• Σενάριο: Tony Kushner, βασισμένο στο «Vengeance» του George Jonas
  • Φωτ: Janusz Kaminski
  • Μουσική: John Williams
  • Ερμ: Eric Bana, Daniel Craig, Ciaran Hinds, Mathieu Kassovitz, Hanns Zischler, Geoffrey Rush, Ayelet Zurer, Michael Lonsdale, Mathiew Amalric
  • Διάρκεια: 167 λεπτά

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1972 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου μία ομάδα Παλαιστινίων, μέλη της οργάνωσης “Μαύρος Σεπτέμβρης”, εισέβαλαν στο Ολυμπιακό χωριό κρατώντας ομήρους 9 ισραηλινούς αθλητές και σκοτώνοντας άλλους 2. Οι διαπραγματεύσεις με τις αρχές δεν κατέληξαν πουθενά και 21 ώρες μετά, στο στρατιωτικό αεροδρόμιο του Μονάχου γράφτηκε ο επίλογος μιας τραγωδίας. Έπειτα από μια αποτυχημένη επιχείρηση των γερμανικών αρχών, όλοι οι όμηροι κατέληξαν νεκροί. Σε απάντηση αυτού του τρομοκρατικού χτυπήματος η Ισραηλινή κυβέρνηση με απόλυτη μυστικότητα οργάνωσε την ανεύρεση και δολοφονία των 13 Παλαιστινίων που φέρονταν ως υπεύθυνοι για το σχεδιασμό αυτής της επίθεσης.

Ο Avner (Eric Bana), ανέλαβε την ηγεσία της μυστικής μοίρας εκδίκησης παίρνοντας οδηγίες από έναν μεσάζοντα ,τον Ephraim (Geoffrey Rush) .Την ομάδα αποτελούσαν ο Robert (Mathieu Kassovitz), ένας κατασκευαστής παιχνιδιών, εμπειρογνώμονας στον αφοπλισμό βομβών  που μετατρέπεται σε κατασκευαστή τους, ο Carl (Ciaran Hinds), που αφαιρεί τα αποδεικτικά στοιχεία μετά από κάθε ενέργεια ,ο Steve (Daniel Craig) ,ένας θερμοκέφαλος εκτελεστής και ο πλαστογράφος, Hans (Hanns Zischler). Ταξιδεύουν με ψεύτικα διαβατήρια και ανακαλύπτουν την τοποθεσία όπου βρίσκονται οι στόχοι , πληρώνοντας ένα σκοτεινό Γάλλο ,τον Louis  (Mathieu Amalric). Αυτός και ο πατέρας του (Michael Lonsdale) διευθύνουν ένα παγκόσμιο κατασκοπευτικό δίκτυο πληροφοριών  και αρνούνται να συνεργαστούν με κυβερνήσεις λόγω των ασαφών κινήτρων τους . Ως αποστασιοποιημένος διαχειριστής που εργάζεται και στις δύο πλευρές του φράχτη, ο βετεράνος Lonsdale κλέβει την παράσταση σε κάθε πλάνο που εμφανίζεται. «Η οικογένεια είναι η μόνη μονάδα για την οποία αξίζει να αγωνιστούμε» λέει αυτός ο απογοητευμένος βετεράνος της Γαλλικής αντίστασης.

Ο Avner και η ομάδα του ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο – από το Παρίσι στο Ντίσελντορφ ,από τη Βηρυτό έως την Αθήνα ,από το Λονδίνο έως τη Νέα Υόρκη – καθώς η επιδίωξη του στόχου του γίνεται εμμονική. Οι  παραλίγο τραγικές αστοχίες , η διάβρωση της συνείδησης και η συνειδητοποίηση ότι από “κυνηγοί” μπορεί να έχουν μετατραπεί σε “θηράματα” μετατρέπουν την αποστολή  σε εφιάλτη. Και ο πιο επικίνδυνος στόχος – που μπορεί και να έχει συμμαχήσει με τη CIA – παραμένει απρόσιτος…

To «Μόναχο» ,βασισμένο στη νουβέλα του Ουγγρο-Καναδού George Jonas, «Vengeance» , τηρεί όλους τους κανόνες του καλού αμερικάνικου  κινηματογράφου: συναίσθημα,  αγωνία,  δράση, όλα στις σωστές δόσεις.  Mε την είσοδο της νέας χιλιετίας , o Steven Spielberg μπήκε  στην περίοδο της ωριμότητας του. Αν και οι ταινίες του δεν έχουν την λάμψη του παρελθόντος, φαίνονται ικανές να συνδυάσουν την σοβαρή και την ψυχαγωγική συνιστώσα του. Παλαιότερα ήταν άκαμπτη η ανάγκη του να διαχωρίσει  το επιπόλαιο από το σημαντικό: το «Raiders of the Lost Ark» ήταν παιδιάστικα συναρπαστικό , ενώ στον αντίποδα το «Schindler’s List» ήταν συνταρακτικά ουμανιστικό . Στο «Μόναχο»  υπάρχει ένας συγκερασμός των δύο τάσεων ,μια ευπρόσδεκτη πολυπλοκότητα του τόνου και της προσέγγισης που αποφεύγει τα οκνηρά στερεότυπα που συχνά περιείχαν οι ταινίες του. Ο σκηνοθετικός χειρισμός του κινείται με άνεση και ευστοχία σε αποχρώσεις του γκρι :στιλιστικά,  θεματικά , ηθικά.

Η δομή του φιλμ αρθρώνεται από  επεισόδια που αντιστοιχούν στη περιοδικότητα και τη ρουτίνα της αποστολής :μάθετε πού βρίσκεται ο επόμενος στόχος, επινοήστε ένα σχέδιο και μετά εκτελέστε το. Όλα γίνονται με μαθηματική ακρίβεια ,με μηχανική αποτελεσματικότητα ,με κλινική ψυχρότητα.

Ωστόσο, σταδιακά αναδύεται η στρατηγική του Spielberg. Απεικονίζει έναν ατελείωτο λαβύρινθο έντασης και βίας ,με τον θεατή να  αισθάνεται ασφυξία στο κέντρο του κύκλου του αίματος. Ο Spielberg  δεν νοιάζεται τόσο  για την επιτυχία της αποστολής των ανδρών, αλλά περισσότερο νοιάζεται για την επίδραση της αποστολής  σε αυτούς. Στην πιο τεταμένη και αριστοτεχνική σκηνή της ταινίας ,ένα μικρό κορίτσι απαντά σε ένα τηλέφωνο γεμάτο εκρηκτικά που προορίζεται σε θανατηφόρα παγίδα για τον πατέρα της.

Το φιλμ είναι ηθικά διφορούμενο,. διαπνέεται από γόνιμη φιλοσοφική και πολιτική σύγχυση, απουσιάζει ο διδακτισμός και η κατήχηση ενός μηνύματος. Ο Spielberg προσπαθεί να παρουσιάσει και τις δύο πλευρές του ζητήματος. Για να ακουστεί και η Παλαιστινιακή άποψη, προβάλει έναν ορθολογιστή τρομοκράτη να  διεξάγει μια ειλικρινή συζήτηση με τον Avner. Του εξηγεί ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν καταφύγει στις μόνες μεθόδους που τους έχουν απομείνει και πώς είναι διατεθειμένοι να περιμένουν όσες γενιές χρειαστεί για να πετύχουν τον σκοπό τους. Σε κάποια άλλη στιγμή ένα μέλος της ομάδας του Avner σχολιάζει: «Κάνουμε αυτό που κάνουν οι τρομοκράτες».

Ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας του φιλμ είναι ο Avner. Στην αρχή, παρασυρμένος από τον πατριωτισμό του ,δεν αμφισβητεί τη δικαιοσύνη των πράξεων του. Αλλά όταν πρόκειται να κάνει την πρώτη δολοφονία, διστάζει. Η σύγχυση του είναι η σύγχυση του Spielberg. Είναι η σύγχυση του πολιτισμένου ατόμου. Πρέπει να τηρήσει το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού»; Αν όχι, ποια είναι η εναλλακτική λύση στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας; Ή μήπως για κάθε νεκρό τρομοκράτη που σκοτώνεται, υπάρχει ένας άλλος – πιθανόν σκληρότερος – που περιμένει να πάρει τη θέση του; Και που τελειώνει αυτό;

Με μια στιβαρή  ερμηνεία o Bana ανιχνεύει την προοδευτική μετάβαση ενός ανθρώπου  από τη βεβαιότητα  στην αμφιβολία, από την καθαρή συνείδηση ​​στους  στοιχειωτικούς εφιάλτες ,από τη λάμψη και τον ενθουσιασμό της νιότης στον βάλτο της ηθικής ασάφειας.

Το «Μόναχο» είναι μια ευφυής, ευαίσθητη  και στοχαστική ταινία, που θέτει συνεχώς δύσκολα ερωτήματα χωρίς να δίνει εύκολες απαντήσεις. Καταδικάζει τη μισαλλοδοξία και τον φανατισμό ,υπενθυμίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής και διαλύει την αυταπάτη ότι η βία μπορεί να γεννήσει ειρήνη.

Blogs - Top Ten Reasons We Can't Get Enough Steven Spielberg - AMC

STEVEN SPIELBERG (1946- )

Όταν θέλουμε να βυθιστούμε στο χαοτικό σύμπαν της ανθρώπινης ψυχής θα δούμε και θα αναλύσουμε ταινίες του Μπέργκμαν, του Αντονιόνι ή του Ρεναί. Αλλά όταν μας πιάσει η ενστικτώδης επιθυμία, που πηγάζει από τα παιδικά μας χρόνια, να πάμε στο σινεμά και να αφεθούμε στους μύθους του, το πρώτο όνομα που θα μας έρθει στο μυαλό είναι του Σπίλμπεργκ.

Αν και ξεπήδησε από το νέο κύμα του αμερικανικού σινεμά στις αρχές των ’70s διαφοροποιήθηκε γρήγορα από το σινεμά της αμφισβήτησης ,στρεφόμενος κυρίως προς το εντυπωσιακό θέαμα και την ψυχαγωγία. Στην πολυποίκιλη φιλμογραφία του ασχολείται και με τα μεγάλα θέματα, όπως ο πόλεμος,  ευαισθητοποιώντας το μεγάλο κοινό με  καθαρότητα στην άποψη και τη σκηνοθεσία. Είναι τρυφερός όταν παρουσιάζει παραμύθια και σοβαρά δυνατός στις αληθινές και ιστορικές ταινίες του , συνδυάζοντας  το φιλελεύθερο πνεύμα, την λαϊκότητα και την δεξιοτεχνία δημιουργών όπως ο Χάουαρντ Χωκς, ο Τζων Φορντ ή ο Φρανκ Κάπρα.

Το εντυπωσιακό ντεμπούτο του υπήρξε η τηλεταινία «Duel » (1971), ένα αγωνιώδες θρίλερ στο οποίο ένας ψυχωτικός οδηγός φορτηγού κυνηγά έναν τρομοκρατημένο οδηγό ενός μικρού αυτοκινήτου.Στο «The Sugarland Express» (1974) κυριαρχεί η αντήχηση από το κλίμα εξέγερσης της εποχής και αποτελεί μια απαισιόδοξη ματιά στην σκοτεινή πλευρά του αμερικάνικου ονείρου.

Ο πρώτος καλλιτεχνικός και εμπορικός θρίαμβος έρχεται με τα «Jaws» (1975).Aστρονομική επιτυχία της εποχής τους, βασίζεται στο πνεύμα των B-movies «τεράτων» της δεκαετίας του ’50, που με τη μοναδική σκηνοθετική μαεστρία του Σπίλμπεργκ μετατρέπεται σε μια από τις πιο ευρηματικές και αγωνιώδεις ταινίες τρόμου όλων των εποχών.Ακολουθεί μια ακόμη εκπληκτική επιτυχία, το «Close Encounters of the Third Kind » (1977), όπου χρησιμοποιεί υπερσύγχρονα ειδικά εφέ για να τεκμηριώσει την ιστορία της επαφής με την εξωγήινη ζωή.

Με την ξέφρενη σουρεαλιστική πολεμική κωμωδία του 1979 “1941”, ο Σπίλμπεργκ έκανε το πρώτο του παραπάτημα, καθώς η αστραφτερή εικόνα είχε αδύναμο περιεχόμενο, παρά την παρουσία των John Belushi και Dan Aykroyd.Γρήγορα όμως, ανέκτησε το χαμένο έδαφος με τους «Raiders of the Lost Ark» (1981), μια περιπέτεια γεμάτη σασπένς, εκστατική δράση και πειστική ρεαλιστική αναπαράσταση που λειτούργησε αρχετυπικά και έγινε μεγάλη παγκόσμια επιτυχία.

Ωστόσο, η επόμενη προσπάθεια του Spielberg ήταν αυτή που εδραίωσε τη θέση του ως τον πιο δημοφιλή σκηνοθέτη της εποχής: ο «E.T.: The Extra-Terrestrial »(1982), η συγκινητική ιστορία ενός αγοριού που παίρνει υπό την προστασία του έναν εξωγήινο επισκέπτη, μια αλληγορία για την αποδοχή της διαφορετικότητας του «Άλλου». Το φιλμ χαιρετίστηκε αμέσως ως κλασικό αριστούργημα και έγινε ένα από τα πιο εμπορικά επιτυχημένα κινηματογραφικά έργα όλων των εποχών.

Μετά την 1η συνέχεια των ‘’Raiders”, «Indiana Jones and the Temple of Doom»(1984),που συνεχίζει επάξια τις απολαυστικές περιπέτειες του ριψοκίνδυνου αρχαιολόγου, ο Σπίλμπεργκ πήγε ενάντια στην τυποποίηση για να γυρίσει το μελοδραματικό αντιρατσιστικό δράμα «The Color Purple»(1985).Το προβλέψιμο και μελοδραματικό πολεμικό έπος «Empire of the Sun» (1987) ήταν η επόμενη ταινία του, μία από τις λίγες εμπορικές απογοητεύσεις του. Παρόμοια μοίρα είχε και το γλυκερά συναισθηματικό «Always» (1989), αλλά ο Σπίλμπεργκ ξαναβρήκε την φόρμα, με την αρωγή του Σον Κόνερυ, στον «Indiana Jones and the Last Crusade»(1989), συνδυάζοντας την αδιάκοπη δράση, τις αναληθοφανείς καταδιώξεις και το χιούμορ.

Εισερχόμενος στην δεκαετία του 90, ο Σπίλμπεργκ πήρε αρνητικές κριτικές με την υπερ-θεαματική αλλά άτονη ταινία φαντασίας «Hook» (1991),αλλά το 1993 πήρε την εκδίκηση του επιστρέφοντας στο είδος της sci-fi περιπέτειας μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μάικλ Κράιτον «Jurassic Park». Με καταιγιστικό αφηγηματικό ρυθμό και επαναστατικά ειδικά εφέ η ταινία έγινε η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών την περίοδο κυκλοφορίας της.

Την ίδια χρονιά με την «Schindler’s List» (1993) πραγματεύεται την θηριωδία του ολοκαυτώματος των Εβραίων από το χιτλερικό καθεστώς και τη σωτηρία κάποιων από αυτούς από τον Γερμανό βιομήχανο Σίντλερ ( αξέχαστη η ερμηνεία του Λίαμ Νίσον), που ενώ αρχικά φέρεται σαν αδίστακτος καιροσκόπος, υφίσταται μία συνειδησιακή μεταστροφή και μετατρέπεται σε σταυροφόρο, που δεν διστάζει να θυσιάσει τον εαυτό του για να σώσει τους άλλους. Μολονότι το σενάριο τον παρουσιάζει λιγότερο πολύπλοκο χαρακτήρα απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα, ο συναισθηματικός και ηθικός αντίκτυπος της ταινίας συγκλονίζει.Το φιλμ αποτελεί το “magnum opus” του δημιουργού, έργο διαχρονικό, εμβληματικό, πανανθρώπινο, μνημειώδες.

Το 1997, σκηνοθέτησε τη συνέχεια «The Lost World: Jurassic Park», σε ύφος πιο τρομακτικό και αλληγορικό από το πρώτο μέρος. Επόμενη ταινία ήταν το «Amistad» (1997)ακαδημαϊκό και πομπώδες, αντιρατσιστικό ιστορικό δράμα που πήρε μικτές κριτικές.

Το 1998, ο Σπίλμπεργκ ασχολήθηκε ξανά με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την ταινία «Saving Private Ryan». Η κινηματογράφηση είναι εντυπωσιακή και ο πόλεμος αποκαλύπτεται με την ρεαλιστική, απάνθρωπη αγριότητά του.Το 2001, σκηνοθέτησε το  απραγματοποίητο σχέδιο του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «A.I. Artificial Intelligence », ένα γυρισμένο με δεξιοτεχνία, αλλά και μελοδραματισμό, κινηματογραφικό παραμύθι για μια μελλοντική κοινωνία όπου τα ρομπότ αρχίζουν να αντικαθιστούν τον άνθρωπο. Εκπληκτική η ερμηνεία του Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ, παλινδρομεί από το αλλόκοτο στο βαθιά παιδικό ή ανθρώπινο, όπως δηλαδή ταιριάζει σε ένα παιδί-ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη και συναισθήματα.

Το «Minority Report»(2002) είναι ένα μείγμα φουτουριστικής περιπέτειας και θρίλερ. Σε ένα κοντινό μέλλον όπου ο αρχηγός του ειδικού σώματος πρόληψης εγκλήματος βρίσκεται ξαφνικά ο ίδιος κυνηγημένος, σε μια σκηνοθετημένη με δεξιοτεχνία, βουτηγμένη σε ζοφερή νουάρ ατμόσφαιρα ταινία.

Ο Λεονάρντο ντι Κάπριο υποδύεται τον πιο ευφυή απατεώνα όλων των εποχών στο «Catch Me If You» (2002), ένα κωμικό κινηματογραφικό παιχνίδι ειδώλων, προσποίησης και μεταμφίεσης. Στο ίδιο μοτίβο ο Τομ Χανκς ενσαρκώνει τον αληθινό ήρωα από Ανατολική χώρα, που έχει εγκλωβιστεί στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, διότι η χώρα του τελεί υπό φασιστικό καθεστώς και δεν του επιτρέπεται  η έξοδος από το αεροδρόμιο ούτε η επιστροφή του πίσω στη χώρα του, στην ανάλαφρη αλληγορία «The Terminal» (2004), φιλμ που στιγματίζει τον ρατσισμό και την ξενοφοβία.

Η επόμενη χρονιά βρήκε τον σκηνοθέτη να καταδύεται ξανά στο είδος sci-fi μεγάλου προϋπολογισμού, με το «War of the Worlds» (2005), μια  φιλόδοξη  προσαρμογή του ομώνυμου βιβλίου του Γουέλς με χορταστική δράση, περίτεχνη σκηνοθεσία, αλλά και ενδιαφέρουσες αναφορές κυρίως στο σύγχρονο κλίμα αντιτρομοκρατικής υστερίας.

Στο «Munich» (2005) κινηματογραφεί με αυθεντικότητα και ρώμη την αληθινή ιστορία της σφαγής των Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μονάχου κατά τη δεκαετία του ’70 από Παλαιστίνιους, που έμεινε στην ιστορία ως  «Μαύρος Σεπτέμβρης».

Το 2008 σκηνοθέτησε την τέταρτη και πιο αδύναμη ταινία της σειράς «Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull» και το 2011 στις «The Adventures of Tintin» εκσυγχρονίζει το ρετρό κινούμενο σχέδιο περιγράφοντας τις περιπέτειες του ριψοκίνδυνου δημοσιογράφου Τεν Τεν και του χαριτωμένου σκύλου του.

Ακολούθησε το πολεμικό δράμα «War Horse» (2011), βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Μάικλ Μορπούργκο, που προσεγγίζει με γνήσια έμπνευση μια δραματική ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 2012 σκηνοθέτησε με ακρίβεια και ωριμότητα το βιογραφικό δράμα δωματίου «Lincoln», εστιάζοντας στους τέσσερις τελευταίους μήνες της ζωής του αγαπημένου προέδρου όλων των Αμερικανών, με τον ερμηνευτικά αξεπέραστο Ντάνιελ Ντέι-Λιούις στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το «Bridge of Spies» (2015) αποτελεί ύμνο για τον Αμερικανό ήρωα της διπλανής πόρτας σε συσκευασία μιας ταινίας κατασκοπείας, ενώ το το «BFG» (2016) είναι μια προσαρμογή ενός αγαπημένου παιδικού βιβλίου του Roald Dahl με πρωταγωνιστή τον Mark Rylance ως τον «μεγάλο φιλικό γίγαντα» του τίτλου. Το «The Post» (2017), διηγείται με συναρπαστικό τρόπο ένα πραγματικό περιστατικό στην ιστορία του αμερικανικού Τύπου της δεκαετίας του 70, κάνοντας μια απροκάλυπτα στρατευμένη πολιτική ταινία.

Ο Σπίλμπεργκ επέστρεψε στην αφήγηση ιστοριών sci-fi μετά από απουσία 13 ετών με το «Ready Player One» (2018). Η ταινία λαμβάνει χώρα σε ένα δυστοπικό 2045 όταν οι κάτοικοι μιας παρακμάζουσας Γης βρίσκουν καταφύγιο στον συναρπαστικό εικονικό κόσμο του OASIS. Ακολουθεί  έναν έφηβο που αγαπά τη δεκαετία του 1980, καθώς το είδωλό του ανταγωνίζεται με άλλους χρήστες για να βρει τον θησαυρό που κρύβεται από τον εφευρέτη της προσομοίωσης.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, μαζί με τους τακτικούς συνεργάτες του Τζορτζ Λούκας και Μπομπ Ζεμέκις αποτελούν τους «παραμυθάδες» του Χόλυγουντ. Ενστάλαξε στο κοινό μια ισχυρή δόση αντι-ελιτισμού ,σαν αντιστάθμισμα στις  «κουλτουριάρικες» ταινίες του ευρωπαϊκού σινεμά  και του «νέου Χόλιγουντ». Επέστρεψε στην απλότητα της δεκαετίας του ’60 παράγοντας αποστειρωμένες εικόνες, αναδόμησε τον θεατή ως παιδί και στη συνέχεια τον κατέκλυσε με ήχο και θέαμα. Από το έργο του έχει εξαλειφθεί ο πεσιμισμός , η ειρωνία ,ο μηδενισμός και η κριτική σκέψη. Από την άποψη του box-office, ο Σπίλμπεργκ είναι ο πιο πετυχημένος σκηνοθέτης όλων των εποχών, αλλά αυτή η ακραία δημοτικότητα αποδείχθηκε επιζήμια για την καλλιτεχνική του φήμη  , καθώς δεν απέκτησε ποτέ το κύρος του Κιούμπρικ ,του Κόπολα  ή του Σκορσέζε.