• Σενάριο: James Hadley Chase (μυθιστόρημα), Julien Duvivier, René Barjavel
  • Φωτ: Léonce-Henri Burel
  • Μουσική: Georges Delerue
  • Ερμ: Robert Hossein , Jean Sorel , Catherine Rouvel , Georges Wilson , Lucien Raimbourg , Nicole Berger
  • Διάρκεια: 107 λεπτά

Ο Daniel (Robert Hossein) και ο Paul (Jean Sorel)  είναι δύο βιομηχανικοί εργάτες που συμπληρώνουν το εισόδημά τους με  νυχτερινές διαρρήξεις.  Κατά τη διάρκεια μιας ληστείας, ο Paul σκοτώνει έναν άνδρα, ενώ ο Daniel πυροβολείται και συλλαμβάνεται. Δεκατέσσερις μήνες αργότερα, ο Daniel καταφέρνει να δραπετεύσει καθώς μεταφέρεται στη φυλακή και κρύβεται στην Haute-Provence. Εκεί, γνωρίζει τον ηλικιωμένο ιδιοκτήτη ενός απομακρυσμένου πρατηρίου βενζίνης, τον Thomas (Georges Wilson) , που του προσφέρει δουλειά και στέγη . Υιοθετεί ένα  ψευδώνυμο ,αποδέχεται την προσφορά  και γνωρίζει τη  σύζυγο του Thomas, Maria (Catherine Rouvel). Όταν η νεαρή και αισθησιακή γυναίκα ανακαλύπτει το παρελθόν του , τον εκβιάζει ζητώντας του να ανοίξει το χρηματοκιβωτίου του συζύγου της. Από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα είναι ξανά το ίδιο ​​…

Στη Γαλλία, κανείς δεν έκανε φιλμ νουάρ όπως ο Duvivier. Πολλοί ιστορικοί του σινεμά θεωρούν ότι εφηύρε το είδος με το αριστουργηματικό «Pepe le Moko» (1937). Με μια αξιοζήλευτη και λαμπρή καριέρα ο Duvivier γύρισε σχεδόν 70 ταινίες, από τα “Poil de Carotte”  , “La fin du Jour” ή ως το  “Voici le temps des assassins”. Υπήρξε ο ποιητής του σκότους της ανθρώπινης ψυχής, που συνήθιζε να ζωγραφίζει την άβυσσο  της απληστίας και της διαστροφής .

Το «Chair de poule» είναι από τα πιο ξεχασμένα και υποτιμημένα έργα του . Βασίζεται στο  μυθιστόρημα του James Hadley Chase «Come Easy, Go Easy» (1960), το οποίο έχει προφανείς ομοιότητες με το «The Postman Always Rings Twice» του James M. Cain .Η διασκευή του έγινε από τον René Barjavel ο οποίος στη συνέχεια απέκτησε τη φήμη ενός από τους κορυφαίους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας , γνωστός ως ο δημιουργός του «Παράδοξου του παππού», στο ταξίδι στο χρόνο.

Το 1963 ήταν η εποχή της “Nouvelle vague”.Οι  δογματικοί κριτικοί των «Cahiers du Cinéma» λοιδορούσαν ορισμένους βετεράνους σκηνοθέτες αποκαλώντας τους ειρωνικά  “γαλλική ποιότητα”: Julien Duvivier, Claude Autant-Lara, Henri Decoin. Αυτό το μείγμα αδιαλλαξίας και περιφρόνησης  σημάδεψε έντονα μια ολόκληρη γενιά  σινεφίλ, πολύ πέρα από το χρόνο και  τον χώρο.  Ωστόσο εκ των υστέρων αποδεικνύεται πόσο υπερβολική και άδικη ήταν αυτή η κατηγορηματική απόρριψη.

Ο ίδιος ο Duvivier  βρέθηκε στο επίκεντρο σκληρής κριτικής ,κυρίως από τον Truffaut που τον θεωρούσε ξεπερασμένο και χωρίς προσωπικό ύφος. Το «Chair de poule» φαντάζει σαν μια προσπάθεια του Duvivier να αντιμετωπίσει αυτήν την άδικη κριτική και να αποδείξει την καλλιτεχνική του αξία και προσαρμοστικότητα ,απέναντι στην αποδομητική επέλαση της ‘’Νouvelle Vague”. Έτσι όχι μόνο ξεκινά την αφήγηση με μερικά γκoνταρικά , jump-cuts, αλλά την τελειώνει με ένα πλάνο που ουσιαστικά αναπαράγει το φινάλε του «Le Beau Serge» (1958) του  Chabrol.  Προσέλαβε ακόμη και τον Georges Delerue για να ντύσει με το εθιστικό μουσικό μοτίβο του την ταινία .Chair de Poule (1963) - Backdrops — The Movie Database (TMDb)

Ενώ το «Chair de poule» υιοθετεί πολλές από τις συμβάσεις ενός κλασικού φιλμ νουάρ , ήταν εκπληκτικά μοντέρνο και τολμηρό για την εποχή του. Όπως και πολλές από τις ταινίες του Duvivier μετά τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι μια -βουτηγμένη στον πεσιμισμό-  μελέτη για την προδοσία , την απληστία και τη λαγνεία. Ο αδυσώπητος νιχιλισμός της τονίζεται από την  φωτογραφία του εξαίρετου Léonce-Henri Burel που δημιουργεί αποπνικτική αίσθηση κλειστοφοβίας και επικείμενης καταστροφής.

Οι χαρακτήρες του Duvivier είναι είτε αξιοθρήνητοι και πράοι (Daniel, Tomas) ή συνειδητά κακοί(Maria, Roux, Paul). Στο κέντρο του δράματος βρίσκεται ένας αντι-ήρωας που παγιδεύεται στο δίκτυ που περιστρέφεται γύρω από μια γυναίκα-αρπακτικό,  που  το βασικό κίνητρο της είναι η απληστία, όχι η ερωτική έλξη. Ο Daniel (ένας έξοχος Hossein) , έχει ένα προσωπικό κώδικα ηθικής , πιστεύει στην ανδρική φιλία και αλληλεγγύη. Καλύπτει τον σύντροφό του, δραπετεύει και προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεκινήσει μια νέα ενάρετη ζωή.  Είναι διαρρήκτης, όχι φονιάς . Αλλά όταν η Maria μπαίνει στη ζωή του η μοίρα  έχει ήδη μοιράσει το θανατηφόρο χαρτί της. Η  femme fatale της Rouvel  εκπέμπει επιθετικό  αισθησιασμό , χρησιμοποιώντας την αποπλάνηση ως το ανίκητο όπλο της. Ωστόσο τις εντυπώσεις κερδίζει ,κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη, ο ανατριχιαστικά παρασιτικός Roux, τον οποίο ερμήνευσε απολαυστικά ο Lucien Raimbourg.

Ο Duvivier δεν αφήνει ποτέ την ιστορία να παραμείνει στατική , βαλτωμένη. Αποφεύγει όλες τις εύκολες διεξόδους, όλα τα σεναριακά κλισέ του Χόλιγουντ. Υπάρχει πάντα μια νέα ανατρεπτική προσθήκη στην ιστορία που αλλάζει τα δεδομένα, ασταθείς χαρακτήρες μπαίνουν στο κάδρο ή επανέρχονται για να διατηρήσουν την εκκρεμότητα και την ασυμμετρία.

Από οπτική άποψη το φιλμ εκκινεί από  την κλασική περιοχή του νουάρ με τη νυχτερινή διάρρηξη υπό καταρρακτώδη βροχή. Στη συνέχεια όμως οι Duvivier και Burel  μας μεταφέρουν στην ύπαιθρο  ,σε συνθήκες ημερήσιου φωτισμού . Όμως  ποτέ δεν διαλύεται η αίσθηση της κλειστοφοβίας , η ατμόσφαιρα είναι σταθερά πνιγηρή και μολυσμένη .

Εντυπωσιακά ερμηνευμένο και ρωμαλέα σκηνοθετημένο, το «Chair de poule» είναι ένα κυνικό, ζοφερό  φιλμ που θυμίζει ραδιενεργό υλικό ,στα όρια της κρίσιμης μάζας του . Από τη  βροχερή αρχή έως το εκρηκτικά ειρωνικό φινάλε, όλοι οι χαρακτήρες έλκονται αναπότρεπτα από το πεπρωμένο τους προς το πεδίο της καταστροφής. Οι τελικές εικόνες μοιάζουν θαρρείς βγαλμένες από τον προθάλαμο της κόλασης.

Julien Duvivier (1896- 1967)

O Γάλλος σκηνοθέτης Julien Duvivier υπήρξε ένας από τα «πέντε μεγάλους» του γαλλικού κινηματογράφου στη δεκαετία του 1930( μαζί με τους Jean Renoir ,Rene Clair, Marcel Carné, Jack Feyder). Ta  μοιρολατρικά δράματα του καθιέρωσαν  μια αισθητική που ονομάστηκε «ποιητικός ρεαλισμός», που υπήρξε  πρόδρομος του φιλμ νουάρ.

Η καριέρα του Duvivier διήρκεσε σχεδόν μισό αιώνα και περιλαμβάνει 67 ταινίες . Το 1918, άρχισε να εργάζεται για τον κινηματογράφο, ως σεναριογράφος και βοηθός σκηνοθέτη με δασκάλους όπως ο Louis Feuillade και ο Marcel L’Herbier. Η πρώτη του ταινία, «Haceldama ou le prix du sang» (1919), ήταν μια ανεπιτυχής προσπάθεια. Στη δεκαετία του 1920 αρκετές από τις ταινίες εξέφραζαν μια θρησκευτική ανησυχία: «Credo ou la tragédie de Lourdes», «Labbé Constantin» και «La Vie miraculeuse de Thérèse Martin». Η πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία του ήρθε το 1925, με την οδυνηρή προσαρμογή του «Poil de Carotte» του Jules Renard (το οποίο ξαναγύρισε το 1932).

Τη δεκαετία του 1930 ο Duvivier έγινε μέλος της εταιρείας παραγωγής, «Film d’Art», που ιδρύθηκε από τον Marcel Vandal και τον Charles Delac και εργάστηκαν ως ομάδα επί 9 χρόνια. Με την άφιξη του ήχου, η καριέρα του Duvivier εκτοξεύθηκε. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του ήταν το «David Golder» (1930), με πρωταγωνιστή τον βετεράνο ηθοποιό Harry Baur. Ο Baur θα ερμήνευε τον επιθεωρητή  Maigret στο υπέροχο «La Tête d’un home»(1933), μια από τις πρώτες διασκευές μυθιστορήματος του Georges Simenon. Ο Baur εμφανίζεται επίσης στο «Un Carnet du Bal» (1935), την πρώτη και πιο πετυχημένη προσπάθεια του Duvivier σε σπονδυλωτή ταινία , όπου η Marie Bell, εντοπίζει όλους τους άντρες της κάρτας χορού της με τους οποίες είχε χορέψει πριν 20 χρόνια.

Το 1936 παρουσίασε το «Le Golem» (1936), remake μιας παλαιότερης γερμανικής ταινίας τρόμου αλλά και το εξαιρετικό «La belle équipe» ,στο οποίο πέντε άνεργοι κερδίζουν το τζακπότ  και αποφασίζουν να αγοράσουν μαζί ένα παραθαλάσσιο καφέ / αίθουσα χορού. Ωστόσο η  ζηλοτυπία γύρω από μια γυναίκα, προκαλεί εμπλοκή  στο εγχείρημα.

Ένας ακόμη ηθοποιός που θα καταξιωθεί χάρη στον Duvivier ήταν ο Jean Gabin, με ταινίες όπως «Maria Chapdelaine» (1934),«La Bandera» (1935), «La Belle équipe» (1936) και «Pépé le Moko» (1937).

Ο Duvivier (μαζί με τον Marcel Carné και τον Jean Grémillion) ήταν οι σκηνοθέτες που καθιέρωσαν το χαρακτηριστικό στυλ του «γαλλικού ποιητικού ρεαλισμού» και το φιλμ «Pépé-le-Moko» αναφέρεται συχνά ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του. Σε αυτό η κάμερα βυθίζεται στο εξωτικό σκηνικό της αραβικής συνοικίας Casbah στο Αλγέρι για να παρακολουθήσει την πορεία ενός άντρα που είναι εξαρχής ηττημένος από το πεπρωμένο του.

Το 1938 ο Duvivier έκανε την πρώτη του αμερικανική ταινία «The Great Waltz», βιογραφική ταινία για τον Johann Strauss, Το 1939, επέστρεψε στη Γαλλία, και σκηνοθέτησε το «La Fin du Jour», όπου μια ομάδα ηθοποιών που ζουν σε ένα οίκο ευγηρίας μιλά συνεχώς για το παρελθόν ,τη δόξα και ή τις αποτυχίες της. Μια πικρή ταινία για τα γηρατειά και την εφήμερη λάμψη στον χώρο του θεάματος.

Το «La Charrette fantôme»(1939) ήταν μια ταινία τρόμου προσαρμοσμένη από ένα μυθιστόρημα της Selma Lagerlof ενώ το προπαγανδιστικό«Untel père et fils»(1940), αφηγείται την ιστορία μιας γαλλικής οικογένειας, μέσω τεσσάρων γενεών μεταξύ 1871 και 1939 ,  περιόδου που συγκλονίστηκε από τρεις πολέμους ενάντια στη Γερμανία.

Κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, ο Duvivier έφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες γυρίζοντας πέντε ταινίες μεγάλου προϋπολογισμού :Lydia (1941) , «Tales of Manhattan» (1942) ,«Flesh και Fantasy» (1943) και«The Impostor» (1944),Destiny(1944).

Κατά την επιστροφή του στη Γαλλία, αντιμετώπισε  δυσκολίες στην επανεκκίνηση της καριέρας του. Το «Panique» (1946), μια  επιτομή για τα ταπεινότερα ανθρώπινα ένστικτα, ήταν το πιο προσωπικό, σκοτεινό και μηδενιστικό έργα του. Αυτή η ζοφερή απεικόνιση της ανθρώπινης απληστίας και υστερίας, σόκαρε κριτικούς και κοινό . Ωστόσο σήμερα, θεωρείται  καθαρό αριστούργημα.

Ο Duvivier συνέχισε, παρόλα αυτά, να εργάζεται στη Γαλλία μέχρι το τέλος της ζωής του, εκτός από μια σύντομη περίοδο στη Μεγάλη Βρετανία για να σκηνοθετήσει την «Anna Karenina» (1948) και στην Ισπανία για το «Black Jack» (1950).

Το «Sous le ciel de Paris» (1951) είναι μια ιδιαίτερα πρωτότυπη ταινία όσον αφορά το μοντάζ της , στην οποία παρακολουθούμε -στη διάρκεια μιας μέρας στο Παρίσι- ανθρώπους των οποίων οι δρόμοι θα διασταυρωθούν. Την ίδια χρονιά ο Duvivier έφτιαξε την λαϊκή κωμωδία «Le Petit monde de Don Camillo», με πρωταγωνιστή τον δημοφιλή ηθοποιό Fernandel.  από το βιβλίο του Giovanni Guareschi. Μετά τη μεγάλη της επιτυχία ακολούθησε η συνέχεια της «Le Retour de Don Camillo»(1953).

Στο φιλμ νουάρ«Voici le temps des assassins» (1956) ,ο Jean Gabin είναι ένας αξιοπρεπής εστιάτορας που εξαπατάται από μια κυνική νεαρή γυναίκα. Ο Duvivier συνέγραψε και σκηνοθέτησε δύο ταινίες το 1957: το δράμα «Pot-Bouille» που συνδυάζει τον ζοφερό ρεαλισμό του μυθιστορήματος του Zola με τη δημοφιλή φάρσα (με πρωταγωνιστή τον Gérard Philipe) και το κωμικό θρίλερ «L’Homme à l’imperméable» (με πρωταγωνιστές τους Fernandel και Bernard Blier).

Το « MarieOctobre» (1959) ήταν ένα κομψό φιλμ με υποδειγματικό mise en scène στις ενότητες του χρόνου, του τόπου και της δράσης, που συνέτεινε στη διαμόρφωση μιας διερευνητικής, απειλητικής ατμόσφαιρας.

Το «Le Diable et les dix commandements» (1962) αποδεικνύει την επιδεξιότητα του Duvivier στην κωμωδία ενώ το βαθιά πεσιμιστικό «Chair de poule»(1963) ,υπήρξε η πιο άδικα υποτιμημένη ταινία του.

Κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 1967, καθώς η παραγωγή του «Diaboliquement vôtre» έφτασε στην ολοκλήρωση της, μια ταινία για έναν άντρα που έπαθε αμνησία μετά από αυτοκινητιστικό ατύχημα, ο ίδιος ο Duvivier ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, χάνοντας τη ζωή του.

Αν και αναμφισβήτητα υπήρξε από τους σημαντικότερους Γάλλους σκηνοθέτες δεν κέρδισε ποτέ την αναγνώριση των σύγχρονων του Jean Renoir, Marce Carné και René Clair. Ο κύριος λόγος για αυτό ήταν ίσως η ευελιξία του Duvivier, η ικανότητα και η προθυμία του να αντιμετωπίσει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων ,όχι πάντα της ίδιας αξίας . Στα μεσοδιαστήματα της δημιουργίας ταινιών μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας, ασχολήθηκε με ελάσσονα έργα, συχνά με παραγγελία .

Όπως οι σύγχρονοι του Χόλιγουντ Raoul Walsh, Michael Curtiz και William Wyler, ο Duvivier θα μπορούσε να διαχειριστεί αποτελεσματικά  οποιοδήποτε είδος ,από λογοτεχνικές προσαρμογές (με έργα των Zola, Tolstoy, Simenon και Némirovsky), φιλμ νουάρ , ταινίες ποιητικού ρεαλισμού, σπονδυλωτές ταινίες ,κωμωδίες , βιογραφίες μέχρι και  βιβλικά έπη («Golgotha» ​​του 1935).

Ωστόσο το εύρος και η προσαρμοστικότητα του έγιναν αντικείμενο σκληρής κριτικής από τα «Cahiers du cinema»  και ειδικότερα από τουςTruffaut και Godard , που δεν τον θεωρούσαν auteur εφόσον δεν προέβαλε ένα αναγνωρίσιμο «στυλ Duvivier». Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιοι αποθέωναν τον Howard Hawks που αποτελούσε το Χολιγουντιανό αντίστοιχο του  Duvivier. Παρόλα αυτά ο Jean Renoir και ο Igmar Bergman, τον θεωρούσαν δημιουργό με σπάνιο ταλέντο, όχι μόνο μεγάλο τεχνίτη , αλλά και σπουδαίο ποιητή.

Ο κόσμος του Duvivier είναι συχνά σκληρός και απαισιόδοξος, οδυνηρός και μισανθρωπικός. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του: «Ξέρω ότι είναι πολύ πιο εύκολο να φτιάξεις ταινίες που είναι ποιητικές, γλυκές, γοητευτικές, με όμορφη φωτογραφία αλλά η φύση μου με ωθεί προς το σκληρό, σκοτεινό και πικρό υλικό ».