• Σενάριο: Dwight Babcock / Martin Berkeley / ιστορία του Aubrey Wisberg,
  • Φωτ: Burnett Guffey
  • Μουσική: Hugo Friedhofer
  • Ερμ: Steven Geray, Micheline Cheirel , Eugene Borden, Ann Codee , Egon Brecher, Paul Marion
  • Διάρκεια: 71 λεπτά

 Ο Henri Cassin (Steven Geray) είναι ένας διάσημος παρισινός ντετέκτιβ. Μετά από 11 χρόνια αναβολών φεύγει για διακοπές σε ένα ήσυχο χωριό της Γαλλικής υπαίθρου. Με την άφιξη του υποκύπτει στη σαγήνη της Nanette (Micheline Cheirel),  νεαρής και όμορφης κόρης του πανδοχέα, όπου διαμένει.

Η μητέρα της (Ann Codee) ενθαρρύνει το φλερτ , λόγω του πλούτου και της φήμης του ντετέκτιβ, ενώ η Nanette ονειρεύεται να αρπάξει την ευκαιρία για να ζήσει στο Παρίσι. Ωστόσο ο πατέρας της (Pierre Bordin) επιμένει ότι το ζευγάρι αυτό είναι ηλικιακά αταίριαστο και η κόρη του  πρέπει  να συνεχίσει την μακροχρόνια δέσμευσή της με τον Leon (Paul Marion), έναν αρρενωπό αλλά φτωχό αγρότη. Παρόλα αυτά ,μητέρα και κόρη προχωρούν το σχέδιο τους και σύντομα ο  Cassin ζητά τη Nanette σε γάμο . Τη νύχτα του αρραβώνα , ο εξοργισμένος Leon  ξεσπά σε απειλές και φεύγει  από το πανδοχείο ,με  τη Nanette να τον ακολουθεί.

Μετά από μερικές μέρες εξαφάνισης βρίσκονται νεκροί η  Nanette  στο ποτάμι και   ο Leon στο αγρόκτημα του . Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο τρομακτική όταν εμφανίζονται σημειώματα που απειλούν :«Θα υπάρξει κι άλλη δολοφονία». Οι προσπάθειες του Cassin να αποκαλύψει τον δολοφόνο οδηγούν σε συγκλονιστικές αποκαλύψεις που δημιουργούν πολλά ερωτήματα σχετικά με τη φύση της ανθρώπινης συνείδησης…

Ο Joseph H. Lewis υπήρξε ένας κατεξοχήν σκηνοθέτης των b-movies που συχνά κατηγορήθηκε  ότι το  στυλ  των ταινιών του υπερείχε  από το περιεχόμενο τους.  Ήταν γνωστός ως «Wagon-Wheel-Joe» από τη συνήθεια του να κινηματογραφεί μέσα από αντικείμενα, ιδιαίτερα τροχούς βαγονιών. Εδώ, με τη συμβολή του εξαίρετου  κινηματογραφιστή Burnett Guffey , δημιουργεί εντυπωσιακή εξπρεσιονιστική ατμόσφαιρα με εφευρετικές γωνίες λήψης και έξυπνες συνθέσεις. Η κάμερα τοποθετείται ψηλά πάνω από τους ανεμιστήρες οροφής ή χαμηλά στο τζάκι ακόμη και μέσα από φλόγες. Τα παράθυρα και οι αντανακλάσεις παράγουν πλαίσια μέσα στα καρέ .

Οι συχνά κατακόρυφες κινήσεις της κάμερας εκφράζουν την κλειστοφοβία και την παγίδευση των χαρακτήρων στα ευγενή συναισθήματα ή τις τυχοδιωκτικές  επιδιώξεις τους.  Οι δυσοίωνες σκιές δείχνουν την αντίθεση της ζοφερής διάθεσης με το ζωογόνο τοπίο της υπαίθρου , όπου ένα αποπροσανατολισμένο μυαλό καταρρέει .

Στο «So dark the night» είναι σαφείς επιρροές του  από τον Fritz Lang .Η πλοκή της νεαρής γυναίκας που σαγηνεύει  έναν μεγαλύτερο αφελή άντρα, ενώ εξακολουθεί να έχει ερωτική σχέση με τον νεαρό της φίλο, θυμίζει το «Scarlet Street» (1945) ,ενώ ο τρόπος με τον οποίο μια αστυνομική έρευνα σφίγγει γύρω από έναν άνθρωπο υπεράνω υποψίας φέρνει στο νου το «Woman in the Window» (1944). Επίσης το μοτίβο πλοκής  με διάσημους ντετέκτιβ που μπλέκονται σε ίντριγκες – ενώ βρίσκονται στην ησυχία της υπαίθρου- είναι γνώριμο στο γαλλικό σινεμά , με τον Jean Gabin-  ως επιθεωρητή Maigret του Simenon- στο «Maigret et l’affaire Saint-Fiacre»(1958)του Jean Delannoy  ή τον Gerard Depardieu στην τελευταία ταινία του Claude Chabrol, «Inspector Bellamy» (2009).

Το «So Dark the Night» αρχικά παραπέμπει  στο στερεότυπο του «ντετέκτιβ που λύνει ένα μυστήριο», αλλά τελικά εισάγονται ανατροπές που παραβιάζουν τους κώδικες του είδους. Ο μηχανισμός που προωθεί την αφήγηση  σταδιακά παγιδεύει τους χαρακτήρες σε σκοτεινά μονοπάτια που οδηγούν σε αδιέξοδο. Οι αδυσώπητες δυνάμεις της απληστίας, του σεξ και της εκδίκησης τους σπρώχνουν στη τραγωδία και την καταστροφή. Ο  Lewis πλάθει μεθοδικά τους χαρακτήρες και  υφαίνει μεθοδικά την αγωνία και το μυστήριο , στη σύντομη διάρκεια της ταινίας.

Ο κεντρικός χαρακτήρας ,Cassin, είναι ένας ταπεινός και ήσυχος άνθρωπος, εξαντλημένος από τις  σημαντικές αστυνομικές υποθέσεις που έχει ξεδιαλύνει  και την απόλυτη αφοσίωσή του στο καθήκον. Όπως λέει και ο προϊστάμενος του, «… θα συλλάμβανε και τη δική του γιαγιά αν ήταν πεπεισμένος για την ενοχή της». Ο Geray, ένας ικανός καρατερίστας, λάμπει στο ρόλο του ερωτικά στερημένου ντεντέκτιβ που έχει περάσει όλη του τη ζωή αφιερωμένος στη δουλειά του και ξαφνικά σε μια «συγκεκριμένη ηλικία» βρίσκει την υπόσχεση της νιότης και του έρωτα, μόνο και μόνο για να τη χάσει.

Στην πιο εμπνευσμένη σκηνή της ταινίας  -με κοντρ-πλονζέ λήψη -ο Cassin και ο ηλικιωμένος τοπικός γιατρός στέκονται σε μια ρουστίκ γέφυρα με ένα μπαρόκ σκηνικό με δυσοίωνα σύννεφα στο φως του φεγγαριού. Έχουν ένα  διάλογο  για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του γάμου ενός ηλικιωμένου άνδρα με μια νέα γυναίκα. Πρόκειται για ένα υπόδειγμα οπτικού συμβολισμού που προωθεί την αφήγηση και δεν παραμένει  απλό στιλιστικό στοιχείο. Η  γέφυρα συμβολίζει το δίλλημα της μετάβασης  ,το ποτάμι  ρέει όπως τα χρόνια του Cassin και ο ουρανός υπαινίσσεται τη συναισθηματική καταιγίδα που πλησιάζει καθώς το ρομαντικό φως της Σελήνης  καλύπτεται από τα βαριά σύννεφα.

Υπάρχει άβυσσος μέσα μας; Αυτή η ερώτηση στοιχειώνει αυτό το ασυνήθιστο νουάρ που τεκμηριώνει ότι σε κανένα δεν αρέσει να τον θεωρούν απόμαχο για οτιδήποτε, πόσο μάλλον για τον έρωτα. Το λυκόφως της ύπαρξης απορροφά την  ελπίδα  και  αφήνει ένα ίζημα  θλίψης  για τις χαμένες ευκαιρίες. Όμως ,ακόμη και τότε ,κάθε άνθρωπος χρειάζεται ένα λόγο για να ζει, καθώς η επιθυμία συνεχίζει να σιγοκαίει κάτω από τη στάχτη.

Lewis, Joseph H. – Senses of Cinema

JOSEPH H. LEWIS (1907-2000)

O Αμερικανός Joseph H. Lewis δούλεψε ως σκηνοθέτης στον κινηματογράφο και στη τηλεόραση, αποκτώντας εξειδίκευση στα b-movies -κυρίως φιλμ νουάρ και γουέστερν –προσδίδοντας τους ένα ιδαίτερο οπτικό στυλ.

Ήταν σκηνοθέτης δεύτερης μονάδας σε πολλές παραγωγές χαμηλού προϋπολογισμού πριν σκηνοθετήσει με τον Crane Wilbur το πρώτο του φιλμ, «Navy Spy»(1937). Ακολούθησε μια πληθώρα από ταινίες “είδους”, συμπεριλαμβανομένων γουέστερν όπως  τα «Courage of the West» (1937) ,«Two-Fisted Rangers» (1939) και «The Man from Tumbleweeds» (1940).

Συνέχισε να γυρίζει b-movies από τα οποία ξεχώρισαν τα «Invisible Ghost»(1941), ταινία τρόμου με πρωταγωνιστή τον Bela Lugosi , «Secrets of a Co-Ed»(1942) και «The Mad Doctor of Market Street», με τον Lionel Atwill ως  υπνωτιστή δολοφόνο.

Το 1945, ο Lewis έκανε ένα εντυπωσιακό ποιοτικό άλμα του. Το  θρίλερ «My Name Is Julia Ross» (1945) ήταν η 25η σκηνοθετική του δουλειά και η καλύτερη του ταινία μέχρι τότε. Είναι ένα σύντομο, αγωνιώδες φιλμ  για μια γραμματέα (Nina Foch) που απήχθη και κρατήθηκε σε ένα μακρινό αρχοντικό από ένα τρελό άντρα (George Macready) και τη μητέρα του (Dame May Whitty).

Ακολούθησε το στιλιστικά αριστοτεχνικό «So Dark the Night» (1946), ένα φροιδικό νουάρ  στη γαλλική ύπαιθρο. Λιγότερο επιτυχημένο ήταν το «Return of October» (1948), μια ήπια κωμωδία με τους Glenn Ford και Terry Moore. Ωστόσο, το «The Undercover Man» (1949) ήταν ένα στιβαρό  docudrama εμπνευσμένο από την καταδίωξη του Al Capone από ομοσπονδιακούς πράκτορες για φοροδιαφυγή.

Το 1950 σκηνοθέτησε το «Gun Crazy» (γνωστό και ως «Deadly Is the Female»), μια ιστορία για ένα δύσμοιρο ζευγάρι, που βυθίστηκε στο έγκλημα από ένα εμμονικό “amour fou” και μια διαστροφική έλξη προς τη βία. Το φιλμ διακρίνεται για τη ρευστή δουλειά της κάμερας στη καταγραφή των ληστειών και τις έξοχες ερμηνείες των John Dall και Peggy Cummins.

Η αναγνώριση που κέρδισε ο Lewis ,με τη μετατροπή του «Gun Crazy» σε cult movie ,ήρθε πολύ αργότερα και έτσι συνέχισε να δουλεύει στα B-movies, αν και τώρα πια με τεχνικούς και ηθοποιούς υψηλότερου επιπέδου. Το επόμενο έργο του ήταν το εξαιρετικό μελόδραμα, «Lady With A Passport» (1950), με πρωταγωνίστρια την Hedy Lamarr.

Το «Retreat, Hell!» (1952) ήταν η μόνη του απόπειρα  πολεμικής ταινίας, ένας υποτονικός αλλά αποτελεσματικός απολογισμός των Αμερικανών Πεζοναυτών κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας. Στην ασήμαντη «Desperate Search» (1952) ο Howard Keel έπαιξε έναν πατέρα που προσπαθεί να βρει τα παιδιά του στην καναδική ερημιά, και το «Cry of the Hunted» (1953) είναι μια στερεοτυπική ταινία καταδίωξης στους βάλτους της Λουιζιάνας.

Η επόμενη ταινία του, «The Big Combo» (1954) έχει λιγότερη φήμη από το «Gun Crazy», αλλά μπορεί να υπερηφανεύεται για την εκπληκτική φωτογραφία (από τον μεγάλο John Alton) και ένα αξιοσημείωτο τρίο  ηθοποιών – Richard Conte, Brian Donleavy και Cornel Wilde. Αυτή η κλειστοφοβική, βίαιη ταινία είναι εξαιρετικά δομημένη και φαντάζει ακόμη και σήμερα  σκοτεινή ,κυνική και σεξουαλικά φορτισμένη . Είναι πιθανώς η πιο πετυχημένη και σύνθετη ταινία του Lewis.

Οι τέσσερις τελευταίες ταινίες του Lewis ήταν γουέστερν. Ο Randolph Scott πρωταγωνίστησε στους «A Lawless Street» (1955) και «7th Cavalry» (1956), με τον τελευταίο να επικεντρώνεται σε έναν επιζώντα του Little Bighorn που πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι απελπισμένος. Το «Halliday Brand» (1957) είχε τον Joseph Cotten ως γιο ενός δεσποτικού κτηνοτρόφου. Το πιο πρωτότυπο από αυτά ήταν το  cult «Terror in a Texas Town» (1958) , που διαθέτει μια σχεδόν σουρεαλιστική κορύφωση, καθώς ο ήρωας, ο Sterling Hayden, επιδιώκει την εκδίκηση, χρησιμοποιώντας το καμάκι του νεκρού πατέρα του ως όπλο . Ήταν ένα επιδεικτικό τέλος μιας καριέρας του κινηματογράφου που τον οδήγησε να γίνει ένας από τους πιο αξιοσέβαστους σκηνοθέτες των Β-movies. Στη συνέχεια ο Lewis μετακόμισε στην τηλεόραση και αποσύρθηκε από τη σκηνοθεσία το 1966.

Ο Lewis απέκτησε το προσωνύμιο ‘’Wagon Wheel Joe’’ για ένα οπτικό τέχνασμα που χρησιμοποιούσε συχνά, γυρίζοντας μέσα από τις ακτίνες ενός τροχού βαγονιού. Η καλύτερη δουλειά του  συγκρίνεται  με εκείνη των Edgar Ulmer, Budd Boetticher και Jacques Tourneur. Σίγουρα  δεν πρέπει να υπερτιμούμε τον Lewis, αλλά ούτε και να περιφρονούμε συλλήβδην τους σκηνοθέτες των b-movies. Αυτοί οι παραγνωρισμένοι δημιουργοί διέθεταν ακεραιότητα, αμεσότητα ,ενέργεια και δεξιοτεχνία. Πιθανότατα υστερούσαν  στην ευρύτερη καλλιέργεια ,δεν ήταν διανοητές του σινεμά. Ήταν όμως άριστοι τεχνίτες και μέσα στη φιλμογραφία τους συχνά λάμπουν κάποια μικρά κινηματογραφικά πετράδια.