψη και  σπαρακτικός λυρισμός  διαποτίζουν την ταινία , αποδεικνύοντας ότι η μεγάλη ρωσική παράδοση του 19ου αιώνα ,του ανθρωπισμού του Τολστόι και του Τουργκένιεφ, επιβίωσε παρά τις επιταγές του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού».

 

 

Γκριγκόρι Τσουχράι(1921-2001)

Ο Ουκρανός Γκριγκόρι Τσουχράι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της Σοβιετικής Ένωσης και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διεθνή καταξίωση του νέου κύματος στο σοβιετικού σινεμά στα τέλη της δεκαετίας του  1950. Υπηρέτησε ως αλεξιπτωτιστής κατά τη διάρκεια του Β ‘ Παγκοσμίου Πολέμου, τραυματίστηκε πέντε φορές και κέρδισε πολλά μετάλλια για το θάρρος του. Μεταπολεμικά γράφτηκε στο Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Μόσχας (VGIK), όπου είχε ως μέντορες  διάσημους σκηνοθέτες όπως οι Σεργκέι Γιουτκέβιτς και Μιχαήλ Ρομ, ενώ έκανε πρακτική σαν βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία του Ρομ, «Ναύαρχος Ουσακόφ».

Από το 1955 άρχισε να δουλεύει στα στούντιο της «Μόσφιλμ» και το 1956 θα εκπλήξει το παγκόσμιο κοινό με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, «Ο 41ος», βασισμένο στο ομώνυμο διήγημα του Μπορίς Λαβρένιεφ . Η ταινία ήταν μια τραγική ιστορία αγάπης στην Κεντρική Ασία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου που ξέσπασε στη Σοβιετική Ένωση λίγο μετά την Μπολσεβίκικη Επανάσταση.  Κέρδισε ένα ειδικό βραβείο στο 10ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 1956 για το «γνήσιο σενάριό του, τον ανθρωπισμό και την υψηλή ποίηση». Η επόμενη ταινία του Τσουχράι, «Μπαλάντα για έναν στρατιώτη»(1959) θεωρείται μια από τις καλύτερες αντιπολεμικές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου .Είναι μια απλή και ανθρώπινη ιστορία ενός νεαρού στρατιώτη σε μια σύντομη άδεια, εντυπωσιακά διαφορετική από τις βαριές σοβιετικές πολεμικές ταινίες της προηγούμενης εποχής. Η ταινία ξεχωρίζει όχι μόνο για τη σκηνοθετική τεχνική της, αλλά και για τις συγκλονιστικές ερμηνείες των  Βλαντίμιρ Ιβασόφ, Ζάνα Προχορένκο και Γιεβγκένι Ουρμπάνσκι. Ο τελευταίος ερμήνευσε επίσης εκπληκτικά τον πρωταγωνιστικό στην επόμενη ταινία του Τσουχράι «Καθαρός ουρανός»(1961). Ο ήρωάς είναι ένας γενναίος σοβιετικός πιλότος που καταρρίφθηκε και συνελήφθη από τον εχθρό. Στις μέρες του Στάλιν, η σύλληψη ισοδυναμούσε με δειλία, οπότε όταν επαναπατρίζεται μετά τον πόλεμο, αποβάλλεται από το Κόμμα. Μόνο με το θάνατο του Στάλιν αποκαθίσταται η φήμη του.

Ακολούθησαν το προκλητικό δράμα «Μια φορά κι έναν καιρό μια γιαγιά κι ένας παππούς…» (1965) και το ντοκιμαντέρ «Μνήμη»(1969) που δεν ήταν αρεστό στις σοβιετικές αρχές, με αποτέλεσμα ο Τσουχράι να μην κάνει  άλλη ταινία μέχρι το 1978.

Ανάμεσα στα 1966 – 1971 ο Τσουχράι δίδαξε στο Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, ενώ, επί δέκα χρόνια καθοδηγούσε την πειραματική καλλιτεχνική ομάδα της «Μόσφιλμ».Οι επόμενες ταινίες του «Μια ασυνήθιστη ιστορία» και «Η ζωή είναι ωραία»(1980) -η τελευταία είναι μια συμπαραγωγή με την Ιταλία η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τη ομώνυμη βραβευμένη ταινία του Ρομπέρτο Μπενίνι – δεν κατάφεραν να πετύχουν την απήχηση της πρώιμης δουλειάς του. Το 1985 γύρισε την τελευταία ταινία του ,«Θα σας μάθω να ονειρεύεστε», αφιερωμένη στο μεγάλο Σοβιετικό σκηνοθέτη Μαρκ Ντονσκόι.

Αυτό που εντυπωσίασε το κοινό στις πρώτες και καλύτερες ταινίες του Τσουχράι ήταν η αναζωογονητική, μη-θεωρητική του ματιά στους πραγματικούς ανθρώπους και τα προβλήματά τους – σε πλήρη αντίθεση με τον σοβιετικό κινηματογράφο, στον οποίο κυριαρχούσαν τα αγιογραφικά πορτραίτα των ηγετών του κόμματος και των ηρώων του πολέμου. «Οι ρωσικές ταινίες είχαν πάντα μεγάλο πλήθος στρατιωτών, σκηνές μάχης και ανθρώπους που έδιναν τη ζωή τους για τη μητέρα πατρίδα», παρατήρησε ο Τσουχράι. «Αποφάσισα να κάνω μια ταινία για το τι συμβαίνει όταν ο κόσμος χάνει ένα άτομο» δήλωσε για το αριστούργημα του «Η μπαλάντα ενός στρατιώτη».

Όταν ήταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Μόσχας το 1963, η κεντρική επιτροπή του κομμουνιστικού κόμματος τον πίεσε να μην δώσει το μεγάλο βραβείο στην ταινία του Φελίνι, «8 ½», επειδή ο Χρουστσόφ είχε αποκοιμηθεί κατά τη διάρκεια μιας προβολής. “Τους είπα, ίσως ήταν κουρασμένος. Έχει τόση δουλειά να παρακολουθήσει.” Στη συνέχεια του απαγορεύτηκε να ταξιδέψει στο εξωτερικό για αρκετά χρόνια. Παρά τις συγκρούσεις του με το κομμουνιστικό κόμμα, παρέμεινε μέλος του κόμματος μέχρι το θάνατό του, εξισορροπώντας τις κριτικές για τη σκληρότητα του σοβιετικού συστήματος με επαίνους για τα βιομηχανικά και κοινωνικά του επιτεύγματα.

Ο Τσουχράι απέκτησε ένα γιο ,τον Πάβελ  , έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ρωσικής γενιάς σκηνοθετών και ο «Κλέφτης» που σκηνοθέτησε το 1997 ήταν υποψήφιος για Οσκαρ ξένης ταινίας.