• Σενάριο: Michael Mann από τη νουβέλα «The Home Invaders» του Frank Hohimer
• Φωτ : Donald Thorin
• Μουσική: Tangerene Dream;
• Ερμ: James Caan ,Tuesday Weld, Willie Nelson, Jim Belushi , Robert Prosky , Tom Signorelli (Attaglia), Dennis Farina ,Nick Nickeas
• Διάρκεια : 123 λεπτά

Ο Frank (James Caan) είναι ένας εξειδικευμένος κλέφτης κοσμημάτων ,στο Σικάγο. Μεγάλωσε σε ίδρυμα και πέρασε έντεκα χρόνια στη φυλακή. Ο μέντορας του, Okla (Willie Nelson) του έμαθε ότι για να επιβιώνει, πρέπει να μην φοβάται και να μην δείχνει σημάδια ευπάθειας. Αυτή η πεποίθηση τον έκανε «μοναχικό λύκο». Ο μόνος αξιόπιστος φίλος και συνεργάτης του είναι ο Barry (James Belushi), ειδικός στον εξοπλισμό ασφαλείας.

Ο Frank αντιμετωπίζει πρόβλημα όταν δολοφονείται ο κλεπταποδόχος του και χάνει διαμάντια και χρήματα. Στο μονοπάτι της αναζήτησης τους, συναντά ένα αφεντικό του εγκλήματος ,τον Leo (Robert Prosky), ο οποίος οργανώνει μεγαλεπήβολες ληστείες και μισθώνει ανθρώπους για να τις πραγματοποιήσουν. Ως θαυμαστής του Frank, ο Leo του υπόσχεται πως θα γίνει γρήγορα πλούσιος, αν δουλέψει για αυτόν.

Ο Frank επιθυμεί να ζήσει με έναν συμβατικό τρόπο, μακριά από το έγκλημα. Όταν συναντά τη Jessie (Tuesday Weld), ελκυστική ταμία σε ένα ρεστοράν, η προσφορά του Leo αρχίζει να γίνεται ελκυστική. Πιστεύει ότι αν κάνει μια μεγάλη δουλειά για τον Leo, θα μπορούσε να αποσυρθεί σε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Ωστόσο, αυτή η προοπτική δεν θα αρέσει καθόλου στον Leo…Two Cents: THIEF (1981). Two Cents is an original column akin to… | by Austin Vashaw | Cinapse

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Michael Mann ,«Thief» είναι μια άδικα υποτιμημένη ταινία. Κυκλοφόρησε το 1981, και αποσύρθηκε γρήγορα από τους κινηματογράφους. Αν και στην αρχή της καριέρας του, ο Mann δείχνει το έμφυτο ταλέντο του να πλάθει πειστικούς χαρακτήρες , να ταιριάζει τους σωστούς ηθοποιούς με το υλικό του, να δημιουργεί την καθηλωτική ατμόσφαιρα. . Αποτιμά το κλασικό χολιγουντιανό θρίλερ ,ενσωματώνοντας τη σύγχρονη αισθητική  και τη προσωπική θεματολογία του. Και παρά τη σκληρότητα της ιστορίας  δεν γίνεται ποτέ κυνικός ,διατηρεί τον ουμανισμό του.

Ο Mann μας παρουσιάζει τον χαρακτήρα του Frank, σε μια εκπληκτικά ρεαλιστική  σκηνή (που θυμίζει το Rififi του Dassin) ,όπου  ανοίγει ένα χρηματοκιβώτιο με συσκευή φλόγας ακετυλενίου.  Ο Frank είναι μανιακός της ακρίβειας, αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις, τις πιθανότητες, τις κινήσεις του αντίπαλου. Φροντίζει να μην έχει αδύνατα σημεία και δρα αποφασιστικά ,με δαιμονική ενέργεια. Ωστόσο πίσω από το κυνικό προσωπείο του κρύβει την ευάλωτη πλευρά του. Έγινε κλέφτης, γιατί εκεί τον έσπρωξαν οι σκληρές συνθήκες. Αλλά μέσα του σιγοκαίει η επιθυμία να αλλάξει τη ζωή του .

Στην κορυφαία σεκάνς της ταινίας , ο Frank δείχνει στη Jessie το φετίχ του : ένα κολάζ που έφτιαξε στη φυλακή ,που αντιπροσωπεύει την ιδανική φυσιολογική ζωή με φωτογραφίες ενός σπιτιού, παιδιών και μιας συζύγου. Μια σκηνή συγκινητική, αστεία και παράξενη. Ο Mann είναι γνωστός για τα ομιλητικά του θρίλερ με τους στοχαστικούς διαλόγους, και σε αυτή τη σκηνή ο Mann επιτρέπει στην κάμερα να παραμείνει σταθερή σε αυτούς τους ανθρώπους και να τους αφήσει να μοιραστούν εμπιστοσύνη και όνειρα.

Thief (1981) | Prowler Needs a JumpΑυτό που κυρίως διαμόρφωσε τη προσωπικότητα του Frank είναι η έλλειψη «πατρικής φιγούρας» .Μεγάλωσε σε δημόσιο ίδρυμα. Στη φυλακή ο Okla έπαιξε αυτό το ρόλο .Τώρα λίγο πριν την απόσυρση του έρχεται ο φαινομενικά φιλικός Leo που ξέρει πώς να τον στρατολογήσει : «Επίτρεψε μου να γίνω ο πατέρας σου», λέει. «Θα φροντίσω τα πάντα». Και το κάνει. Του εξασφαλίζει πολυτελές σπίτι αλλά και μια παράνομη υιοθεσία . Στον αντίποδα ,ο Frank χάνει την ανεξαρτησία του. Δεν τον αφήνουν να αποσυρθεί. Είναι πολύτιμο αγαθό. Ο Leo του παρείχε την υπέροχη νέα του ζωή. Μπορεί να του την αφαιρέσει εξίσου εύκολα. Οφείλει να πληρώνει και τους διεφθαρμένους μπάτσους , γιατί έτσι λειτουργεί το σύστημα. Ξαφνικά η ζωή του έγινε οδυνηρά πολύπλοκη . Τότε ο Frank πετά το αγαπημένο του κολάζ- ξεχνά τα όνειρα του- ,κόβει τους συναισθηματικούς δεσμούς που τον βαραίνουν  για να παλέψει απερίσπαστος σε μια σκληρή τελική αναμέτρηση ,διεκδικώντας την ελευθερία του.

O Mann ,με τη συμβολή του κινηματογραφιστή Donald Thorin ,πλάθει το Σικάγο με την αισθητική του νεο-νουάρ: η πόλη τη νύχτα ,βρεγμένοι δρόμοι, φώτα νέον που γλιστρούν στην επιφάνεια ενός κινούμενου αυτοκινήτου , όλα με σύνθετες, «ρευστές» κινήσεις της κάμερας .Το ηλεκτρονικό soundtrack , του θρυλικού γερμανικού electro / ambient group «Tangerine Dream», είναι η συγκολλητική ουσία όλων των δομικών στοιχείων του φιλμ. Η επίμονη, παλλόμενη μουσική προσθέτει ένταση και όγκο στην εικόνα και σε ολόκληρες ακολουθίες ουσιαστικά αντικαθιστά τον διάλογο.

Ο James Caan, σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες του ,ακολουθεί πιστά τους κανόνες της ‘’Μεθόδου”. Ωστόσο  η απόλυτη αποκάλυψη λέγεται Robert Prosky :ήρεμος ,γλυκός και προστατευτικός αλλά και με τεράστια ικανότητα βίας όταν χρειαστεί. Σε μια κοντρ-πλονζέ πλονζέ λήψη ο Leo υψώνεται απειλητικά πάνω από τον πεσμένο Frank. Το ζεστό χαμόγελο του έχει φύγει. Αντικαταστάθηκε από μια παγωμένη αίσθηση θανάτου. Ο Willie Nelson έχει εξαιρετικό αντίκτυπο στον σχετικά μικρό ρόλο του ενώ η ερμηνεία της Tuesday Weld είναι πειστική ,γεμάτη ενσυναίσθηση .

Υπάρχουν δυο λόγοι που το «Thief» του Michael Mann ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα θρίλερ της δεκαετίας του ’80. Το ένα είναι ότι η πόλη του Σικάγο  λειτουργεί ως αληθινός χαρακτήρας αντικατοπτρίζοντας και τη διχασμένη φύση του αινιγματικού κλέφτη: ήρεμη και φιλική την ημέρα , ζοφερή και επικίνδυνη τη νύχτα. Το δεύτερο είναι ότι μερικοί πραγματικοί κλέφτες επιλέχθηκαν ως τεχνικοί σύμβουλοι ή ως ηθοποιοί ,ενώ χρησιμοποιήθηκαν πραγματικά εργαλεία στις σκηνές των  ληστειών. Με τον τρόπο αυτό  το “Thief” δεν είναι μόνο μια απίστευτα κομψή , αλλά και μια εξαιρετικά ρεαλιστική ταινία.

MICHAEL MANN(1943-)

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης , σεναριογράφος και παραγωγός Michael Mann ξεκίνησε την καριέρα του από την τηλεόραση και έγινε ευρέως γνωστός στη δεκαετία του 1980 χάρη στο αστυνομικό σήριαλ «Miami vice».
Η εμφάνιση του ,ως σκηνοθέτη, στον κινηματογράφο έγινε με το «Thief» (1981) με πρωταγωνιστή τον James Caan, μια πολύ ρεαλιστική απεικόνιση των κλεφτών που δρούσαν στο Σικάγο εκείνη την εποχή. Ο Mann χρησιμοποίησε πραγματικούς πρώην επαγγελματίες διαρρήκτες για να διατηρήσει τις τεχνικές σκηνές όσο το δυνατόν πιο γνήσιες. Ακολούθησε το «The Keep» (1983), ένα υπερφυσικό θρίλερ τοποθετημένο ,στη κατειλημμένη από τους Ναζί ,Ρουμανία . Μια φαινομενικά παράταιρη επιλογή στο στυλ του σκηνοθέτη που απέτυχε εμπορικά. Παρόλα αυτά έχει αποκτήσει cult χαρακτήρα μεταξύ των φανατικών θαυμαστών της.
Το 1986, ο Mann ήταν ο πρώτος που έφερε στην οθόνη τον χαρακτήρα του κατά συρροή δολοφόνου Hannibal Lecter,με το «Manhunter».Ήταν μια ανατριχιαστική προσαρμογή του μυθιστορήματος «Red Dragon» του Thomas Harris , στο οποίο πρωταγωνίστησε ο Brian Cox ως ένας πιο «γήινος Hannibal».
Το 1992 κέρδισε ευρεία αναγνώριση με την επική ταινία «Last of the Mohicans», διασκευή του μυθιστορήματος του James Fenimore Cooper. Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του ,που κέρδισαν ευνοϊκές κριτικές, στη δεκαετία του 1990 ήταν το «Heat» του 1995 και του «The Insider» του 1999. Οι ταινίες, στις οποίες συμμετείχαν ο Al Pacino με τον Robert De Niro στο «Heat» και ο Russell Crowe στο «The Insider», παρουσίασαν το ώριμο κινηματογραφικό στυλ του Mann και την επιδεξιότητα στη δημιουργία πλούσιων, σύνθετων ιστοριών καθώς και σκηνοθεσία ηθοποιών.
Με την επόμενη ταινία του, «Ali» (2001), στιβαρή βιογραφία του κορυφαίου πυγμάχου (με πρωταγωνιστή τον Will Smith), άρχισε να πειραματίζεται με τις ψηφιακές κάμερες. Στο crime movie «Collateral»(2004),με τον Tom Cruise στον ρόλο ενός εκτελεστή, ο Mann γύρισε όλες τις εξωτερικές σκηνές ψηφιακά έτσι ώστε να μπορεί να επιτύχει περισσότερο βάθος πεδίου και λεπτομέρεια κατά τη διάρκεια των νυχτερινών σκηνών ,ενώ για τους περισσότερους εσωτερικούς χώρους χρησιμοποίησε κανονικό φιλμ. Στη συνέχεια σκηνοθέτησε το «Miami Vice»(2006), κινηματογραφική εκδοχή του πετυχημένου τηλεοπτικού σήριαλ. Αν και άνευρη , η ταινία σε κάποιες στιγμές δημιουργεί αγωνιώδη ατμόσφαιρα και ένταση.
Το 2009, ο Mann έγραψε και σκηνοθέτησε το «Public Enemies» ,περιγράφοντας το κύμα εγκληματικότητας στην εποχή της οικονομικής Υφεσης της δεκαετίας του 1930. Ο Johnny Depp ερμήνευσε τον John Dillinger και ο Christian Bale τον διώκτη του Melvin Purvis,πράκτορα του FBI.
Τον Μάιο του 2013, ο Mann άρχισε να γυρίζει το θρίλερ, «Blackhat»(2015), στο Λος Άντζελες, την Κουάλα Λουμπούρ, το Χονγκ Κονγκ και την Τζακάρτα. Η ταινία είχε πρωταγωνιστή τον Chris Hemsworth, ως χάκερ που απελευθερώνεται από τη φυλακή για να ακολουθήσει έναν τρομοκράτη ανά τον κόσμο .Το φιλμ ήταν μια κριτική και εμπορική καταστροφή.
Ο Michael Mann παρά τις αραιές εμφανίσεις του έχει αφήσει το στίγμα του στον σύγχρονο αμερικανικό κινηματογράφο. Οι επιρροές του ανιχνεύονται στους «κλασικούς» του χολιγουντιανού θρίλερ : Hawks, Huston, Walsh. Διατηρεί την αμεσότητα, εκσυγχρονίζει την αισθητική αλλά δεν υποκύπτει στον μεταμοντερνισμό που συχνά οδηγεί στην αυτοαναίρεση.
Το κινηματογραφικό του «τοπίο» είναι οι κακόφημοι δρόμοι των αστικών νεο-νουάρ. Η στιλιστική του υπογραφή είναι ο κομψός ρεαλισμός , με εικόνες έντονα επεξεργασμένες που υποστηρίζονται από τη χρήση της δυνατής μουσικής.
Οι πρωταγωνιστές του είναι συνήθως χαρισματικοί και ανεξάρτητοι επαγγελματίες που αγωνίζονται να συμφιλιώσουν την ψυχική τους ζωή με τις επιταγές του εξωτερικού κόσμου. Στις ταινίες του στήνει εντυπωσιακές σκηνές όπου αναμιγνύονται οι δύο αντιτιθέμενες πλευρές της μυθοπλασίας. Για παράδειγμα, στο «Heat», ο αστυνομικός ντετέκτιβ καλεί τον εγκληματία –που θαυμάζει- να συναντηθούν για καφέ, όπου συζητούν τις υποθέσεις τους σαν παλιοί φίλοι.
Συχνά είναι δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ αστυνομικών και εγκληματιών καθώς οι μέθοδοι ,οι πράξεις, η εμφάνιση και οι συμπεριφορές είναι παρόμοιες. Οι πρωταγωνιστές ζουν συχνά παθιασμένα ρομάντζα που διακόπτονται κάτω από τραγικές καταστάσεις κοντά στο τέλος της ταινίας.
Συνολικά, η φιλμογραφία του Mann συνδυάζει την καλλιτεχνικότητα (μέσω της μουσικής, του στιλιζαρίσματος και της συναισθηματικής έντασης) με την έντονη βία και στωικότητα του νουάρ.