’’Sweet and Lowdown”. Ο τίτλος  συνοψίζει τα συστατικά στοιχεία  της ταινίας. Αρχικά την Αμερικάνικη τζαζ σκηνή της δεκαετίας του ’30. Μετά τον Emmett Ray(Sean Penn), αυτοαποκαλούμενο «δεύτερο καλύτερο τζαζ κιθαρίστα στον κόσμο» ,συμπλεγματικό  απέναντι στον ήρωά του ,τον τσιγγάνο κιθαρίστα  Django  Reinhardt. Ο Ray είναι ένας χαρισματικός μουσικός, αυτοδίδακτος βιρτουόζος αλλά και προβληματική προσωπικότητα , ανεύθυνος, αλαζόνας, αλκοολικός. Τέλος την αφελή πλύστρα Hattie  (Samantha Morton) ,  ένα σιωπηλό, παθητικό, γενναιόδωρο πλάσμα ,με μια καρδιά που χαρίζει άνευ όρων αγάπη και θαυμασμό στον Ray .

Η ιστορία είναι απλή, καταγράφει τα σκαμπανεβάσματα της σχέσης μεταξύ του Ray  και της αφοσιωμένης  Hattie καθώς και τις διάφορες συναντήσεις τους με καιροσκόπους celebrities  (Umma Thurman ως συγγραφέα που παρασύρει τον Ray μακριά από την Hattie), μαφιόζους ( LaPaglia), ανθρώπους του Hollywood,  μουσικούς. Η αφήγηση  διακόπτεται από «συνεντεύξεις» με τους λάτρεις της τζαζ – συμπεριλαμβανομένου και του Woody – που σχολιάζουν τη ζωή και την τέχνη του Ray και αναπαριστούν τον μύθο της περηφάνειας, της προκατάληψης, της αυτο-εμμονής και της λύτρωσης. Όπως πολλές από τις καλύτερες ταινίες του Allen, έτσι κι αυτή έχει μια παραπλανητικά αναιμική υπόθεση, αστεία και γοητευτική, αλλά φαινομενικά ελαφριά και ασήμαντη . Ωστόσο  στο παροξυσμικό “coda” του φινάλε  ο αυτοκαταστροφικός καλλιτέχνης  αφού εξομολογείται : «Έκανα ένα μεγάλο λάθος…» ,αποκόπτεται από την κιθάρα-προέκταση του σώματος του και χάνεται για πάντα στη λήθη και στο  άπειρο. Μνημειώδης σκηνή που παραπέμπει ευθέως στον στο σπαρακτικό φινάλε του Φελινικού “La strada” .

Ερμηνευτικά ο Penn  είναι απολαυστικός ,τα μάτια του εκπέμπουν γλυκύτητα και αθωότητα όταν παίζει ,η μουσική τον εξαγνίζει, τα δάχτυλά του και το ένστικτό του δημιουργούν ουράνια τζαζ. Όμως όταν η μουσική σταματά, είναι αβοήθητος: δεν έχει ιδέα  από προσωπικές σχέσεις και ο μόνος τρόπος να αναγνωρίσει την αληθινή αγάπη είναι να την χάσει.Τα συναισθήματά του είναι κλειδωμένα τόσο βαθιά, δεν ξέρει πού να τα βρει.

Από την μεριά της η συγκλονιστική Morton  αποκαλύπτει τη δύναμη της σιωπής , της ηρεμίας και της ήσυχης παρουσίας της χρησιμοποιώντας τα μάτια της για να μεταφέρει το νόημα, αναβιώνοντας τις τεχνικές του βωβού κινηματογράφου. Τελικά ο όρος «Lowdown» θα μπορούσε να δηλώνει την  εντύπωση της αποστροφής που προκαλεί ο χαρακτήρας του Ray ενώ το «Sweet» να σηματοδοτεί την ανθρώπινη θέρμη που εκπέμπει η Hattie.

Ο Woody Allen  δεν είναι μείζων δημιουργός με πρωτογενή πυρήνα. Ούτε Bergman ούτε Fellini, για να αναφέρουμε δυο δημιουργούς από τους οποίους έχει φανερά επηρεαστεί. Ωστόσο τα δάνεια του από αυτούς τους μέγιστους auteurs είναι δημιουργικά ενταγμένα στο προσωπικό του ύφος. Η αγάπη και η γνώση του για τη τζαζ έχουν δημιουργήσει ένα αληθινά καλλιτεχνικό πάντρεμα με τις εικόνες του.

Το «Sweet and Lowdown» είναι μια έξοχη ντοκυμαντερίστικη ψευδο-βιογραφία που μιλά για την αντίφαση ανάμεσα στην αυθεντικότητα της δημιουργίας και το επίπλαστο της προσωπικής ζωής του καλλιτέχνη ,για την αξία της αφοσίωσης και της ανόθευτης αγάπης. Και πάνω από όλα αυτά είναι  μια μελαγχολικά γλυκόπικρη ωδή στον ουμανισμό.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κάθεται, γυαλιά, τηλέφωνο, πίνακας και εσωτερικός χώρος

WOODY ALLEN(1935-)

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Woody  Allen ξεκίνησε ταπεινά την καριέρα του ως ερανιστής ευφυολογημάτων  σε ανώδυνες κωμωδίες για να εξελιχθεί με τα χρόνια σε πολυδιάστατο auteur. Στο έργο του υπάρχουν αντηχήσεις από τους αδελφούς Μαρξ ,τον Μπέργκμαν ,τον Φελίνι ,τον Τσέχωφ ,αλλά παρά τον συγκερασμό υφών και αντιλήψεων το έργο του είναι μοναδικό , πρωτότυπο και αναγνωρίσιμο. Δημιουργεί μια οικειότητα και μια αμεσότητα με “de profundis” εξομολογητικό λόγο προκαλώντας ένα είδος αμοιβαίας ψυχανάλυσης του ήρωα και του θεατή. Ο σαρκασμός και η ειρωνεία του είναι το είδωλο της απογοήτευσης και της οδύνης του σύγχρονου ανθρώπου.

To  σκηνοθετικό ντεμπούτο του Allen υπήρξε η γκανγκστερική παρωδία «Take the Money and Run»(1969) στημένη σαν ντοκιμαντέρ, με συνεντεύξεις και σκηνές τεκμηρίωσης με flash back. Ταινία άνιση ,χαοτική ,χωρίς ενιαίο ύφος αλλά αφοπλιστικά ξεκαρδιστική.

Στο «Bananas»(1971) ο ήρωας του με κινητήρια δύναμη  έναν τρελό έρωτα καταλήγει πρόεδρος ενός φανταστικού κράτους της Λατινικής Αμερικής. Ντελιριακή κωμωδία πολλών επιπέδων  που σατιρίζει με στιλ αποσπασματικό τόσο τις δικές του ερωτικές νευρώσεις όσο και τα κινήματα της Λατινικής Αμερικής.

 Το «Everything You Always Wanted to Know About Sex»(1971)είναι μια σπονδυλωτή ταινία με πέντε ιστορίες της που αναφέρονται σε πέντε σεξουαλικές… παρεκτροπές! Η ταινία, βέβαια, δεν είναι επιστημονική πραγματεία αλλά σάτιρα ενίοτε άκομψη.

Στο«Play it again, Sam»(1972)ένας δειλός κριτικός κινηματογράφου, έχει μεγάλο πρόβλημα στις σχέσεις του με το άλλο φύλο. Όταν η γυναίκα του τον εγκαταλείπει ψάχνει καταφύγιο στην αγαπημένη του ταινία «Καζαμπλάνκα» καθώς φαντασιώνεται ότι ο Χάμφεϊ Μπόγκαρντ, του δίνει του συμβουλές για τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Συμπαθητική κωμωδία σε σενάριο του Allen, βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του και αξιοπρεπώς σκηνοθετημένη από τον Herbert Ross.

Το «Sleeper» (1973)είναι μια  φουτουριστική κωμωδία , στην οποία ο Allen ακολουθεί το δικό του μυθοπλαστικό πρότυπο ανατρέποντας και  αποδιαρθρώνοντας τους ιδιαίτερους κώδικες και τις συμβάσεις της επιστημονικής φαντασίας.

Στην εξωφρενική κωμωδία «Love and Death»(1975)ένας δειλός άντρας, στη Ρωσία του 19ου αιώνα, στρατολογείται δια της βίας μετά την εισβολή του Ναπολέοντα στην πατρίδα του, ερωτεύεται μία αλλοπρόσαλλη κοπέλα,βρίσκεται μπερδεμένος σε ένα σχέδιο δολοφονίας  του Ναπολέοντα και μετατρέπεται σε «κατά λάθος ήρωα ».

Η αναγνώριση έρχεται με την γλυκόπικρη και βαθιά υπαρξιακή «Annie Hall» (1977), που δημιούργησε ένα νέο είδος ψυχαναλυτικής κωμωδίας , με πειραματική  μη γραμμική αφήγηση και σηματοδότησε τη μετάβασή του από το βασιζόμενο στην μπλόφα και στην παρωδία κωμικό στοιχείο, σ’ εκείνο που χαρακτηρίζεται από ρομαντισμό και από βαθυστόχαστη σοβαρότητα, εγκαινιάζοντας έτσι τη «σοβαρή» περίοδο της καριέρας του.

Το «Interiors» (1978) είναι η πρώτη αμιγώς δραματική ταινία του, μια ενδοσκοπική ματιά στις οικογενειακές σχέσεις, στον πόνο, στην απόγνωση που αποκάλυψε τις μπεργκμανικές επιρροές του .

Ακολούθησε το«Manhattan» (1979)  μια  αυτοβιογραφική ωδή στην αγαπημένη του  Νέα Υόρκη λουσμένη  στη μουσική του George Gershwin , έξοχα κινηματογραφημένη σε ασπρόμαυρο από τον Gordon Willis, όπου η κωμική και η μπεργκμανική  συνιστώσα του συναντήθηκαν  στα μισά του δρόμου.

Η γόνιμη για τον Allen δεκαετία του 1980 ξεκινά με το «Stardust Memories»(1980) που θυμίζει το «8 ½» του Fellini, απεικονίζοντας ένα σκηνοθέτη που καταρρέει ανάμεσα στην επιθυμία του κοινού για κωμωδία και τις δικές του φιλοδοξίες προς ένα πιο πολυεδρικό έργο.

Μια χιουμοριστική και μη ειδυλλιακή ματιά στον έγγαμο βίο είναι το «A Midsummer Night’s Sex Comedy» (1982) ,εμπνευσμένο ο Bergman από το κλασικό «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» του Bergman .

Το «Zelig»(1983) είναι ένα ευρηματικό, πρωτότυπο ψευδο-ντοκιμαντέρ που εντυπωσιάζει λόγω της καυστικότητας ,της ευφυίας και της vintage αισθητικής του. Αναφέρεται σε ένα νευρωτικό και ιδιόμορφο άτομο, που είχε την ικανότητα να παίρνει τη μορφή των ανθρώπων που τον περιβάλλουν.

Στο «Broadway Danny Rose)»(1984)φαίνεται να εγκαταλείπει για λίγο τη διάθεση εσωτερίκευσης και την αμφισβήτηση του εαυτού του και να χαλαρώνει, πλάθοντας μια διασκεδαστική και αστεία ιστορία που περιστρέφεται γύρω από τις κωμικοτραγικές περιπέτειες ενός ατζέντη που υποδύεται ο ίδιος.

Το «The Purple Rose of Cairo» (1985) είναι εμπνευσμένο από την ταινία-ορόσημο του Buster Keaton “Sherlock, Jr”.  Το έξυπνο εύρημά του εκφράζει την απέραντη επιρροή και τη γοητεία του κινηματογράφου ,στον οποίο  ζωή και παραμύθι , πραγματικό και φανταστικό διαπλέκονται αξεδιάλυτα.

Στη «Hannah and Her Sisters»(1986) η αναμέτρηση του σκηνοθέτη με τον Τσέχωφ μας χάρισε ένα  υπέρλαμπρο αριστούργημα με το γνώριμο σύμπαν του σκηνοθέτη: νευρώσεις, σεξ, ανασφάλειες, Εβραίοι, Νέα Υόρκη, οικογένεια, απιστίες, φοβίες, μαύρο χιούμορ. Με την κάμερα στο χέρι ,την αισθητική του «Δόγματος» ,γεμάτη γέλια, δάκρυα και τρυφερότητα, αυτή η ταινία είναι μια επιτομή της καριέρας του.

 Το «Radio Days» (1987) είναι μια τρυφερή κωμωδία, όπου ο Allen «μπαινοβγαίνει», κυριολεκτικά, στα σπίτια οικογενειών της Νέας Υόρκης, την εποχή που το ραδιόφωνο ήταν ο μοναδικός «άρχοντας» του σπιτιού.

Στο σαγηνευτικό «September»(1988) εξετάζει τον πολύπλοκο κόσμο των ανθρώπινων συναισθημάτων και των λεπτών ισορροπιών που τα συγκροτούν ,με ηρωίδα μια ψυχικά ευάλωτη γυναίκα  μπλέκεται σε έναν ολέθριο ιστό πάθους, απάτης και εκμετάλλευσης.

Το «Another Woman» (1988) διερευνά τη ζωή μιας φαινομενικά επιτυχημένης γυναίκας, η οποία αναγκάζεται ν’ αναθεωρήσει τις απόψεις της, καθώς ωριμάζει και συνειδητοποιεί πόσο άδεια είναι η κατά τα άλλα ήρεμη και ασφαλής ζωή της.

Μετά από ένα αδιάφορο σκετς στο σπονδυλωτό «New York Stories)(1989), ακολουθεί η θαυμάσια κοινωνική κομεντί «Crimes and Misdemeanors»(1989) που καταγράφει τη ματαιοδοξία και την αδυναμία των ανθρώπων, οι οποίοι μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα, είτε συμβιβάζονται είτε έρχονται σε αντίθεση με τις ηθικές τους αξίες.

Η δεκαετία του 1990 σηματοδοτεί την ωριμότητα του Allen .Ξεκινά με την αναιμική και παράδοξη κωμωδία φαντασίας «Alice»(1990) που αναμειγνύει την «Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων» και τον «Αόρατο άνθρωπο». Συνεχίζεται με το «Shadows and Fog»(1992) ,όπου συνθέτει το κωμικό με το δραματικό στοιχείο, τις συγκρούσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό, την ανθρώπινη αδυναμία, καθώς και τις υπαρξιακές περιπλοκές της ζωής.

Με το το βιωματικό cinéma vérité «Husbands and Wives»(1992) ξαναβρίσκει τη φόρμα του με θέμα ένα καταρρέοντα γάμο .Tableau vivant της μεγαλούπολης όπου το άγχος συναντά την ματαιοδοξία .

Το «Manhattan Murder Mystery»(1993)-φόρος τιμής στις σπιρτόζικες κωμωδίες και στα φιλμ νουάρ της δεκαετίας του ΄40- είναι μια συναρπαστική ιστορία αστυνομικού μυστηρίου, του οποίου η λύση συμπληρώνεται σαν παζλ, με φαντασία, συμπτώσεις και ανατροπές που προκαλούν άφθονο γέλιο.

Στο «Bullets Over Broadway»(1994) ,μια κωμωδία που διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη του 1920, ο μάνατζερ ενός νεαρού ιδεαλιστή σεναριογράφου βρίσκει χορηγό για το καινούριο του θεατρικό έργο , έναν γκάνγκστερ ο οποίος θέτει ως όρο τη συμμετοχή στην παράσταση της ατάλαντης φιλενάδας του.

Η «Mighty Aphrodite)(1995) είναι μια σπαρταριστή ,προκλητική  κωμωδία με πικάντικες σεξουαλικές περιγραφές που περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα και τις καταστάσεις που δημιουργεί στη ζωή των ανθρώπων, με ευχάριστες ή δυσάρεστες συνέπειες.

Γοητευμένος από την κοσμοπολίτικη αίγλη των μιούζικαλ της δεκαετίας του 1930, ο Allen έφτιαξε τη ρομαντική κομεντί «Everyone Says I Love You»(1996)- με φόντο τη Νέα Υόρκη, τη Βενετία και το Παρίσι -με τραγούδια από κλασικά μιούζικαλ με αναφορά στα αγαπημένα του θέματα, όπως είναι ο έρωτας και οι διαπροσωπικές σχέσεις.

Στην κατάμαυρη αυτοσαρκαστική κωμωδία «Deconstructing Harry)»(1997) τα σατιρικά του βέλη να είναι  οξύτερα από κάθε άλλη φορά.Φανερά επηρεασμένος και πάλι από τον Bergman σκιαγραφεί το προφίλ ενός συγγραφέα, που εξομολογείται: «είμαι άνθρωπος που δεν μπορεί να λειτουργήσει ομαλά στη ζωή, μπορεί όμως στην Τέχνη».

Στο «Celebrity»(1998)ένας αποτυχημένος δημοσιογράφος που θέλει να γίνει συγγραφέας προσπαθεί να μπει στον κόσμο των διασημοτήτων για να προωθήσει το σενάριό του. Χρήμα, διασημότητα, έρωτες.0 κυνισμός αντανακλά ευθέως αυτή την τεράστια σαπουνόφουσκα της κοινωνίας της επιτυχίας και του θεάματος.

Το «Sweet and Lowdown)(1999) είναι μια αριστουργηματική  ψευδο-ντοκυμαντερίστικη βιογραφία που για πολλοστή  μιλά για την αντίφαση ανάμεσα στην αυθεντικότητα της δημιουργίας και το επίπλαστο της προσωπικής ζωής του καλλιτέχνη.

O Allen καλωσόρισε τη να χιλιετία με την καθαρόαιμη κωμωδία «Small Time Crooks»(2000) που θυμίζει τα «Born Yesterday» και «I Soliti Ignoti».

Το «The Curse of The Jade Scorpion»(2001)είναι  μια απολαυστική κωμωδία μυστηρίου, γεμάτη ανατροπές και εξωφρενικές υποθέσεις με φόντο τη τζαζ Νέα Υόρκη του 1940.

Το «Hollywood Ending(2002) είναι μια, πικρή και ειρωνική κωμωδία που σχολιάζει τα παρασκήνια του Χόλλυγουντ και επιτίθεται στον κυνισμό του.

Στο «Anything Else»(2003)ένας φιλόδοξος συγγραφέας, ερωτεύεται κεραυνοβόλα μια ατίθαση νεαρή γυναίκα και τα προβλήματα αρχίζουν… Στο φιλμ αυτό συγκεντρώνονται όλα τα μόνιμα συστατικά του έργου του: το Μανχάταν, ο θάνατος, ο αντισημιτισμός και οι γυναίκες.

Η δραματική κομεντί «Melinda and Melinda»(2004) εξερευνά ξανά τα αγαπημένα του θέματα, στηρίζοντας παράλληλα την θεωρία ότι η ζωή είναι κωμωδία ή τραγωδία ανάλογα με την οπτική του καθενός.

Το γυρισμένο στη Βρετανία «Match Point»(2005)έχει ως ήρωα έναν αριβίστα που επιδιώκει την κοινωνική ανέλιξη με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο. Μια σκοτεινή ταινία για την απληστία, την υποκρισία ,την ενοχή  με επιρροές από Ντοστογιέφσκι .Το «Scoop»(2006) που ακολούθησε είναι μια απλά συμπαθητική κωμωδία, όπου μια αρχάρια, αφελής δημοσιογράφος κι ένας μάγος προσπαθούν να αποκαλύψουν την ταυτότητα ενός «σίριαλ κίλερ» .

Με το «Cassandra’s Dream)»(2007) παραδίδει  μια μεστή, δυνατή και ώριμη ταινία , ένα ακόμη κλασικό δράμα  στηριγμένο στην αρχαία Ελληνική τραγωδία,  σχολιάζοντας συγκλονιστικά την σύγχρονη διάλυση της ανθρώπινης συνείδησης.

Η  νέα δημιουργική τάση του Allen να κινηματογραφεί έξω από τις ΗΠΑ έχει ως απότοκο  την γήινη ισπανική ρομαντική, κωμωδία “Vicky Cristina Barcelona” (2008). Απολαυστικές ατάκες,  αέρινη αφήγηση ,έντονος ερωτισμός αλλά και μια δόση νοσταλγίας και πίκρας.

Το «Whatever Works»(2009)είναι ένα κυνικό και κωμικά ευφυές φιλμ με καταιγισμό από ξεκαρδιστικές ατάκες που εκτοξεύει κατά ριπάς ένας μισογύνης θεωρητικός Φυσικός που αρχίζει να βλέπει τη ζωή πιο ανθρώπινα, χάρη στη σχέση του με μια νεαρή κοπέλα.

Εμπνευσμένη, αστεία κι ευαίσθητη είναι η λονδρέζικη κωμωδία του Allen «You Will Meet a Tall Dark Stranger»(2010) που εικονογραφεί το εφήμερο και το άπιαστο , ανθρώπους ανώριμους κι εγωιστές, αγχωτικούς και  ανικανοποίητους έτοιμους να αγκιστρωθούν από χίμαιρες που όταν εξανεμίζονται τους καθιστούν ακόμα πιο γελοίους και τρομαγμένους.

Στο «Midnight in Paris» (2011) είναι μια εκτυφλωτική και υπερφίαλη  αναστροφή στο χρόνο με θέμα την αγάπη του Allen για την ευρωπαϊκή τέχνη και τον πολιτισμό που εκφράζει ακόμα μια φορά τον αιώνιο έρωτά του για το Παρίσι αλλά και την αθεράπευτη νοσταλγία του για άλλους, περασμένους καιρούς.

Μια χαριτωμένη κομεντί ,δείγμα της αγάπης του Allen για την Ιταλία και τη Ρώμη είναι το «To Rome with Love»(2012), σαφώς επηρεασμένο από το κωμικό στυλ του Μπενίνι που δεν ταιριάζει με αυτό του σκηνοθέτη. Υπό τους ήχους του αθάνατου «Volare»- οι τουριστικές ατραξιόν, τα αρχαία και οι φημισμένες ταράτσες της Ρώμης που βλέπουν στην Πιάτσα ντι Σπάνια, συνθέτουν το σκηνογραφικό φόντο των τεσσάρων, ανεξάρτητων και αυτόνομων ιστοριών.

Στο «Blue Jasmine» (2013) ο Allen  προσαρμόζει στα δεδομένα του το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Γουίλιαμς χαρίζοντας μας ένα έντονο και καθηλωτικό δράμα πάνω στο δίλημμα με το οποίο είναι σήμερα αντιμέτωπος ο άνθρωπος: να διαλέξει το χρήμα και το βόλεμά του ή την αλήθεια του και τα πραγματικά του συναισθήματα.

Ένας ανάλαφρος και ρομαντικός Allen,  επαναλαμβάνει χαριτωμένα τον εαυτό του επικαλούμενος ξανά τον κόσμο της μαγείας  στο «Magic in the Moonlight»(2014)

 Έμπνευσμένο από το ντοστογιεφσκικό «Έγκλημα και τιμωρία» το «Irrational Man» (2015)ανακυκλώνει έξοχα τα μόνιμα φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα του Άλλεν. Η ύπαρξη δεν έχει κανένα νόημα ή λογική. Όλοι υπόκεινται στο εντελώς εύθραυστο απρόοπτο της ζωής. Το “Café Society”(2016) είναι μια νοσταλγική και στιλάτη δραματική κωμωδία ήσσονος αξίας με φόντο την απατηλή λάμψη του αμερικανικού ονείρου φωτισμένη από τα μαγευτικά χρώματα του Βιτόριο Στοράρο.

Με το «Wonder Wheel» (2017) ο Allen επιστρέφει στο Coney Island ( μετά την “Annie Hall’’),για να αφηγηθεί μια ιστορία ρομαντικής προδοσίας –πλημμυρισμένη και πάλι στα υπέροχα χρώματα του Στοράρο- και της σταδιακής διολίσθησης μιας ερωτικής σχέσης από ζωογόνο ελπίδα σε πικρή φενάκη

Στη μελαγχολική κομεντί «A Rainy Day in New York» (2018) ο  Allen (για τρίτη φορά με τον Στοράρο) επανέρχεται στα μόνιμα  του θέματα ,αλλά η κόπωση στο  βλέμμα του είναι εμφανής.

Ο Woody Allen είναι ο αυτοσαρκαζόμενος υπαρξιστής του σινεμά.  Με το ογκώδες και πολυσήμαντο έργο του καθιερώθηκε ως κορυφαίος κωμικός δημιουργός  και ένας από τους αληθινούς καλλιτέχνες της αμερικανικής κινηματογραφίας, γράφοντας και σκηνοθετώντας  με  πρωτοποριακά  χαρακτηριστικά που έσπασαν τις καθιερωμένες αφηγηματικές συμβάσεις και έδωσαν νέα πνοή  στην κινηματογραφική κωμωδία με πρωτοφανή ουσία και βάθος. Τα σατιρικά του βέλη διαθέτουν απίστευτη διεισδυτικότητα και οξύτητα  ενώ το πικρότατο χιούμορ του έχει πανανθρώπινη απήχηση.