• Σενάριο: John Huston ,Ben Maddow / από το μυθιστόρημα του W.R. Burnett
  • Φωτ: Harold Rosson
  • Μουσική: Miklos Rozsa
  • Ερμ: Sterling Hayden, Louis Calhern , Jean Hagen, James Whitmore, Sam Jaffe, Marilyn Monroe , John McIntire
  • Διάρκεια: 112 λεπτά

Μέσα σε λίγες ώρες από την έξοδο από τη φυλακή, ο εγκληματικός εγκέφαλος ‘’Doc’’ Riedenschneider (Sam Jaffe) προετοιμάζει τη μεγάλη «δουλειά» που σχεδίαζε από χρόνια . Για να ληστέψει κοσμήματα αξίας ενός εκατομμυρίου δολαρίων, στρατολογεί έναν διαρρήκτη χρηματοκιβωτίων, τον Louis (Anthony Caruso), τον οδηγό διαφυγής Gus (James Whitmore) και τον «σκληροτράχηλο» Dix(Sterling Hayden). Ο διεφθαρμένος και καταχρεωμένος δικηγόρος Emmerich(Louis Calhern) συμφωνεί να χρηματοδοτήσει το εγχείρημα ,με κρυφό στόχο να τους αποσπάσει τη λεία. Αν και η ληστεία εκτελείται, η τύχη των μελών της συμμορίας αποδεικνύεται βραχύβια: η σκληρή μοίρα ή τα ερασιτεχνικά λάθη, τους ρίχνουν κάτω ένα προς έναν…

Η «Ζούγκλα της ασφάλτου» μπορεί να θεωρηθεί το τελευταίο μέρος της άτυπης «τριλογίας της απληστίας» του John Huston, μετά από τα «The Maltese Falcon» (1941) και «The Treasure of Sierra Madre» (1948).Βασίζεται σε μυθιστόρημα του W.R. Burnett, που σε δικά του έργα βασίστηκαν ταινίες όπως τα «Little Caesar», «High Sierra» και «Scarface». Η «Ζούγκλα» είναι ένα κλασικό φιλμ νουάρ που ενέπνευσε πολλούς σκηνοθέτες, όπως ο Kubrick, που πέντε χρόνια αργότερα έφτιαξε το «The Killing» ενώ ο Jean-Pierre Melville, δήλωσε ότι ήταν η πιο σημαντική αμερικανική ταινία όλων των εποχών. Σηματοδοτεί μια σημαντική καμπή στην εξέλιξη της γκανγκστερικής ταινία φέρνοντας μια αίσθηση σκληρού ρεαλισμού και αυθεντικότητας, δίνοντας ισότιμη προσοχή στην πλοκή και στην ανάλυση των χαρακτήρων.

Το φιλμ μας παρουσιάζει ένα σύνολο απελπισμένων ανθρώπων που διαβιούν στο περιθώριο ,σε μια «πόλη κάτω από την πόλη». Οι επιδιώξεις τους διατυπώνονται με ευκρίνεια και το υπόβαθρο τους είναι ζωγραφισμένο με αξέχαστες λεπτομέρειες. Είναι μια μελέτη της ψυχολογίας κάθε χαρακτήρα που έχει μια πειστική ιστορία, έχει πραγματικά συναισθήματα, πραγματικές φιλοδοξίες, πραγματικές αποτυχίες.

Ο Doc είναι έξυπνος ,φιλοσοφημένος ,πρακτικός. Μπορεί να είναι μια διαβόητη εγκληματική φιγούρα, αλλά είναι ένας αξιόπιστος ηγέτης που προκαλεί τον σεβασμό. Δεν οπλοφορεί γιατί προτιμά να φυλακιστεί αν κάτι πάει στραβά, παρά να καταλήξει στο νεκροτομείο. Ωστόσο έχει κι αυτός την αχίλλειο πτέρνα του: την αδυναμία του για τα όμορφα κορίτσια. «Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλοι δουλεύουμε για το ελάττωμα μας», ομολογεί. Τελικά, το λαίμαργο βλέμμα του ,για την ομορφιά , οδηγεί στη σύλληψή του αφού καθυστερεί σε μια καφετέρια όπου μια έφηβη λικνίζεται αισθησιακά στη μουσική του jukebox. Με στωικότητα ρωτά τους έκπληκτους αστυνομικούς: «Πόση ώρα είστε εδώ»; «2-3 λεπτά» του απαντούν. «Όσο διαρκεί ένα τραγούδι» συμπεραίνει με πίκρα ο Doc.

Asphalt Jungle

Ο διεφθαρμένος δικηγόρος Emmerich είναι ο πρώην πλούσιος αστός που με την απληστία του θέτει όλο το σχέδιο σε δραματική προοπτική. Αισθάνεται κοινωνικά ανώτερος από όλους και θεωρεί ότι δικαιούται να τους εξαπατήσει.
Είναι σχεδόν ένας ήρωας ελληνικής τραγωδίας : έχει πολύ περισσότερα να χάσει από τους υπόλοιπους. Σε αντίθεση με τους νεότερους άντρες, που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν άλλα μονοπάτια, γι αυτόν δεν υπάρχει διέξοδος. Ο Louis Calhern περιφέρει την απελπισία του Emmerich με τη μεγαλοπρέπεια ενός «Πάπα του υποκόσμου». Ωστόσο γνωρίζει ότι ούτε τα χρήματα από τα κλεμμένα κοσμήματα, ούτε η ανόητη ρομαντική διαφυγή με την νεαρή ερωμένη του (Marilyn Monroe) θα τον απολυτρώσει.

Ο Dix μπορεί να μοιάζει με σκληρό κακοποιό, αλλά διαθέτει ηθική πυξίδα ,είναι περήφανος για την ιρλανδική καταγωγή του και ονειρεύεται να αποκτήσει δική του φάρμα με άλογα. Τα αδύνατα σημεία του  είναι η προσκόλληση στο παρελθόν και ο εθισμός στον ιππόδρομο. Όπως κάθε τζογαδόρος , αισθάνεται σίγουρος ότι η τύχη του θα αλλάξει και θα ξεφύγει από τη βρωμιά της πόλης επιστρέφοντας στη φάρμα, που έχασε. Στο κατάμαυρο φινάλε ο πληγωμένος Dix, οδηγείται από τις ψευδαισθήσεις του και «καταλήγει» με ποιητική ορθότητα, σε μια φάρμα με όμορφα άλογα. Ο κύκλος που άνοιξε στην βρώμικη αστική άσφαλτο κλείνει με μια ηλιόλουστη εικόνα της υπαίθρου.

Υπάρχει ακόμη ο δειλός bookmaker Cobby που θέλει μόνο μια ήσυχη ζωή, αλλά βρίσκεται συνεχώς πιεσμένος και από τις δυο πλευρές του νόμου και η Doll (Jean Hagen), μια τσακισμένη γυναίκα που αναζητά μάταια μια ρομαντική ψευδαίσθηση.
Στο τέλος, όλοι αυτοί θα συνειδητοποιήσουν ότι ο πολυπόθητος θησαυρός είναι τελικά άχρηστος: τα κοσμήματα είναι λερωμένα με ζεστό αίμα και κανείς δεν τολμά να τα αγγίξει.

Ο τραχύς ρεαλισμός του φιλμ ενισχύεται από την έντονη αντίθεση της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Ηarold Rosson ,που χρησιμοποίησε άλλοτε το βάθος πεδίου και άλλοτε την εστίαση σε ένα χαρακτήρα.
Το διακριτικό score του Miklós Rózsa υπογραμμίζει τη ζοφερότητα του οράματος του Ηuston. Στη σκηνή της ληστείας, δεν υπάρχει μουσική και ο διάλογος είναι ελάχιστος. Αν και είναι πολύ πιο σύντομη, μπορούμε να δούμε σε αυτή τη σκηνή τον πρόδρομο της πλήρους σιωπής στη διάρρηξη του «Rififi»(1955) Jules Dassin.

Η σκηνοθεσία του Huston είναι συγκλονιστική: αταλάντευτη ,ρωμαλέα, αντρίκια αφήγηση που τοποθετεί συνεχώς τους χαρακτήρες σε τεταμένες συνθήκες . Επηρεασμένος από τον Josef Von Sternberg, σκηνοθετεί κάθε σκηνή σαν να ήταν η πιο σημαντική της ταινίας, διατηρώντας έναν σταθερό τόνο σε αυτή την μακριά, τραγική κατάβαση στην καταστροφή.

Η «Ζούγκλα της ασφάλτου» δεν φοβάται να μας δείξει ένα ευρύ φάσμα καταδικασμένων χαρακτήρων που είναι πολύπλοκοι και βαθιά ανθρώπινοι. Αν και η ζωή τους έχει πληγεί από το έγκλημα, επιμένουν να κυνηγούν τις προσωπικές τους χίμαιρες . Η υποτιθέμενη λεπτή γραμμή που χωρίζει τον πραγματικό κόσμο και τον υπόκοσμο δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια τεράστια οφθαλμαπάτη. Άλλωστε ο Huston μέσω του νομικού Emmerich ορίζει το έγκλημα ως « μια αδέξια μορφή ανθρώπινης προσπάθειας».

John Huston Biography - Childhood, Life Achievements & Timeline

JOHN HUSTON(1906-1987)

Ο Αμερικανός John Huston υπήρξε ο κορυφαίος σκηνοθέτης της λεγόμενης «χαμένης γενιάς» των δεκαετιών 1940 και 1950 , που έζησε τις μακαρθικές διώξεις(μαζί με τους Dmytryk, Dassin, Polonski, Losey).
Ήταν παραγωγικός, πολυσχιδής και άνισος. Αφηγήθηκε ιστορίες για περιπετειώδεις άντρες που παλεύουν για την ατομικότητα και την ανεξαρτησία τους ,φανερά επηρεασμένος από τις δικές του νεανικές εμπειρίες ως ζωγράφος, μποξέρ, ταυρομάχος, ποιητής, κυνηγός, στρατιωτικός και τζογαδόρος. Πολλές από τις ταινίες του ήταν λογοτεχνικές προσαρμογές ή σκληρές ιστορίες δράσης με υπαρξιακό υπόστρωμα. Ωστόσο κάτω από τη σκληρή επιφάνεια της οπτικής του αποκαλύπτεται ένας τρυφερός και ρομαντικός ιδεαλισμός.

Ξεκίνησε τη καριέρα του ως σεναριογράφος σε μερικές εξαιρετικές ταινίες: «Dr. Ehrlich’s Magic Bullet Magic» (1940) του Dieterle, High Sierra (1941) του Raoul Walsh, και «Sergeant York» (1941) του Howard Hawks.
Το εντυπωσιακό του ντεμπούτο ως σκηνοθέτης έγινε με το πρωτεϊκό φιλμ νουάρ «The Maltese Falcon» (1941), διασκευή του βιβλίου του Dashiell Hammett , με τον Humphrey Bogart ως αμοραλιστή ιδιωτικό ντετέκτιβ Sam Spade. Αφού σκηνοθέτησε το μελόδραμα «In This Our Life»(1942) δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το επόμενο έργο του, την κατασκοπευτική περιπέτεια «Across the Pacific» (1942), επειδή στρατολογήθηκε. Κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, έκανε τρία σημαντικά ντοκιμαντέρ: «Report from the Aleutians» (1942), «San Pietro» (1944), και «Let There Be Light» (1945) .

Η μεγάλη επιστροφή του έγινε με το «Treasure of the Sierra Madre» (1948) ,διασκευή στο σκοτεινό μυθιστόρημα του μυστηριώδους συγγραφέα B. Traven ,που γυρίστηκε στο Μεξικό, με έξοχες ερμηνείες από τον Bogart και τον πατέρα του ,Walter Huston.
Το «Key Largo» (1948) ,μια αγωνιώδης διασκευή ενός θεατρικού του Maxwell Anderson ,διαδραματίζεται σε ένα μικρό ξενοδοχείο , το οποίο έχει καταληφθεί από ένα γκάνγκστερ που επέστρεψε παράνομα από την απέλαση του στην Κούβα. Η Κούβα ήταν το σκηνικό για το «We Were Strangers» (1949), έναν ατμοσφαιρικό απολογισμό της προσπάθειας των επαναστατών να ανατρέψουν την κυβέρνηση, με τους Jennifer Jones και John Garfield.

Το αριστουργηματικό «Asphalt Jungle» (1950), βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του W.R. Burnett , είναι ένα έξοχα δομημένο και συναρπαστικό φιλμ νουάρ ,βουτηγμένο σε μια κατάμαυρη και μοιρολατρική ατμόσφαιρα.
Ο Huston ήταν λιγότερο τυχερός με την προσαρμογή της νουβέλας του Stephen Crane «The Red Badge of Courage»(1951) που αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού στρατιώτη, που κατά την διάρκεια του Αμερικάνικου Εμφυλίου, πρέπει να βρει το κουράγιο να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο με τον κορεατικό πόλεμο να μαίνεται, οι παραγωγοί, θεωρώντας το αντιπολεμικό μήνυμα της ταινίας κραυγαλέο, περιέκοψαν τη διάρκεια σε μόλις 69 λεπτά.
Μεγάλο μέρος της ρομαντικής κωμωδίας-περιπέτειας «The African Queen»(1951), διασκευή του δημοφιλούς μυθιστορήματος του C.S. Forester, γυρίστηκε στην Ουγκάντα και το Κονγκό. Οι ερμηνείες των Bogart και Katharine Hepburn είναι αξέχαστες, ως μόνιμα μεθυσμένος καπετάνιος και ως Αγγλίδα γεροντοκόρη που τον πείθει να την επαναφέρει με το ατμόπλοιο του στον πολιτισμό, στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Το 1952 ο Huston ταξίδεψε στη Γαλλία για το Moulin Rouge (1952), μια συναρπαστική, συναισθηματική βιογραφία του Henri de Toulouse-Lautrec (José Ferrer), του ανάπηρου καλλιτέχνη που επισκέπτεται συχνά το καμπαρέ “Moulin Rouge”, όπου πίνει και ζωγραφίζει τις χορεύτριες και τις τραγουδίστριες.
Γραμμένο με τον Truman Capote και γυρισμένο στην Ιταλία ,το «Beat the Devil» (1953) ήταν μια ασεβής αλλά ευχάριστη παρωδία του «The Maltese Falcon» με τους Bogart, Lorre, Jennifer Jones, Robert Morley και Gina Lollobrigida ως ετερόκλητο σύνολο τυχοδιωκτών και απατεώνων που προσπαθούσαν να εντοπίσουν ένα ορυχείο ουρανίου ενώ παθαίνουν μια ποικιλία από κωμικές καταστροφές.
Το « Moby Dick» (1956), η επική προσαρμογή του μυθιστορήματος του Herman Melville απεικόνισε μεγάλο μέρος της ποίησης του έργου, ενώ οι θαλάσσιες καταιγίδες και οι φαλαινοθηρικές σκηνές ήταν εντυπωσιακές .Το «Heaven Knows, Mr.Allison» (1957), είχε μια πολύ πιο ήσυχη υπόθεση, με τον Robert Mitchum και τη Deborah Kerr, ως ναυτικό και καλόγρια αντίστοιχα ,σε ένα νησί του Ειρηνικού κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Huston άρχισε να δουλεύει στο remake του David O. Selznick για το «A Farewell to Arms» (1957), αλλά το εγκατέλειψε για να σκηνοθετήσει την ρουτινιάρικη ταινία εποχής «The Barbarian and the Geisha» (1958). Γυρισμένο στη Γαλλική Ισημερινή Αφρική με τους Errol Flynn και Trevor Howard, το «The Roots of Heaven» (1958) που ακολούθησε, πήρε μικτές κριτικές.
Η Audrey Hepburn ,στο μοναδικό γουέστερν ρόλο της καριέρας της, πρωταγωνίστησε στο «The Unforgiven» (1960) ως ιθαγενής Αμερικανίδα που μεγάλωσε από μια οικογένεια εποίκων του Τέξας.
Το ιδιότυπο γουέστερν «The Misfits» (1961)βασίζεται σε διήγημα του συγγραφέα Arthur Miller ,με τους Clark Gable, Montgomery Clift και Eli Wallach ως γερασμένους καουμπόηδες που συλλαμβάνουν άγρια ​​άλογα και τα πουλάνε για σφαγή και τροφή για σκύλους. Η Monroe είναι η διαζευγμένη πρώην στριπτιζέζ, που αμφισβητεί την ηθική τους αλλά ερωτεύεται έναν από αυτούς (Gable). Το φιλμ αποτέλεσε την τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση των Gable και Monroe.

Στο σκοτεινό «Freud» (1962), ο Montgomery Clift (σε έναν από τους τελευταίους ρόλους του) ερμήνευσε τον ιδρυτή της ψυχανάλυσης. Στο παιγνιώδες μυστήριο του «The List of Adrian Messenger» (1963) συμμετείχε ένα πλήθος αστέρων (Mitchum, Sinatra, Lancaster, Douglas και Curtis) που ήταν αγνώριστοι κάτω από στρώματα μακιγιάζ.
Στο Μεξικό γυρίστηκε το επόμενο φιλμ του Huston «The Night of the Iguana» (1964), με ένα καστ αστέρων (Kerr, Burton, Gardner) ,σε μια διασκευή του ομώνυμου θεατρικού του Tennessee Williams ,που ήταν εμποτισμένο με ψυχώσεις, ματαιωμένες επιθυμίες, και σαρκική σύγχυση.

Στο «The Bible: In the Beginning…» (1966) οι σχεδόν τρεις ώρες μελοδραματισμού της Παλαιάς Διαθήκης εκτιμήθηκαν ελάχιστα από το κοινό και τους κριτικούς ,αν και ο ίδιος ο Huston έδωσε μια αξιοσημείωτη ερμηνεία ως Νώε. Στην εξαιρετική διασκευή της ομώνυμης νουβέλας του Carson McCullers ,«Reflections in a Golden Eye»(1967), ο Marlon Brando είναι εκπληκτικός ως καταπιεσμένος ομοφυλόφιλος αξιωματικός του στρατού του οποίου η όμορφη σύζυγος (Elizabeth Taylor) συνδέεται ερωτικά με έναν συνάδελφο του (Brian Keith).

Το 1967 ο Huston ήταν ένας από τους πέντε σκηνοθέτες που συνέβαλαν στο «Casino Royale», μια παρωδία του πρώτου θρίλερ του Ian Fleming με ήρωα τον James Bond. Η σειρά από ανεπιτυχείς ταινίες συνεχίστηκε με το «A Walk with Love and Death» (1969), ένα ξεχασμένο μεσαιωνικό δράμα με την κόρη του Anjelica Huston, το ιδιόρρυθμο «Sinful Davey» (1969), με τον John Hurt και το ψυχροπολεμικό θρίλερ «The Kremlin Letter» (1970).
Το «Fat City», διασκευή του μυθιστορήματος του Leonard Gardner, ανέστρεψε την τύχη του Huston ως σκηνοθέτη και ήταν μια καλύτερες ταινίες του 1972. Ο Stacy Keach έπαιξε τον ξοφλημένο μποξέρ, η Susan Tyrrel την αλκοολική φίλη του και ο Jeff Bridges τον νεαρό πυγμάχο με το λιγότερο ελπιδοφόρο μέλλον.
Ακολούθησε το ρεβιζιονιστικό γουέστερν «The Life and Times of Judge Roy Bean» (1973), μια χαλαρή βιογραφία του περιβόητου αυτοδιοριζόμενου δικαστή Roy Bean, με τον Paul Newman στον κεντρικό ρόλο και με ένα ασεβές σενάριο του John Milius. Ο Newman πρωταγωνίστησε ξανά στο χλιαρό κατασκοπευτικό θρίλερ «The Mackintosh Man» (1973)

.Στο «The Man Who Will Be King» (1975) οι Sean Connery και ο Michael Caine, υποδύονται τους απατεώνες πρώην στρατιωτικούς στη Βρετανική Ινδία του 19ου αιώνα, οι οποίοι ταξιδεύουν προς μια απόμακρη περιοχή του Αφγανιστάν και καταλήγουν να αποκτήσουν το δικό τους βασίλειο. Αυτή η παλαιάς κοπής περιπέτεια ήταν μια εξαιρετική ταινία μετά από πολύ καιρό .
Μετά από τέσσερα χρόνια ο Huston μπόρεσε να μεταφέρει στην οθόνη το «Wise Blood» (1979). Ο Brad Dourif έπαιξε έναν φανατικό Ευαγγελιστή του Νότου σε αυτήν την διασκευή του κωμικά σκοτεινού μυθιστορήματος της Flannery O’Connor. Το χαμηλού προϋπολογισμού χιτσκοκικό θρίλερ «Phobia» (1980), ήταν αναμφισβήτητα το ναδίρ της σκηνοθετικής του καριέρας. Καλύτερο ήταν το δράμα του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου «Victory» (1981), στο οποίο συμμετείχαν οι Caine, Sylvester Stallone και ο Pelé ως αιχμάλωτοι πολέμου, που σχεδιάζουν μια απόδραση από το παρισινό στάδιο στο οποίο η ποδοσφαιρική ομάδα τους αναμετριέται με μια Γερμανική. Η άνιση διασκευή στην επιτυχία του Broadway, «Annie» (1982) ήταν το μοναδικό του μιούζικαλ του Huston. Γυρισμένο στο Μεξικό, το «Under the Volcano» (1984) ήταν μια γενναία αλλά τελικά αποτυχημένη απόπειρα να συλλάβει το πνεύμα του δύστροπου μυθιστορήματος του Malcolm Lowry.
Πολύ πιο ικανοποιητικό ήταν το «Prizzi’s Honor» (1985), μια στυλιζαρισμένη εκδοχή του μυθιστορήματος του Richard Condon για τη μαφία. Ο απολαυστικός Jack Nicholson ήταν ο εκτελεστής της μαφίας που ερωτεύεται μια γυναίκα (Kathleen Turner) με την οποία μοιράζονται το ίδιο επάγγελμά αλλά και που γίνεται στόχος του.

Στην τελευταία του ταινία, «The Dead»(1987) η κόρη του Anjelica πρωταγωνίστησε και ο Tony έγραψε το σενάριό ,με βάση ένα διήγημα από το «Dubliners» του James Joyce. Το φιλμ επικεντρώνεται σε ένα πάρτι διακοπών που φιλοξενήθηκε από ένα ζευγάρι ηλικιωμένων αδελφών στο Δουβλίνο του 20ου αιώνα. Οδυνηρό, μεγαλοπρεπές, και επιδέξια ερμηνευμένο ολοκληρώθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τον θάνατο του ασθενή Huston και αποτέλεσε τον κατάλληλο επιτάφιο για αυτόν τον προικισμένο αφηγητή.
Ο Huston υπήρξε ο κατεξοχήν ποιητής των καταραμένων και απολογητής των “losers”. O κριτικός κινηματογράφου James Agee έγραψε για αυτόν: «Μια υπέροχη ανάσα φρέσκου αέρα, φωτός, ζωτικότητας και ελευθερίας περνάει από όλα τα θέματα της φιλμογραφίας του ». Ενώ ο ίδιος ο Ηuston δήλωσε: «Σημασία έχει να δρας. Η επιτυχία ή η αποτυχία δεν έχει σημασία».