• Σενάριο: Claude Miller, John Wainwright (νουβέλα), Jean Herman, Michel Audiard (διάλογοι)
  • Φωτ: Bruno Nuytten
  • Μουσική: Georges Delerue
  • Ερμ: Lino Ventura , Michel Serrault , Romy Schneider , Guy Marchand
  • Διάρκεια: 86 min

Σε μια μικρή γαλλική πόλη, δύο νεαρά κορίτσια βιάσθηκαν και δολοφονήθηκαν. Ο προφανής ύποπτος είναι ένας εξέχων δικηγόρος, ο Jérôme Martinaud(Michel Serrault), που είναι γνωστό ότι βρισκόταν κοντά στον χώρο και στον χρόνο των δύο εγκλημάτων . Παραμονή Πρωτοχρονιάς ,ο επιθεωρητής Gallien(Lino Ventura) τον καλεί στο γραφείο του  και αρχίζει να τον υποβάλλει σε έντονη ανάκριση. Η μαρτυρία του Martinaud είναι γεμάτη από κενά και αντιφάσεις, ωστόσο ο Gallien δεν είναι σε θέση να αποσπάσει την ομολογία του. Ο δικηγόρος φαίνεται να ταιριάζει στο ψυχολογικό προφίλ του δολοφόνου, αλλά τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του δεν είναι αδιάσειστα. Όταν η ανάκριση φαίνεται να οδηγείται σε αδιέξοδο, η σύζυγος του Martinaud παρουσιάζεται στο αστυνομικό τμήμα και κάνει κάποιες συγκλονιστικές αποκαλύψεις …

Εκ πρώτης όψεως, το «Garde à vue» μοιάζει με  συνηθισμένο αστυνομικό  δράμα, με λιπόσαρκη πλοκή. Ωστόσο στην πραγματικότητα είναι μια σκοτεινή και σύνθετη μελέτη για την αυταπάτη και την  εξαπάτηση .Η υποδειγματική σεναριακή και σκηνοθετική του οικονομία  το καθιστούν μια από τις πιο συναρπαστικές αλλά και πιο ζοφερές γαλλικές ταινίες της δεκαετίας του 1980 , σε αντίθεση με το φλύαρο και άνευρο αμερικανικό remake του Stephen Hopkins , «Under Suspicion»(2000).

Η ταινία διαθέτει μόνο τέσσερις βασικούς χαρακτήρες, τους δύο πρωταγωνιστές συν τον βίαιο βοηθό του Gallien, Marcel Belmont (Guy Marchand) αλλά  και την εκλεπτυσμένη αλλά ψυχρή σύζυγο του Martinaud ( Romy Schneider).Ο  ικανός και αποφασιστικός Gallien προσπαθεί με μια σειρά παραπλανητικών ερωτήσεων  να μπερδέψει και να παγιδεύσει τον ύποπτο. Καθώς προχωρούν τα αμείλικτα παιχνίδια μυαλού, ο κατηγορούμενος και ο κατήγορος μας βυθίζουν σε σκοτεινές περιοχές, όπου αμυδρά φωτίζονται  τα ευάλωτα σημεία κάτω από την στιλπνή επιφάνεια τους. Παράλληλα εγείρονται και πολλά ερωτήματα .Πιστεύει  πραγματικά ο Gallien  ότι ο Martinaud είναι ένοχος; Ή σκόπιμα παραπλανά τον εαυτό του για να κερδίσει μια εύκολη νίκη και να αντισταθμίσει τις επαγγελματικές και προσωπικές του αποτυχίες; Βλέπει ο Martinaud την ανασφάλεια του Gallien και την εκμεταλλεύεται  για να αποκτήσει το πλεονέκτημα; Μόνο ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο σε αυτή τη αδιάλλακτη μάχη : ανάμεσα στους δυο αντιθετικά διαφορετικούς άντρες δημιουργείται  μια διπολική σχέση  αντιπάθειας και θαυμασμού .

Ωστόσο ο Gallien φοβάται μήπως παρασυρθεί από λανθασμένες εντυπώσεις και ζητά απεγνωσμένα ένα άλλοθι ή μια εξομολόγηση. Αλλά πώς μπορεί να το αποσπάσει αυτό από ένα πανέξυπνο άνδρα, γεμάτο αντιφάσεις; Η αμφιβολία κυριαρχεί και οι δύο άνδρες επιδίδονται σε ένα παιχνίδι τακτικής, όπου ο «κυνηγός» περικυκλώνει το «θήραμά»  με αδυσώπητη λογική και αυτό προσπαθεί να ξεφύγει, απαντώντας με φράσεις γεμάτες πνεύμα και αλαζονεία. Τελικά  ο Gallien ασυναίσθητα  χειραγωγείται από τον φόβο του να μην χειραγωγηθεί.

Garde à vue - Le cinéma ne se définit pas avec des mots

Το σενάριο του Michel Audiard, δεν αφήνεται στα προφανή. Υπάρχουν γεγονότα, υπάρχουν κίνητρα, υπάρχουν αποδείξεις, αλλά οι ανθρώπινες σχέσεις κυριαρχούν πάνω από όλα αυτά τα ζητήματα. Οι ταλαντεύσεις μεταξύ των ανακρίσεων, των λεπτομερειών των εγκλημάτων και της προσωπικής ζωής του Martinaud δημιουργούν τη συναρπαστική αίσθηση ενός παζλ που τα κομμάτια του επανασυναρμολογούνται ξανά και ξανά.

Οι ερμηνείες των δυο «μονομάχων» είναι μνημειώδεις . Ο Michel Serrault έχει τη μοναδική ικανότητα  να ερμηνεύει διφορούμενους και διπρόσωπους χαρακτήρες. Ενσαρκώνει αριστοτεχνικά  πετυχημένους και πλούσιους άντρες, που όμως ζουν μια  άθλια προσωπική ζωή εξαιτίας κάποιας κρυμμένης ενοχής. Ο Lino Ventura ερμηνεύει με ήρεμη ,υπόγεια δύναμη αλλά και υποδειγματική γκάμα αποχρώσεων,  απαραίτητη για αποφύγει τη σχηματικότητα.

Το «Garde à Vue» ,περισσότερο από αστυνομικό θρίλερ είναι μια μελέτη χαρακτήρων .Κοιτάμε τον ύποπτο από τη σκοπιά του αστυνομικού, μετά από τη πλευρά της γυναίκας του και προσπαθούμε να ανακαλύψουμε όχι μόνο αν είναι ένοχος ή αλλά και τι είδους άνθρωπος είναι . Η, με ακρίβεια ωρολογιακού μηχανισμού ,αφήγηση  αντί να επιλύει ,περιπλέκει ακόμη περισσότερο την υπόθεση. Κι όταν φθάνει το ανατρεπτικό φινάλε ,η έκφραση που είναι χαραγμένη στα φθαρμένα χαρακτηριστικά του Ventura συλλαμβάνει τέλεια αυτό που αισθάνεται και ο θεατής : φρίκη, κατάπληξη, δυσπιστία. Τότε συνειδητοποιούμε ότι η άβυσσος της ανθρώπινης ψυχής παραμένει πάντα ένα αξεδιάλυτο μυστήριο .

Claude Miller, director of "La Petite Voleuse", dies at 70

Claude Miller (1942 – 2012)

O Γάλλος σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος Claude Miller γεννήθηκε σε μια εβραϊκή οικογένεια. Μαθητής του Γαλλικού “Νέου Κύματος”, ο Claude Miller  δέχτηκε την καθοδήγηση από μερικούς  από τους κορυφαίους δημιουργούς του  κινήματος ,εργαζόμενος ως βοηθός τους,  προτού σφυρηλατήσει τη δική του ταυτότητα και αποκτήσει τη φήμη ενός από τους διακεκριμένους Γάλλους σκηνοθέτες .

Το 1976, ο Miller  έκανε ένα ευοίωνο ντεμπούτο με το «La Meilleure façon de marcher», μια σκληρή εξερεύνηση της σεξουαλικής ταυτότητας σε μια καλοκαιρινή κατασκήνωση. Η επιτυχία διασφαλίστηκε από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Patrick Dewaere και τον  αντιεξουσιαστικό τόνο, που εξέφραζε το  πνεύμα , τη διάθεση και τις πεποιθήσεις της εποχής.

Η επόμενη ταινία του, «Dites lui que je l’aime» (1977),  μια προσαρμογή ενός μυθιστορήματος της Patricia Highsmith, καταποντίστηκε . Ο απογοητευμένος Miller σχεδόν παράτησε το σινεμά και για τα  επόμενα τέσσερα χρόνια, εργάστηκε στη διαφήμιση. Επέστρεψε στη σκηνοθεσία μόνο όταν ο παραγωγός Georges Dancigers τον κάλεσε να προσαρμόσει το αμερικανικό μυθιστόρημα «Brainwash» του John Wainwright. Όπως αποδείχθηκε, αυτή η ταινία – «Garde à vue »(1981) – ήταν μια σημαντική κριτική και εμπορική επιτυχία και θεωρείται το αριστούργημα. Ακολούθησε άλλο ένα δημοφιλές αστυνομικό φιλμ, το «Mortelle randonnée» (1983), μία από τις πιο σκοτεινές και αυτό-παρωδικές  ταινίες του , με  ισχυρές ερμηνείες των Michel Serrault και Isabelle Adjani.

Η επόμενη ταινία του, «L’Effrontée» (1985), ήταν ένα στοργικό πορτρέτο της παιδικής εξέγερσης με ισχυρή αντήχηση από το «Les Quatre Cents Coups» (1959)του Truffaut. Ο Miller έμεινε στο θέμα της εφηβείας για τις δύο επόμενες ταινίες του, το «La Petite voleuse» (1988), που αναπτύχθηκε από ένα σχέδιο που δούλευε οTruffaut λίγο πριν από το θάνατό του, και το «L’Accompagnatrice» (1992), το πρώτο ιστορικό δράμα του. Η επισφαλής φύση της παιδικής ηλικίας αναδεικνύεται στο  «La Classe de neige» (1998) , ένα βαθιά ανησυχητικό ψυχολογικό θρίλερ, κάτι που αντιστάθμισε την αποτυχία της προηγούμενης ταινίας του, της ερωτικής κωμωδίας «Le Sourire» (1994).

Το «La Chambre des magiciennes» (2000) είναι,  θεματικά και στιλιστικά, η πιο πειραματική ταινία του Miller, ένα παράξενο σύμφυρμα ονειρικής φαντασίας και ντοκυμαντερίστικου ρεαλισμού. Μετά από αυτή τη ριζική παρέκβαση, επέστρεψε σε ασφαλέστερο έδαφος με το «Betty Fisher et autres histories» (2001), ένα περίπλοκο θρίλερ βασισμένο σε ένα μυθιστόρημα της Ruth Rendell . Ακολούθησε το «La Petite Lili» (2003), μια εκσυγχρονισμένη έκδοση του «Γλάρου» του Anton Chekhov που παράλληλα αποτίει φόρο τιμής στο «La Nuit américaine»(1975) του Truffaut . Στο « Un Secret» (2007), ο Miller στηρίζεται στις αναμνήσεις της οικογένειάς του από τη ναζιστική κατοχή, με τον κύριο χαρακτήρα να βασίζεται στον πατέρα του. Τα προβλήματα υγείας ανάγκασαν τον Miller να συνεργαστεί με τον γιο του Nathan στην επόμενη ταινία του, «Je suis heureux que ma mère soit vivante» (2009), έναν ακόμη οδυνηρό απολογισμό μιας αναζήτησης ταυτότητας. Ακολούθησε από το «Voyez comme il danse» (2011), μια  τολμηρή ,αλλά όχι  απόλυτα πετυχημένη προσπάθεια αποδόμησης του μελιστάλαχτου χολυγουντιανού love story. Το καλοκαίρι του 2011,παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας του, ο Μίλερ κατάφερε να ολοκληρώσει την τελική του ταινία, «Thérèse Desqueyroux» (2012) .

Η φιλμογραφία του μπορεί να χαρακτηριστεί άνιση και περιορισμένη -δεκαέξι ταινίες μεγάλου μήκους, σε μια καριέρα  40 χρόνων. Ωστόσο υπήρξε ένας σκεπτόμενος δημιουργός, επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από τον  μέντορά του François Truffaut.  Η στενή συνεργασία τους  θα τον επηρέαζε πολύ, προσκαλώντας συχνά συγκρίσεις ανάμεσα στο έργο των δύο σκηνοθετών. Παρόλο που και οι δύο  προσελκύονταν από παρόμοια θεματολογία (προβλήματα εφηβείας, αμερικανικά θρίλερ Β-movies κ.λπ.), οι ταινίες του Miller έχουν πολύ πιο σκοτεινές αποχρώσεις και στερούνται τη ζεστασιά και την αισιοδοξία του Truffaut.