• Σενάριο: Olivier Assayas και Dan Franck (με βάση μια ιδέα του Daniel Leconte)
  • Φωτ: Yorick Le Saux και Denis Lenoir
  • Ερμ:Édgar Ramírez (Ilich Ramírez Sánchez/“Carlos”), Juana Acosta (Carlos’s Girlfriend), Alexander Scheer (Johannes Weinrich), Nora von Waldstätten (Magdalena Kopp), Ahmad Kaabour (Wadie Haddad), Christoph Bach (Hans-Joachim Klein/“Angie”), Rodney el-Haddad (Anis Naccache/“Khalid”), Julia Hummer (Gabriele Kröcher-Tiedemann/“Nada”), Rami Farah (“Joseph”) and Zeid Hamdan (“Youssef”).
  • Διάρκεια: 330 λεπτά (υπάρχει και μια συντομότερη εκδοχή 165 λεπτών)

Ένας θρύλος του αντάρτικου πόλης, ο  Ilich Ramírez Sánchez ,γνωστός ως  “Carlos”, βρισκόταν στο επίκεντρο της διεθνούς τρομοκρατίας επί 20 χρόνια όντας ο πιο καταζητούμενους άνθρωπος του πλανήτη. Ένα ιδιότυπο κράμα ακραίου ακτιβιστή  και τυχοδιωκτικού μισθοφόρου, πουλούσε τις αιματηρές του υπηρεσίες σε πολιτικές οργανώσεις στη Μέση Ανατολή, οικοδομώντας ταυτόχρονα το δικό του τρομοκρατικό δίκτυο. Ανάμεσα στο 1974,  όπου προσπάθησε να δολοφονήσει έναν Βρετανό επιχειρηματία στο Λονδίνο και στο 1994, όταν συνελήφθη στο Χαρτούμ, έζησε πολλές ζωές κάτω από διάφορα ψευδώνυμα, υφαίνοντας τις περιπλοκές της διεθνούς πολιτικής σκηνής.

Ο  Olivier Assayas  [ «Irma Vep» (1996), «Demonlover» (2002), «L’Heure d’été» (2008) ] , γύρισε τον “Carlos” αρχικά ως  σειρά τριών επεισοδίων για τη γαλλική τηλεόραση, με συνολική διάρκεια 5,5 ωρών. Αργότερα προβλήθηκε στους κινηματογράφους μια συνοπτική  εκδοχή 165 λεπτών .

Ο αφηγηματικός ιστός υιοθετεί την κλασική δομή του παλαιού τύπου γκαγκστερικού δράματος : άνοδος, αιχμή και πτώση, που αντιστοιχούνται σε  τρία τεκμηριωμένα γεγονότα.

Το πρώτο είναι η συνάντηση του Carlos με τον Wadie Haddad , έναν από τους ιδρυτές του Αραβικού Εθνικιστικού Κινήματος ο οποίος για μικρό χρονικό διάστημα έγινε ο πνευματικός του πατέρας. Ο Haddad επέτρεψε στον Carlos να εκπαιδευτεί στα στρατόπεδα του , χρηματοδότησε πολλές από τις βίαιες επιχειρήσεις στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή και του πρόσφερε πρόσβαση σε ένα  διεθνές δίκτυο πυρήνων τρομοκρατίας. Αργότερα, όταν οι δύο ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις, ο Carlos χρησιμοποίησε την υποδομή του Haddad προς όφελός του.

Το δεύτερο ,είναι η διαβόητη επιδρομή στη διάσκεψη του ΟΠΕΚ, στη Βιέννη το 1975  ,όπου η ομάδα του Carlos έθεσε σε ομηρεία τους αντιπροσώπους των πετρελαιοπαραγωγών κρατών. Ο Carlos χώρισε  τους ομήρους σε ομάδες ανάλογα με τη στάση τους στο Παλαιστινιακό ζήτημα. Σε μια γωνιά οι ουδέτεροι :Νιγηρία, Εκουαδόρ, Βενεζουέλα, Ινδονησία .Σε άλλη τα φιλικά προσκείμενα έθνη :Ιράκ, Λιβύη, Κουβέιτ, Αλγερία. Σε μια τρίτη οι χώρες που συμπλέουν με τη Δύση :Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιράν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Σε μια εκπληκτικής έμπνευσης και δραματικής έντασης  σεκάνς,ο  Carlos βγάζει από την αίθουσα τον Σαουδάραβα υπουργό  Yamani-τον οποίο έχει ρητή εντολή να εκτελέσει- για μια ιδιωτική συνομιλία. Σε ένα παραλήρημα αυταρέσκειας, απειλών και κολακείας του ζητά να αποδεχθεί την πιθανή εκτέλεση του, καθώς αυτό υπαγορεύει το «μεγαλείο και η αρχοντιά» του αγώνα του !!! Ωστόσο ο ευφυής  Yamani «διαβάζει» σωστά κάτω από τις λέξεις: «Τι παιχνίδι παίζεις;Τι προσπαθείς να κερδίσεις από μένα;» του απαντά. Τελικά  παρακούοντας τις εντολές ο Carlos δεν θα τον εκτελέσει και θα συμβιβαστεί παίρνοντας 20 εκατομμύρια δολάρια , αρκετά για να στήσει στη συνέχεια το δικό του δίκτυο. Η στάση του Carlos θεωρήθηκε “λοιδορία, προδοσία και λιποψυχία” και εκδιώχθηκε από την PLFP. Ωστόσο έγινε διάσημος από τα ΜΜΕ και προσεγγίστηκε επίσημα από διάφορες κυβερνήσεις(Συρία, Λιβύη, Σοβιετική Ένωση) που ενδιαφέρθηκαν για τις υπηρεσίες τους.

Αυτή η ψυχρή ,βίαιη αλλά και μαγευτική  ενότητα σηματοδοτεί στην ταινία το αποκορύφωμα της καριέρας του Carlos αλλά και το σημείο καμπής της τύχης του ,καθώς εκτίθενται η διαυγής πολιτική σκέψη του αλλά και τα ελαττώματα που θα  οδηγήσουν στη μετέπειτα πτώση του.

Το τρίτο γεγονός είναι η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Σε λίγες μέρες όλα άλλαξαν. Οι Σοβιετικοί δεν ήταν πλέον πρόθυμοι να προστατεύσουν τον Carlos και τους συντρόφους του στην Ευρώπη. Η Συρία και η Λιβύη επανεξέτασαν την υποστήριξή της  και το μόνο μέρος στον κόσμο όπου ήταν δεκτός ήταν το Σουδάν. Το 1994, ωστόσο, η DGSE (η Γαλλική Μυστική Υπηρεσία) και η CIA συνήψαν συμφωνία με τη σουδανική κυβέρνηση και ο Carlos εκδόθηκε στη Γαλλία, όπου μέχρι και σήμερα εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης.

Ο «Carlos» δεν είναι ντοκιμαντέρ, αλλά  μια φανταστική αφήγηση της ζωής του Carlos που βασίζεται σε γνωστά ιστορικά γεγονότα, σε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν χωρισμένοι σε κομμουνιστές και ιμπεριαλιστές. Το στυλ του Assayas είναι επηρεασμένο από  μινιμαλιστές, ενδοσκοπικούς δημιουργούς όπως ο Alan J. Pakula, ο Francesco Rossi και Jean-Pierre Melville. Η προσέγγιση του αποφεύγει τον διδακτισμό , δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει ή να καταδικάσει τις πράξεις. Σε ίσες δόσεις είναι ψυχολογική μελέτη χαρακτήρα , γεωπολιτική έρευνα και  πνευματώδης ταινία δράσης .

Ανάμεσα στον δημοφιλή μύθο και στα λιγοστά και αντιφατικά δεδομένα για τον άνθρωπο Ilich Ramírez Sánchez υπάρχει μια τεράστια γκρίζα περιοχή που επιτρέπει σημαντικό περιθώριο για εικασίες. Ο «Carlos» του Assayas δεν είναι η δαιμονική καρικατούρα που δημιουργήθηκε από τα ΜΜΕ .Δεν είναι ο ιδιοφυής εγκληματικός εγκέφαλος ,ούτε  ο κύριος αρχιτέκτονας της διεθνούς τρομοκρατίας, αλλά πιο πολύ θυμίζει αναρχικό ροκ σταρ και playboy. Σε κάποια στιγμή στέκεται με υπερηφάνεια γυμνός μπροστά σε ένα παράθυρο, αποδεικνύοντας τον ανεξέλεγκτο ναρκισσισμό του. Άλλοτε δηλώνει με αυταρέσκεια: «Τα όπλα είναι η επέκταση του σώματός μου». Και σε κάποια στιγμή ειλικρινούς ενδοσκόπησης : «σε τελική ανάλυση, είμαστε απλά πιόνια στο παιχνίδι της ιστορίας».

Ο «Carlos» είναι ένα καλειδοσκοπικό  φιλμ επικών διαστάσεων .Εκτείνεται  σε δύο δεκαετίες, σε μια ντουζίνα  χώρες και ακούγεται μια χούφτα γλωσσών .Μεγάλο μέρος της δύναμης του οφείλεται στην ρωμαλέα σκηνοθεσία του Assayas , στην πιστή αναπαράσταση της εποχής ,στην κινηματογράφηση ευρείας οθόνης, στο ρυθμικό μοντάζ. Όμως αυτό που τελικά καθηλώνει τον θεατή είναι η ηλεκτρισμένη , εκρηκτική   ερμηνεία- σε στυλ «Μεθόδου»- του Edgar Ramirez  που υφαίνει όλες τις πλευρές του χαρακτήρα του Carlos σε ένα , σχεδόν συμπαθές, άτομο. Όμως ποιος τελικά είναι ο Carlos ; Πώς ταιριάζουν οι  πολυεπίπεδες ταυτότητες του; Ιδεολόγος  ή κυνικός μισθοφόρος; Οραματιστής ή ματαιόδοξος μεγαλομανής; Αφοσιωμένος επαναστάτης  ή  υπηρέτης σκοτεινών συμφερόντων;Q&A with Olivier Assayas | Anthem Magazine

Olivier Assayas(1955- )

Ο Olivier Assayas, γιος του γνωστού σεναριογράφου Jacques Rémy ,εμφανίστηκε ως σκηνοθέτης στη Γαλλία στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, αφού πρώτα ήταν συντάκτης στο «Cahiers du cinéma» μεταξύ 1979 και 1985. Αυτή η δραστηριότητα προκαλεί έναν προφανή παραλληλισμό με τους σκηνοθέτες της «Νouvelle vague», που στη δεκαετία του 1950 χρησιμοποίησαν το θρυλικό περιοδικό ως χώρο εκπαίδευσης για την μετέπειτα σκηνοθετική τους καριέρα. Το ίδιο έκανε και ο Assayas, ο οποίος χρησιμοποίησε αυτά τα χρόνια για να διατυπώσει προσωπικές ηθικές και αισθητικές επιλογές. Δημοσίευσε εκτενείς μελέτες για αμερικανικές ταινίες τρόμου και τον κινηματογράφο του Χονγκ Κονγκ. Ήταν τότε ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους σκηνοθέτες που εστίασε την προσοχή του στο νέο κύμα του ασιατικού κινηματογράφου  και  μάλιστα γύρισε ένα ντοκιμαντέρ στον Ταϊβανό auteur Hou Hsiao Hsien. Στην Κίνα  συνάντησε τη ηθοποιό Maggie Cheung, την οποία παντρεύτηκε και αργότερα σκηνοθέτησε στην «Irma Vep», μια τολμηρή παραλλαγή της κλασσικής σειρά του Feuillade, που παρουσιάστηκε στις Κάννες το 1996.

Περνώντας  από τη θεωρία στην πράξη, ο Assayas ξεχώρισε σύντομα χάρη στις ταινίες μικρού μήκους του και με τη δουλειά του ως σεναριογράφος στο «Rendez-vous»(1985), του André Techiné. Τον επόμενο χρόνο, ολοκλήρωσε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Désordre», ένα πορτρέτο βασανισμένων νέων ανθρώπων στην οποία φανερώθηκε και το πάθος του για τη ροκ μουσική. Έχοντας επαινεθεί για την κομψότητα της σκηνοθεσίας του, ο Assayas διακρίθηκε επίσης για την καθοδήγηση νεαρών ηθοποιών όπως η Judith Godrèche  στο «Paris s’éveille»(1991) ή η Virginie Ledoyen  στο«L’Eau froide»(1994) σε ιστορίες που συνδυάζουν την συναισθηματική ίντριγκα και τη σύγκρουση των γενεών .Το 1998, το μελαγχολικό «Fin août, début septembre» , με το ζευγάρι Balibar-Amalric, φάνηκε να κλείνει έναν κύκλο.

Ο Olivier Assayas θα προσπαθήσει στη συνέχεια να διευρύνει τον καλλιτεχνικό του ορίζοντα , με φιλόδοξα και εκλεκτικά φιλμ. Το «Aux Destinées sentimentales», ρομαντική τοιχογραφία με την Emmanuelle Béart και τον Charles Berling, που προβλήθηκε στις Κάννες το 2000, διαδέχεται το high-tech θρίλερ «Demonlover» που δίχασε τις Κάννες το 2002. Εξακολουθεί να εκπλήσσει με το μελόδραμα «Clean»(2004) ,συγκινητικό πορτρέτο μιας πρώην ναρκομανούς που αποφάσισε να ανακτήσει την επιμέλεια του γιου της. Η Maggie Cheung κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες . Μετά από το ,γυρισμένο στο Χονγκ Κονγκ, θρίλερ  Boarding Gate (2007) με την Αsia Argento, επέστρεψε στη Γαλλία για να σκηνοθετήσει, στο πλαίσιο μιας συλλογής που ξεκίνησε από το Musée d’Orsay, το «L’Heure d’été», μια οικογενειακή ιστορία με την Juliette Binoche (2008).

Το 2010, παρουσίασε στο Φεστιβάλ των Κανών τον «Carlos», μια συναρπαστική πολιτική ταινία  αφιερωμένη στον τρομοκράτη από την Βενεζουέλα, Illich Ramirez. Το 2012, βυθίστηκε στην Ευρώπη της δεκαετίας του 1970 με τον «Après Mai»,που κέρδισε το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Δύο χρόνια αργότερα προβλήθηκε στις Κάννες το «Sils Maria»,μια εγκεφαλική, δραματικά ισχνή παραβολή πάνω στη ζωή και την Τέχνη.

Το 2017 με το κομψό και αινιγματικό  θρίλερ «Personal Shopper» (2017), κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Σκηνοθέτη στις Κάννες. Το 2018 παρουσίασε το «Double lives» ,μια χαλαρή κομεντί σχέσεων με φόντο τον εκδοτικό κόσμο, ενώ το 2019 επανήλθε με τη κατασκοπευτική ταινία «Wasp Network» που διαδραματίζεται στην κομμουνιστική Κούβα και στο εξωτικό Μαϊάμι .

Η φιλμογραφία του Assayas είναι ευρεία και πολυποίκιλη , διαπερνά εγκάρσια τα είδη χωρίς σαφές σκηνοθετικό ύφος. Στιλιστικά, η αγάπη του για την έντονη κίνηση της κάμερας ,ο κοφτός ρυθμός του μοντάζ και η λεπτή ισορροπία μεταξύ της στέρεης δόμησης και του αυτοσχεδιασμού τον κατατάσσουν στη γενεαλογία της «Νouvelle vague». Αφηγηματικά, ο Assayas έχει δείξει μια προτίμηση στα μικρά θέματα και όχι σε μεγάλες ιστορικές τοιχογραφίες, με εξαίρεση τον «Carlos». Η εστίασή του τείνει να είναι περισσότερο στις οικείες, ασήμαντες στιγμές της καθημερινής ζωής, την ταπεινή υλικότητα και φυσικότητα τους και την ικανότητα τους να αποκαλύπτουν τα ηθικά διλήμματα και τα διφορούμενα συναισθήματα των χαρακτήρων.