• Σενάριο: Jacques Demy
  • Φωτ: Jean Rabier
  • Μουσική: Michel Legrand
  • Ερμ: Jeanne Moreau, Claude Mann , Paul Guers , Henri Nassiet 
  • Διάρκεια: 79 λεπτά

Ο Jean (Claude Mann) είναι ένας  χαμηλόμισθος τραπεζικός υπάλληλος  . Η ζωή του είναι βαρετή αλλά έχει έναν σταθερό ρυθμό που τον κάνει να νιώθει ασφαλής. Μια μέρα ,ο φίλος του Caron (Paul Guers) του προτείνει μια βόλτα  με ένα ολοκαίνουργιο αυτοκίνητο. Πώς το απέκτησε ο Caron; Κερδίζοντας ένα μεγάλο ποσό στη ρουλέτα. Ο Jean γνωρίζει ότι ο τζόγος είναι εθιστικός και καταστροφικός – και ο πατέρας του (Henri Nassiet) ενισχύει αυτήν την άποψη – αλλά ο Caron τον πείθει να επισκεφθούν μαζί το καζίνο. Σε λιγότερο από μία ώρα κερδίζει ένα τεράστιο ποσό . Ο Caron τον προτρέπει να συνεχίσει να παίζει αλλά ο Jean μαζεύει τις μάρκες του και φεύγει καθώς νοιώθει ότι η τύχη του θα τελειώσει. Όμως είναι ήδη δέσμιος της ρουλέτας. Η ζωή του αλλάζει δραματικά ,ο εξοργισμένος πατέρας του  τον διώχνει από το σπίτι.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Jean μεταβαίνει στη Νίκαια. Νοικιάζει ένα δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο. Αμέσως γίνεται μέλος στο μεγαλύτερο καζίνο της πόλης. Στο τραπέζι της ρουλέτας συναντά τη Jackie (Jeanne Moreau), μια μεσήλικη αλλά αισθησιακή γυναίκα. Η Jackie είχε ένα κακό σερί στη ρουλέτα. Προσελκύονται αμέσως. Του αρέσει η κομψότητα και το στυλ της. Της αρέσει η αφέλεια και η ειλικρίνεια του. Κερδίζουν μεγάλα ποσά και φεύγουν μαζί. Η Jackie τον πείθει  να δοκιμάσουν την τύχη τους στο Μόντε Κάρλο, στη Μέκκα των καζίνο και της πολυτέλειας. Αγοράζουν αυτοκίνητο και κατευθύνονται βόρεια. Άραγε η μοίρα τους θα καθοριστεί από το γύρισμα του τροχού της ρουλέτας…;

Jeanne Moreau and Claude Mann, Promenade des Anglais, Nice, France (La baie des anges, 1963) | La baie des anges, Jeanne moreau, Nouvelle vague

Το «λιμάνι των αγγέλων» αποτελεί τη δεύτερη δημιουργία  του Jacques Demy. Είναι μια ταινία με δύο ταυτότητες . Από τη μια είναι ένα ασυνήθιστα κομψό νουάρ που όμως δεν υιοθετεί τις βαριές σκιές και τους εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς. Αντί για σκοτεινά βρώμικα σοκάκια και καπνισμένα μπαρ , η κάμερα επισκέπτεται υπέρλαμπρα καζίνο και χλιδάτα ξενοδοχεία. Ωστόσο ο κυνισμός και η αίσθηση της μοιρολατρίας του νουάρ διαπερνά την ατμόσφαιρα της . Από την άλλη το φιλμ αποπνέει την φρεσκάδα ,την ενέργεια  και την ασέβεια της «Nouvelle Vague».

Ο Jean αρχικά μοιάζει μετρημένος , λογικός. Γνωρίζει ότι στη ρουλέτα κερδίζει πάντα το καζίνο. Κάποια στιγμή ένας παίκτης μπορεί να έχει την τύχη με το μέρος του αλλά πρέπει να καταφέρνει να σταματήσει την κατάλληλη στιγμή, λίγο προτού λειτουργήσουν οι μακρύτερης προοπτικής ,υπέρ του καζίνου, νόμοι. Κατά βάθος όμως νοιώθει ανήσυχος ,ανεκπλήρωτος, άρα   ευάλωτος στη πρόκληση της περιπέτειας ,του ρίσκου. Όταν μάλιστα στην πρώτη επίσκεψη του σε καζίνο βλέπει να «πετούν έξω» την Jackie, έλκεται από τη μυστηριακή της δύναμη. Η συνάντηση τους ,νομοτελειακά θα τους κάνει ζευγάρι.

Η Jackie είναι μια ώριμη femme fatale , μια εθισμένη τζογαδόρος με μια  μίνι ρουλέτα στη τσάντα της. Έχει εγκαταλείψει το άνετο αστικό περιβάλλον της, τον σύζυγό της και το μικρό παιδί της. Η ζωή της υπαγορεύεται από τις ιδιοτροπίες του τροχού της ρουλέτας. «Σε θέλω κοντά μου γιατί μου φέρνεις τύχη!» λέει στον Jean. Όταν τα χάνει όλα  δεν διστάζει να φλερτάρει με έναν άλλο παίκτη για να του αποσπάσει χρήματα ή να κάνει τα γλυκά μάτια στον γκρουπιέρη.  Αφοπλίζει τον θεατή με την ειλικρίνεια της: «λερώνω και προδίδω ότι κι να αγγίζω». Η ερμηνεία της Jeanne Moreau  είναι γεμάτη  ένταση, επικίνδυνο αυθορμητισμό, αρπακτική σεξουαλικότητα. Δίπλα της, ο Claude Mann είναι το ιδανικό συμπλήρωμα: ένας συνηθισμένος νεαρός άνδρας ,ένα εύκολο θήραμα, που χάνει γρήγορα τη ψυχρή λογική του ,μεθυσμένος από τον έρωτα του για αυτήν την παράξενη γυναίκα. Για  μια στιγμή είναι  πλούσιοι. Την επόμενη  τα έχουν χάσει όλα.

Cinéma Lyon : La reprise de l'été : "La Baie des anges" - article publié par Christophe Chabert

Το ξετύλιγμα της αφήγησης είναι εκπληκτικό. Ρέει αβίαστα ,κάθε σκηνή υπαγορεύει την επόμενη με  «αόρατο» μοντάζ. Οι δύο ηθοποιοί μεταφέρουν συναισθηματικό βάθος, η συμπονετική μουσική του Michel Legrand και η μελαγχολική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Jean Raber δημιουργούν οπτική ποίηση. Όλα αυτά τα συστατικά δένονται τέλεια, μεταφέροντας την εναλλασσόμενη   ευφορία και απογοήτευση που ακολουθούν το αποτέλεσμα κάθε περιστροφής του τροχού της ρουλέτας.

Το «λιμάνι των αγγέλων» απεικονίζει μια ζοφερή πλευρά της ανθρώπινης κατάστασης, την ατέρμονη εθιστική συμπεριφορά. Είναι επίσης μια ταινία για τη διαφθορά ,την έκπτωση και την λύτρωση  που αντηχεί ισχυρά  τη θεματολογία του Robert Bresson. Το τέλος της ταινίας είναι ξαφνικό, ευρηματικό, διφορούμενο . Άραγε απεικονίζει τον θρίαμβο της ανθρώπινης θέλησης με το ζευγάρι να κάνει μια νέα «καθαρή» αρχή ;Η μήπως οδηγεί σε μια νέα αναζήτηση ενός «ναού> του τζόγου; Πάντως  η Jackie ξεκαθάρισε νωρίς στον Jean  : «Είμαστε συνεργάτες σε ένα παιχνίδι. Ας το αφήσουμε έτσι.»

Jacques Demy (1931-1990)

Jacques Demy (1931-1990)

 Ο Jacques Demy είναι ένας από τους σπουδαίους ρομαντικούς του γαλλικού κινηματογράφου. Οι πρώτες ταινίες του είναι  μεθυστικές ,  μαγευτικές , συγκινητικές. Ο Demy ξεχωρίζει από τους σύγχρονους του ριζοσπαστικούς διανοούμενους της “Nouvelle vague’’ (Godard, Rivette, Rohmer, Truffaut κ.ά.) ,αλλά οι ταινίες του είναι εξίσου τολμηρές και ευφάνταστες. Ενώ ο Godard και η παρέα  του έσκισαν το βιβλίο των κινηματογραφικών  κανόνων και ανέπτυξαν εντελώς νέα αισθητική , ο Demy άντλησε στοιχεία από τα μιούζικαλ του Χόλιγουντ, τα παραμύθια, τη τζαζ και την όπερα .

Οι ταινίες του Demy κατοικούν σε προσωπικούς και φανταστικούς κόσμους, αυτόνομους και οργανικούς. Η φιλμογραφία του μπορεί να στερείται σταθερής ποιότητας, αλλά όχι σταθερού προσωπικού οράματος: ενώ οι σύγχρονοι του εγκατέλειψαν την ποίηση για την πολιτική, ο Demy παρέμεινε πιστός στον ρομαντισμό των παιδικών του έργων. Τα παραμυθένια θέματα του , η αίσθηση του με το φως, το χρώμα και τη μουσική, και ο αναπολητικός, αθώος τόνος του αποτελούν ένα ισχυρό στιλ υπογραφής. Αυτό δικαιολογεί την ένταξή του στους «auteurs», τουλάχιστον με σημασία, που ορίστηκε από τον Andrew Sarris ως «σκηνοθέτης με ένα εμφανές οπτικό στυλ».  Ωστόσο, ενώ στην αρχή της καριέρας του ο Demy απολάμβανε την κριτική αποδοχή, την έχασε  μετά τον Μάιο του ’68, καθώς οι Γάλλοι κριτικοί αλλά και ο “πατριάρχης”  Godard τον επιτιμούσαν  ως απολιτικό  και αφελή .

Ο Demy σκηνοθέτησε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Lola», το 1961, με τον Anouk Aimée να παίζει την επώνυμη χορεύτρια του καμπαρέ. Το σύμπαν του Demy  αναδύεται πλήρως εδώ. Οι χαρακτήρες ξεσπούν στο τραγούδι ( προσφορά του συνθέτη Michel Legrand). Η πλοκή υπαγορεύεται από την εμμονή του σκηνοθέτη με τη μοίρα και το σκηνικό, όπως και με πολλές από τις ταινίες του, είναι η γαλλική Ατλαντική ακτή της παιδικής του ηλικίας, ειδικά η πόλη του λιμανιού της Νάντ. Στο « La Baie des Anges» ( 1963), με πρωταγωνίστρια την Jeanne Moreau, ο Demy πήγε το θέμα της μοίρας ακόμα παραπέρα, με την ιστορία ενός έρωτα στα τραπέζια της ρουλέτας.

Ωστόσο έγινε ευρύτατα γνωστός για το πρωτότυπο μιούζικαλ του, «Les Parapluies de Cherbourg» (1964), με μουσική και πάλι από τον Legrand. Αν και η ανατροπή των καθιερωμένων ειδών ήταν μια τυπική εμμονή της Νouvelle Vague (κυρίως το υβρίδιο θρίλερ-επιστημονικής φαντασίας του Godard, «Alphaville»), ο Demy αντίθετα επέμενε στην κυριολεκτική αναδημιουργία τους. Η ιδιότροπη ιδέα του τραγουδιστού διαλόγου θέτει τον τόνο για αυτήν την τραγωδία της καθημερινότητας. Η ταινία αποκαλύπτει επίσης το οπτικό στυλ του Demy. Ενώ η «Lola», που γυρίστηκε από τον κινηματογραφιστή του Godard, Raoul Coutard, διαθέτει την ασπρόμαυρη λιτότητα της Νouvelle Vague  , στο «Les Parapluies» Jean Rabier υιοθετεί τον κορεσμένο υπερχρωματισμό σε κάθε λεπτομέρεια :γραβάτες, ταπετσαρία, ακόμη και τα κατάξανθα μαλλιά της Catherine Deneuve. Ο νεαρός, Roland Cassard(Marc Michel), από τη «Lola» επανεμφανίζεται εδώ, και παντρεύεται την Deneuve. Τέτοιες επανεμφανίσεις είναι χαρακτηριστικές στο έργο  του Demy.

Οι επόμενες ταινίες του Demy δεν προσέλυσαν αρκετά το κοινό και δεν κέρδισαν ανάλογη κριτική αποδοχή . Το « Les Demoiselles de Rochefort» (1967), είναι ένα ακόμη ιδιότυπο μιούζικαλ, με πρωταγωνίστρια  τη Deneuve και την πραγματική  αδελφή της Françoise Dorléacμ ως αδελφές που ζουν στην παραθαλάσσια πόλη του Rochefort. Έχει εκπληκτική έγχρωμη φωτογραφία, μερικά από τα καλύτερα γαλλικά τραγούδια της περιόδου, και συναρπαστικά χορευτικά από τον Gene Kelly και τον George Chakiris. Η  Lola επανεμφανίζεται στο νατουραλιστικό δράμα «Model Shop» (1969), την πρώτη του αμερικανική ταινία, με πρωταγωνιστή τον Gary Lockwood ως μπερδεμένο νεαρό αρχιτέκτονα που περιηγείται στους δρόμους του Λος Άντζελες αναζητώντας αγάπη και νόημα στη ζωή. Το «Peau d’Âne» (1970) είναι μια οπτικά υπερβολική μουσική μεταφορά ενός κλασικού γαλλικού παραμυθιού που αναδεικνύει τους αιμομικτικούς τόνους της ιστορίας, με πρωταγωνιστές τους Deneuve, Jean Marais και Delphine Seyrig.

Οι επόμενες ταινίες θεωρούνται λιγότερο αξιόλογες, αλλά ίσως να απαιτούν μια επανεκτίμηση. Ο David Thomson έγραψε για «συναρπαστική εφαρμογή της οπερατικής τεχνικής σε μια ασυνήθιστα σκοτεινή ιστορία» για «Une chambre en ville» (1982). Το «L’événement le plus important depuis que l’homme a marché sur la lune» (1973) είναι μια ενδιαφέρουσα ματιά στις πιέσεις του δεύτερου φεμινιστικού κινήματος στη Γαλλία, και τους φόβους που προκαλεί στους άνδρες .Ο Demy υπήρξε σύζυγος της σκηνοθέτριας Agnès Varda, της οποίας το  «Jacquot de Nantes»(1991), μια κινηματογραφική έκδοση των αυτοβιογραφικών σημειωματάριων του Demy, είναι μια στοργική αφήγηση της παιδικής ηλικίας του Demy και της δια βίου αγάπης του για το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Το σινεμά του Jacques Demy διατρέχεται από ευαισθησία ,ποίηση και αλήθεια που το καθιστούν διαχρονικό  και οικουμενικό .Κι ενώ ακόμη παραμένει υποτιμημένος, ίσως χρειάζεται μια δεύτερη ματιά στη φιλμογραφία του για την ένταξη του στο Πάνθεον των μεγάλων “auteurs” .