• Σενάριο: Francis Ford Coppola
  • Φωτ: Bill Butler
  • Μοντάζ-Ηχοληψία: Walter Murch
  • Μουσική:David Shire
  • Ερμ: Gene Hackman, John Cazale, Allen Garfield , Frederic Forrest , Cindy Williams , Teri Garr , Harrison Ford  , Robert Duvall
  • Διάρκεια: 113 λεπτά

Ο  Harry Caul (Gene Hackman) είναι ένας «ειδικός ηλεκτρονικής παρακολούθησης». Σε μια φαινομενική υπόθεση  ρουτίνας , ο Harry και ο βοηθός του Stan (John Cazzale) αναλαμβάνουν να καταγράψουν τις συνομιλίες ενός νεαρού ζευγαριού, της Ann (Cindy Williams) και του Mark (Frederic Forrest) .Ο πελάτης είναι ένας μυστηριώδης και ισχυρός επιχειρηματίας, γνωστός μόνο ως «Διευθυντής» (Robert Duvall).

Το ζευγάρι κάνει κυκλικές βόλτες και μιλά για φαινομενικά αθώα θέματα: για χριστουγεννιάτικα δώρα, για τους άστεγους κ.α. Ο βασικός διάλογος θα επανέλθει ξανά και ξανά σε όλη την ταινία, καθώς ο Harry επεξεργάζεται τις κασέτες  . Κάθε φορά που ακούει την κασέτα, φαίνεται να ακούει κάτι νέο, και όταν αποκαλύπτονται νέοι διάλογοι, οι προηγούμενοι αποκτούν διαφορετική σημασία. Ωστόσο όταν ακούει τη φράση: «Θα μας σκότωνε αν είχε την ευκαιρία» ,καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο πελάτης του σκοπεύει να σκοτώσει το παράνομο ερωτικό ζευγάρι.

Βασανισμένος από ενοχές από μια προηγούμενη ανάθεση του, που οδήγησε στο θάνατο τριών ανθρώπων, ο Harry αποκτά  εμμονή με την αποτροπή των δολοφονιών της Ann  και του Mark. Για πρώτη φορά στην καριέρα του, παραβιάζει τον επαγγελματικό του κώδικα και εμπλέκεται συναισθηματικά στη δουλειά του…

Frederic Forrest and Cindy Williams in The Conversation (1974)

Ο Francis Ford Coppola είναι ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες που έχουν κάνει τέσσερα συνεχόμενα αριστουργήματα, στην εύφορη γι αυτόν δεκαετία του 1970. Μετά τον θρίαμβο του μεγαλεπήβολου «Νονού», ο Coppola εξέπληξε τους πάντες με αυτό το  μινιμαλιστικό αλλά εξαιρετικά δομημένο φιλμ, που ο ίδιος θεωρεί το πιο προσωπικό της καριέρας του. Πολύ μπροστά από την  εποχή του , είναι ένα προφητικό έργο για την παράνοια, τον καταπιεστικό ρόλο της τεχνολογίας και την αδυναμία προστασίας της προσωπικής ζωής . Από τεχνική άποψη , η «Συνομιλία» κάνει με ακουστικούς όρους αυτό που είχε κάνει το «Blow-Up»(1966) του Antonioni με οπτικούς όρους. Το «Blow-Out»(1981) του Brian De Palma συνδυάζει στοιχεία και των δύο ταινιών.

Μετά την εποχή της “Μεγάλης Ύφεσης” της δεκαετίας του ’30 ,  στο αμερικανικό σινεμά κυριάρχησε η αισιοδοξία ότι ο μέσος άνθρωπος διαθέτει τη δύναμη  και την επιρροή για να υπερβεί την κοινωνική καταπίεση και διαφθορά («Mr. Smith Goes To Washington»(1939), «Meet John Doe»(1941) του Frank Capra). Αντίθετα  μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ και το σκάνδαλο ‘’Watergate” , τέτοιες αυταπάτες εξαχνώθηκαν και σφυρηλατήθηκε η αδυναμία του κοινού ανθρώπου απέναντι στην εκτεταμένη ηθική παρακμή και την παντοδυναμία του υλισμού. Έτσι, κλασικές «μαύρες» ταινίες της δεκαετίας του ’60 και του ’70 όπως τα «They Shoot Horses, Don’t They»(1969), «The Parallax View»(1974) και «Chinatown»(1974) στήριξαν την μοιρολατρική άποψη  ότι  η ατομική παρέμβαση είναι μάταιη απέναντι στην επιβολή του «Κακού». Το «Chinatown» του Polanski τέμνεται με τη «Συνομιλία», καθώς  οι δύο  κυνικοί και αποστασιοποιημένοι ήρωες βρίσκονται στη δίνη τραγικών γεγονότων ,μόλις αναπτύξουν συνείδηση ​​και αναζητήσουν τη λύτρωση.Οι αφηγηματικοί μαίανδροι της «Συνομιλίας» είναι το πρόσχημα για την απεικόνιση ενός ηθικά κατεστραμμένου τοπίου και τη συμπλήρωσή του με μια αφόρητη αίσθηση παράνοιας. Η νεύρωση του πρωταγωνιστή γίνεται μια αλληγορία για την τραγωδία του ατόμου στην αλλοτριωμένη αστική κοινωνία.

Ο  εξαίρετος Gene Hackman εξισορροπεί με υποδειγματική μέθοδο τις εσωτερικές αντιφάσεις του  Harry. Είναι οδυνηρά μοναχικός ,καχύποπτος και αποξενωμένος αλλά ταυτόχρονα θρησκευόμενος και άριστος τεχνικός .Γνωρίζει ότι συμμετέχει σε μια , αμφισβητήσιμης ηθικής, δραστηριότητα  αλλά προσπαθεί να εξορθολογήσει τις επιπτώσεις ,να ξορκίσει τους δαίμονες του , να παραπλανήσει τον ίδιο του τον εαυτό, ότι δεν φέρει καμία ευθύνη. Ωστόσο αυτή η πνευματική διαπραγμάτευση του με τον Διάβολο διαβρώνει την καθημερινότητα του: ζει σαν παρανοϊκός, με απόσταση από τους συνεργάτες του , με ασαφείς ερωτικές σχέσεις. Μέσα από μια αργή διαδικασία συνειδητοποιεί ότι η δουλειά του δεν είναι απρόσωπη και ουδέτερη , αλλά μπορεί να επιφέρει τραγικές συνέπειες στους ανθρώπους που παρακολουθεί, αλλά και να στραφεί εναντίον του.Η σκηνή όπου καταστρέφει με μανία ​​μια πλαστική Μαντόνα φοβούμενος ότι μπορεί να κρύβει μια συσκευή ακρόασης,  χρησιμεύει ως ένας ευφυής συμβολισμός για την υποχώρηση της Πίστης του απέναντι στην αυξανόμενη παράνοιά του.

Σε απόλυτο συγχρονισμό με το θέμα  ,το φιλμ καθοδηγείται από τον ήχο και τις εικόνες των παρακολουθήσεων. Το επίτευγμα του Walter Murch στην ηχοληψία και στο μοντάζ είναι ασύγκριτο .Οι διασταυρώσεις των ηχογραφήσεων, του επικαλυπτόμενου διαλόγου και της μουσικής τζαζ , δομούν ένα πυκνό, πολυεπίπεδο ,ψυχεδελικό υπόστρωμα.

Η «Συνομιλία» είναι ένα συναρπαστικό υπαρξιακό θρίλερ που συνδυάζει την αγωνιώδη αφήγηση του Hitchcock και τις εικόνες αποξένωσης του Antonioni .Σε μια πρώιμη σκηνή , η Ann βλέπει έναν μισοπεθαμένο άστεγο σε ένα παγκάκι. Λέει:«Κάποτε ήταν το μωρό μιας μάνας. . . είχε μητέρα και πατέρα που τον αγαπούσαν. . .».  Στο καφκικό φινάλε ο ψυχικά κατεστραμμένος ήρωας είναι «άστεγος» μέσα στο διαμέρισμα του ,φυλακισμένος από τη τεχνογνωσία του. Και τότε μας έρχονται ξανά στο νου τα λόγια της Ann. Μήπως αφορούν και τον Harry ;

Francis Ford Coppola, (1939 – )

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Francis Ford Coppola πρωτοστάτησε στην αναγέννηση της αμερικανικής κινηματογραφίας, προαναγγέλλοντας την “χρυσή εποχή” της  δεκαετίας του 1970.Υπήρξε  ηγετική μορφή της γενιάς του νέου Χόλυγουντ μαζί με τους Martin Scorsese, George Lucas και Steven Spielberg και αποτελεί έναν από τους πιο επιδραστικούς auteurs στην ιστορία του σινεμά.  Αφομοίωσε όλα τα αισθητικά ρεύματα και επιδίωξε τον  δημιουργικό συνδυασμό όλων των εκφραστικών μέσων αναζωογονώντας είδη που θεωρούνταν «νεκρά» . Πρώτα με τα «The Godfather» και «The Godfather Part  II», επανέφερε στο προσκήνιο τις γκαγκστερικές ταινίες ανοίγοντας το δρόμο για τα «GoodFellas» και  «Casino» του Martin Scorsese . Επίσης ,παρόλο που υπήρξε μια  αναβίωση των πολεμικών ταινιών με τα «Deer Hunter» του Michael Cimino και «Coming Home» του Hal Ashby , το «Apocalypse Now» ανέδειξε με συγκλονιστική δυναμική την παράνοια του πολέμου και την επίδρασή της σε όσους συμμετείχαν,  εμπνέοντας  σκηνοθέτες όπως ο Oliver Stone στα «Platoon» και «Born on the Fourth of July» , στην επόμενη  δεκαετία.

Στη δεκαετία του 1960 ο Coppola άρχισε να εργάζεται για τον  παραγωγό-σκηνοθέτη ταινιών  χαμηλού προϋπολογισμού Roger Corman . Ενώ βρισκόταν στην Ιρλανδία , ο Coppola έπεισε τον Corman να χρηματοδοτήσει την πρώτη σκηνοθετική του προσπάθεια, «Dementia 13» (1963), μια ταινία τρόμου που βασίστηκε σε ένα σενάριο που είχε γράψει βιαστικά ο Coppola.

Το 1966 έγραψε και σκηνοθέτησε το γοητευτικό παραμύθι «You are a Big Boy Now» .Ισχνό στην πλοκή  αλλά πλούσιο σε περιστατικά, ήταν η ιστορία ενός παρθένου νεαρού άνδρα που αναζητά τον έρωτα ενώ εργάζεται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης. Ακολούθησε το μιούζικαλ «Finian’s Rainbow» (1968)-βασισμένο σε ένα έργο του Μπρόντγουεϊ -που σατίριζε ανατρεπτικά τον ρατσισμό με πρωταγωνιστή τον Fred Astaire.Το δραματικό road movie «The Rain People» (1969) ακολουθεί στον δρόμο ,μια έγκυο νοικοκυρά που εγκαταλείπει τον σύζυγό της και βγαίνει στους δρόμους .Εκεί συναντά ενός πρώην επαγγελματία αθλητή και ένα βίαιο αστυνομικό της Νεμπράσκα.

Η εκτόξευση του Coppola ήρθε με το ανεπανάληπτο αριστούργημα «The Godfather» (1972) ,προσαρμογή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Mario Puzo. Πρόκειται για μια βίαιη, συναισθηματικά φορτισμένη εξερεύνηση μιας μαφιόζικης οικογένειας ,μια μυθική γκαγκστερική ταινία, αλλά και μια  ιστορία ενός πατέρα (Marlon Brando) και των γιων του(John Cazale, James Caan, Al Pacino).Μετά από αυτή την τεράστια επιτυχία, ο Coppola είχε την ελευθερία να κάνει μια λιγότερο εμπορική, πιο προσωπική ταινία. Έτσι έγραψε, σκηνοθέτησε και παρήγαγε το «The Conversation» (1974), έναν ζοφερό διαλογισμό για την απάνθρωπη δύναμη της τεχνολογίας.

Η εξίσου αριστουργηματική συνέχεια, «The Godfather: Part II» (1974) προχωρά αφηγηματικά παράλληλα μέσα στη δεκαετία του 1950 και πίσω στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, καταγράφοντας  γεγονότα που εμπλουτίζουν τις δυο αφηγήσεις αλλά και την αρχική ταινία .Ο Robert De Niro είναι ο νεαρός μετανάστης Vito Corleone που  αναλαμβάνει τον έλεγχο της «Μικρής Ιταλίας» της Νέας Υόρκης ενώ στην παράλληλη ιστορία της δεκαετίας του 1950, ο γιος του Vito, Michael (Pacino) προσπαθεί να κάνει τις “βρώμικες” επιχειρήσεις της οικογένειας ,νόμιμες.

Στο αποκορύφωμα της καριέρας του ο Coppola σχεδίασε το επίπονο έργο της κινηματογράφησης του «Apocalypse Now» (1979), μιας μεταφοράς του μυθιστορήματος του Joseph Conrad ‘’Heart of Darkness” από το Κονγκό στο Βιετνάμ .Το φιλμ γυρίστηκε στις Φιλιππίνες και η παραγωγή χτυπήθηκε από τυφώνες ,σεισμούς και προσωπικές τραγωδίες. Ωστόσο παρά τα τεράστια προβλήματα , το φιλμ  είναι μια βαγκνερική επίθεση στις αισθήσεις και θεωρείται το καταραμένο αριστούργημα του δημιουργού.

Το 1980  ο Coppola πραγματοποίησε ένα όνειρό του ιδρύοντας το ‘’Zoetrope Studios”, αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει την τελευταία τεχνολογία και πρωτοποριακές μεθόδους διανομής .Το όνειρό του αποδείχθηκε βραχύβιο, μετά την παταγώδη αποτυχία του «One from the Heart» (1982), μιας εξαιρετικά στυλιζαρισμένης αλλά θεματικά ισχνής ρομαντικής κωμωδίας.

Στη συνέχεια ο Coppola στράφηκε σε δυο νεανικά μυθιστορήματα της Sousan Hinton .Πιο δημοφιλές ήταν το «The Outsiders»(1983), μια ιστορία «επαναστάτη χωρίς αιτία» για την εφηβική αποξένωση αλλά πιο αξιόλογο ήταν το εξπρεσιονιστικά ασπρόμαυρο «Rumble Fish»(2003).

Το «Cotton Club» (1984) σηματοδότησε την πολυαναμενόμενη επιστροφή του σε γκάνγκστερικές ταινίες αλλά, παρόλο που η ανασύσταση του Χάρλεμ του 1930  ήταν ιδιαίτερα καλαίσθητη, η εμβέλειά του ξεθώριασε με τη πάροδο του χρόνου. Ακολούθησε το ιδιόρρυθμο «Peggy Sue Got Married» (1986) ,όπου μια δυστυχησμένη παντρεμένη γυναίκα (Kathleen Turner) μεταφέρεται στο χρόνο πίσω στο γυμνάσιο της, όπου έχει μια δεύτερη ευκαιρία να αξιολογήσει τον σύζυγό της (Nicolas Cage). Το «Gardens of Stone» (1987), ήταν ένα σκοτεινό πορτρέτο των στρατιωτών που είχαν αναλάβει να φρουρούν το Εθνικό Νεκροταφείο του Άρλινγκτον κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Βιετνάμ .

Το «Tucker: The Man and His Dream» (1988) είναι μια όμορφη βιογραφική ταινία με τον Jeff Bridges ως τον οραματιστή σχεδιαστή αυτοκινήτων Preston Tucker, του οποίου το επαναστατικό μοντέλο «Tucker Torpedo» σαμπτοτάρεται από τη συμπαιγνία των γιγαντιαίων κατασκευαστών του Ντιτρόιτ και πολιτικών συμφερόντων της Ουάσιγκτον. Ο παραλληλισμός των φιλοδοξιών του Tucker και του Coppola προφανής. Ο Coppola συμμετείχε επίσης στο σκετς «Ζωή Χωρίς Ζωή» στο «New York Stories»(1989), μια τριλογία με συμμετοχή των Scorsese και Woody Allen.

Ο Coppola και ο Puzo παρέδωσαν μια ακόμη δόση της ιστορίας των Corleone,  το «The Godfather: Part III» (1990) που όμως δεν έφθασε στο επίπεδο των  δύο πρώτων ταινιών της σειράς. Ωστόσο η σχετική επιτυχία του επέτρεψε στον Coppola να σκηνοθετήσει το «Bram Stoker’s Dracula»(1992), μια εντυπωσιακή, αιματηρή, φρικιαστική  και βίαια ερωτική εκδοχή του πολυδιασκευασμένου μύθου.

Στο «Jack» (1996), ο Robin Williams  πρωταγωνίστησε ως 10χρονο αγόρι του οποίου τα κύτταρα τον γερνούν τέσσερις φορές πιο γρήγορα από ένα κανονικό άτομο, καθιστώντας την αλληλεπίδραση του με τα άλλα παιδιά εξαιρετικά δύσκολη. Βασισμένο σε ένα μυθιστόρημα του John Grisham, το «Rainmaker» (1997) έχει ως πρωταγωνιστή τον Matt Damon ως νεαρό δικηγόρο στο Μέμφις του οποίου ο ιδεαλισμός συγκρούεται με την απληστία του αφεντικού του .

Το 2001 ο Coppola κυκλοφόρησε το«Apocalypse Now: Redux» (2001), που περιείχε περισσότερα από 40 λεπτά αποκατεστημένο υλικό που υπήρχε στην αρχική έκδοση του 1979. Μετά από 10 χρόνια αγρανάπαυσης επέστρεψε στη σκηνοθεσία με το «Youth Without Youth»(2007), ένα δράμα του φανταστικού, βασισμένο σε μια νουβέλα του Mircea Eliade για έναν εβδομηντάχρονο Ρουμάνο καθηγητή (Tim Roth) ο οποίος γίνεται δεκαετίες νεότερος όταν χτυπιέται από κεραυνό την παραμονή του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά από αυτή την εμπορική αποτυχία ο Coppola προχώρησε σε πιο σταθερή βάση με το «Tetro» (2009), με θέμα το ταξίδι ενός εφήβου στην Αργεντινή και την επανένωση του με τον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό του. Η μέχρι σήμερα τελευταία ταινία του. «Twixt» (2011), ένα θρίλερ με πρωταγωνιστή τον Val Kilmer, δεν έπεισε κριτική και κοινό.

Πολλοί αναλυτές του έργου του Coppola τον συγκρίνουν με τον Welles. Ιδιοφυείς και μεγαλομανείς και οι δυο, κατέκτησαν την δόξα σε μικρή ηλικία αλλά στη συνέχεια είχαν σταθερά καθοδική πορεία .Ο Coppola ήταν πάντοτε διχασμένος ανάμεσα στις επικές δημιουργίες και στα μικρά οικεία έργα και είχε μεγάλες διακυμάνσεις από τεράστιες επιτυχίες ως διαβόητες αποτυχίες. Τόσο στην καριέρα του όσο και στην προσωπική του ζωή, βίωσε την ευφορία αλλά και την τραγωδία.Το βέβαιο είναι ότι ο Francis Ford Coppola έκανε ό, τι κάθε μεγάλος και πρωτότυπος καλλιτέχνης κάνει: κινήθηκε προς  απρόβλεπτες κατευθύνσεις ,διευρύνοντας  τα όρια της κινηματογραφικής τέχνης με τόλμη ,ρώμη και θέρμη .