• Σενάριο: Milos Forman /Jaroslav Papousek
  • Φωτ:Miroslav Ondricek
  • Μουσική:Evzen Hilin
  • Ερμ: Jana Brejchova, Vladimir Pucholt, Vladimir Mensik, Ivan Kheil, Jiri Hruby
  • Διάρκεια: 82 λεπτά

Ένας ανελέητος παρατηρητής της ανθρώπινης κωμωδίας

 Στο πλαίσιο του τσεχοσλοβακικού σινεμά των αρχών της δεκαετίας του 1960, oι πρώτες ταινίες του Milos Forman(1932-2018) ,«Black Peter»(1963) και «Konkurs»(1963), ισοδυναμούσαν με επανάσταση. Με επιρροές κυρίως από τους Τσέχους μυθιστοριογράφους που εξεγέρθηκαν στα αισθητικά δόγματα του καθεστώτος στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και όχι τόσο από τον Δυτικό κινηματογράφο (αν και η επίδραση του ύστερου νεορεαλισμού του Ermanno Olmi, είναι ορατή), ο Forman απεικόνισε τη ζωή της εργατικής τάξης , με οπτική αμόλυντη  από τα στερεότυπα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Αν και αρχικά  δέχτηκε επίθεση από τους σταλινικούς κριτικούς, τελικά η πιο φιλελεύθερη φατρία του Κομμουνιστικού Κόμματος, που τότε ήταν σε ανοδική τάση, θεώρησε τις ταινίες του  ως έκφραση μιας νεωτεριστικής «σοσιαλιστικής» τέχνης. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία και η φήμη που απέκτησε στα διεθνή φεστιβάλ, τον μετέτρεψε στο αδιαμφισβήτητο αστέρι των του Τσέχικου «Νέου κύματος». Το στυλ του ήταν φρέσκο, φυσικό, με  ημι-αυτοσχεδιαστικό διάλογο που αντανακλούσε τη βαθιά γνώση του περιβάλλοντος και ταιριαστή χρήση της τσεχικής folk-rock μουσικής.

Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ακόμη πιο εμφανή στα δυο επόμενα φιλμ του. Το «Lásky jedné plavovlásky»(1965)είναι μια διακριτική σάτιρα με  χαμηλούς τόνους και απαλές συγκρούσεις .Η απεικόνιση του ερωτευμένου βλέμματος  της «Ξανθιάς», όταν κοιτάζει τον νεαρό πιανίστα  είναι μνημειώδης. Το «Hoří, má panenko» (1967) είναι μια ντελιριακή σάτιρα της ανθρώπινης ανικανότητας που θεωρήθηκε στην εποχή της συγκαλυμμένη επίθεση ενάντια στην κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας . Λίγο μετά τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968, το φιλμ απαγορεύτηκε και ο Forman αποφάσισε να παραμείνει στη Δύση.

Το «Taking Off»(1971) είναι μια γενναία προσπάθεια να δείξει την Αμερική στους Αμερικανούς μέσα από το ευαίσθητο ,ενίοτε  καυστικό, βλέμμα ενός ξένου παρατηρητή. Αυτή ήταν και η μοναδική ταινία που αναπτύχθηκε από την αρχική του ιδέα και εφάρμοσε τις αρχές της αισθητικής και του οράματος του. Ωστόσο, μετά τη χλιαρή αποδοχή της στράφηκε σε διασκευές ή βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα.

Ίχνη του «Τσέχου» Forman είναι αναγνωρίσιμα στη πιο πετυχημένη αμερικάνικη ταινία του «One Flew over the Cuckoo’s Nest»(1975), καταγγελία για τα ιδρύματα και την καταστολή του ψυχιατρικού συστήματος αλλά και μια αλληγορία γύρω από το επαναστατικό πνεύμα της δεκαετίας του ’70.

Το άγγιγμα του Forman είναι πολύ λιγότερο εμφανές στην αναδιάρθρωση του μιούζικαλ «Hair»(1979)και του μυθιστορήματος του Doctorow ,«Ragtime»(1981).

Στο «Amadeus»(1984) αποθεώνεται η μουσική ιδιοφυία του Μότσαρτ , χωρίς να αποκρύπτονται οι σκοτεινές πτυχές της προσωπικότητας του, η αλλοπρόσαλλη πληθωρικότητά του, ο καμποτινισμός, τα καπρίτσια του. Το φιλμ σφύζει από ζωντάνια, συναρπάζει με τη θυελλώδη μουσική, θαμπώνει με την παραμυθένια Πράγα και τα εκπληκτικά κοστούμια.

Το «Valmont»(1989) επισκιάστηκε από το αριστουργηματικό «Dangerous Liaisons» του Stephen Frears, καθώς και τα δυο βασίζονται στο ίδιο μυθιστόρημα του Choderlos de Laclos. Στο «The People vs. Larry Flynt»(1996) εξιστορείται ο βίος και η πολιτεία ενός εκδότη περιοδικών πορνό, που συνεχώς συρόταν στα δικαστήρια εξαιτίας της προκλητικότητας των εκδόσεων του. Η ταινία παρουσιάζει με σατιρικό τρόπο τις πτυχές της σύγχρονης Αμερικής, την ερωτική απελευθέρωση του ’70, τη μάχη με το πουριτανικό και δικαστικό κατεστημένο, την Αμερική της υποτιθέμενης ελευθερίας της έκφρασης και των ελεύθερων σκοπευτών.

Το πιο μελαγχολικό « Man on the Moon»(1999) είναι μια βιογραφική ταινία για τον κωμικό Andy  Kaufman, ο οποίος πέθανε σε ηλικία τριάντα πέντε ετών , μετά από μια ταραχώδη καριέρα ,στην οποία αρχικά επαινέθηκε αλλά στη συνέχεια κατακρίθηκε εξαιτίας του εκκεντρικού του στυλ.

Το «Goyas Ghosts»(2007), ήταν μια χορταστική ιστορική τοιχογραφία και ένα περίπλοκο πορτρέτο του Goya κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ναπολεόντειας κατάκτησης και θρησκευτικών διώξεων στην Ισπανία.

Ο Forman είναι ένας ανελέητος παρατηρητής της ανθρώπινης κωμωδίας που συχνά κατηγορήθηκε για κυνισμό, τόσο στην Τσεχοσλοβακία όσο και στη Δύση. Απέναντι σε αυτές τις κριτικές απαντούσε με τα λόγια του Τσέχωφ, επισημαίνοντας ότι «αυτό που είναι πρωταρχικά σκληρό είναι η ίδια η ζωή». Το όραμα του Forman ήταν βαθιά ριζωμένο στην αντι-δογματική, ρεαλιστική και ουμανιστική παράδοση  Τσέχων λογοτεχνών όπως οι Jaroslav Hasek και Bohumil Hrabal. Ο Forman υπήρξε ένας εξαιρετικός τεχνίτης του σινεμά αλλά η αμερικάνική καριέρα του δεν χαρακτηρίζεται από την ίδια καινοτόμο δυναμική που είχε στα νεανικά του χρόνια στην Πράγα.

Ο έρωτας στα χρόνια της “άνοιξης της Πράγας”

Σε μια μικρή πόλη της Τσεχοσλοβακίας  ένας ηλικιωμένος διευθυντής εργοστασίου πιέζει ένα στρατιωτικό αξιωματούχο για να μεταφέρει μια μονάδα στρατού στην περιοχή .Γιατί; Επειδή το ηθικό και η απόδοση στην γυναικεία πτέρυγα του εργοστασίου έχει πέσει, πιστεύει ότι λίγος παλιομοδίτικος ρομαντισμός θα θεραπεύσει το πρόβλημα. Ωστόσο από κακό προγραμματισμό του συστήματος αντί για νεαρούς στρατιώτες  στέλνονται  μεσήλικες εφεδρικοί , ως επί το πλείστον παντρεμένοι.

Κατά τη διάρκεια ενός γιγαντιαίου πάρτι χορού, που παρακολουθείται στενά από τον διευθυντή και τους βοηθούς του, η όμορφη Andula (Hana Brejchova) και δύο φίλες της φλερτάρονται αμήχανα από τρεις στρατιώτες  . Ωστόσο, πριν αποχωρήσουν, η Andula προσεγγίζεται από τον πολύ νεότερο πιανίστα της ορχήστρας , Milda (Vladimir Pucholt)που την πείθει να πάει στο δωμάτιό του. Περνούν τη νύχτα μαζί και το επόμενο πρωί την διαβεβαιώνει επανειλημμένα: «Δεν έχω φίλη στην Πράγα» . Ο Milda φεύγει από την πόλη, εκείνη περιμένει και καθώς δεν έχει νέα του αποφασίζει να ταξιδέψει στην Πράγα για να τον εντοπίσει. Όμως, η αιφνιδιαστική άφιξή της προκαλεί σοβαρή διαμάχη μεταξύ των συντηρητικών γονιών του…

Οι «Έρωτες μιας ξανθιάς» είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα  της κινηματογραφικής  «άνοιξης της Πράγας», ενός κινήματος  που διήρκεσε από την αρχή της δεκαετίας του ’60, μέχρι την επέμβαση των σοβιετικών τανκς το 1968. Τότε εμφανίστηκε  μία νέα γενιά ταλαντούχων σκηνοθετών (Μίλος Φόρμαν, Ιβάν Πασέρ ,Γίρι Μένζελ ,Βέρα Χιτίλοβα κ.α.), απόφοιτων της Ακαδημίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης της Πράγας . Ανάλογες τάσεις εμφανίστηκαν και σε άλλες χώρες του ανατολικού μπλοκ :στην Ουγγαρία με τον Ίστβαν Ζάμπο, στην Πολωνία με τον Γέρζι Σκολιμόφσκι, στη Σοβιετική Ένωση με τον Ταρκόφσκι .Το κίνημα αυτό ήταν σε παράλληλη τροχιά με τη γαλλική «Nouvelle Vague», το αγγλικό «Free Cinema» ,το βραζιλιάνικο «Cinema Novo», τη νέα γενιά των Ιταλών  ρεαλιστών (Παζολίνι, Όλμι, Μπερτολούτσι) και τη «Σχολή της Νέας Υόρκης» με τον Κασσαβέτη.

Η εναρκτήρια σεκάνς στους «Έρωτες μιας ξανθιάς» αποτυπώνει τέλεια το λεπτά σατριρικό αλλά και υπαινικτικά μελαγχολικό πνεύμα της ταινίας.  Μια εργάτρια αποδίδει με αδεξιότητα ένα απλοϊκό Beatle-esque  τραγούδι, που μέσα από τους στίχους του  εξηγεί γιατί έγινε «χούλιγκαν». Αυτό είναι το κωμικο-τραγικό προφίλ της εξέγερσης των νέων στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία ,που έγινε κυρίως στη σφαίρα της φαντασίας. Άλλωστε σε παγκόσμιο επίπεδο η ποπ κουλτούρα ήταν  ένα μέσο εκτόνωσης μιας επαναστατικής ώσης, που εκφυλίστηκε με τη χρήση παραισθησιογόνων ουσιών ώστε να μην προκαλέσει  κοινωνική ή πολιτική ανατροπή.

Το φιλμ είναι ένα μοντάζ κινηματογραφικών αυτοσχεδιασμών που οργανώνονται, όπως στη μουσική τζαζ, γύρω από ορισμένα θέματα. Σε αυτό το πλαίσιο οι χαρακτήρες αυτοσχεδιάζουν ,όπως τα διάφορα όργανα μιας μπάντας. Ο ιστός της αφήγησης δομείται γύρω από έξυπνα γκαγκς ,που θυμίζουν πρώιμη κινηματογραφική κωμωδία: το περιφερόμενο μπουκάλι κρασιού, το δακτυλίδι που κυλά στο πάτωμα ,το διάβασμα της παλάμης, τα χαλασμένα στόρια, ο ύπνος των γονιών με τον ενήλικο γιο κ.α.  Κάθε επεισόδιο της ταινίας απεικονίζει και σχολιάζει. Η Andula, «η ξανθιά» του τίτλου, είναι το ερευνητικό όργανο της ταινίας. Είναι, ταυτόχρονα, προϊόν του κόσμου της, μάρτυρας και επαναστάτρια. Η προοπτική της ζωής της συνθλίβεται πολλαπλά. Ως παιδί απέδρασε από μια καταχρηστική οικογένεια. Ως νεαρή γυναίκα είναι εκτεθειμένη σε επιθετικές πρακτικές αποπλάνησης . Ως μέλος της εργατικής τάξης ελέγχεται από έναν καταναγκαστικό πολιτικό μηχανισμό.

Η συμπονετική απεικόνιση του Forman για το προλεταριάτο, το ενδιαφέρον του για τις αίθουσες χορού, ο ερασιτεχνισμός των ηθοποιών και η ψυχολογική αδιαφάνεια, μαρτυρούν μια εκλεκτική συγγένεια με τα  «Il Posto» (1961) και «I fidanzati»( 1963)του Ermanno Olmi. Και οι δύο σκηνοθέτες επικεντρώνονται στην βλαπτική επίδραση του κοινωνικού και εργασιακού περιβάλλοντος  σε νέους και υπάκουους εργαζόμενους. Βέβαια , ο Olmi απεικονίζει την «καπιταλιστική» αποξένωση που προκαλεί η σαγηνευτική καταναλωτική κουλτούρα της μεταπολεμικής οικονομικής έκρηξης. Από την πλευρά του ο Forman δείχνει την «κομμουνιστική» αποξένωση που προκαλείται από την νοοτροπία της αγέλης, του ελέγχου , της καταστολής και της άγνοιας.

Το κύριο μέλημά του Forman δεν είναι να ακολουθήσει την ανάπτυξη μιας δραματικής πλοκής ή την μελέτη ενός χαρακτήρα, αλλά επιδιώκει να ρίξει φως στα κοινωνικά ζητήματα. Αναμειγνύει τα προσωπικά του βιώματα και την λεπτομερειακή παρατήρηση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Μας προσφέρει μία φέτα ζωής που εμπεριέχει όλες τις διαλεκτικές αντιθέσεις της ζωής στο ανατολικό μπλοκ. Η συγκινησιακή  δύναμη του φιλμ πηγάζει από τον ήρεμο και χωρίς αυθαίρετες λυρικές εξάρσεις ανθρωποκεντρισμό του.  Οι ήρωες είναι απλοί άνθρωποι και όχι διανοούμενοι .Τους παρατηρεί με συμπάθεια, με ανθρωπιά αλλά και με κάποια αποστασιοποίηση. Εστιάζει στις μικρές ασήμαντες στιγμές, στις χειρονομίες, στα βλέμματα, στα χαμόγελα, στα δάκρυα τους. Η οξεία αίσθηση και η διαύγεια του βλέμματος επιτρέπει στο θεατή  να νιώσει τη γεύση και την ανάσα της καθημερινής ζωής ,την αλήθεια πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων, τη σύγκρουση των γενεών. Ο αισθησιασμός του λυρικού βλέμματος σε συνδυασμό με τη ψυχρή παρατήρηση ,ο  αυθορμητισμός και  το γνήσιο χιούμορ, η ελλειπτικότητα της αφήγησης και η αφαίρεση της φόρμας , η πλαστικότητα του κάδρου και η σύνδεση των πλάνων αποκαλύπτουν τη κρυμμένη ποίηση του καθημερινού.

Οι «έρωτες μιας ξανθιάς» είναι μια υβριδική ταινία που αποκαλύπτει την  άρτια γνώση της κινηματογραφικής γλώσσας αλλά και την προσωπική  ευαισθησία του Forman. Ισορροπεί θαυμαστά στη λεπτή γραμμή μεταξύ νατουραλισμού και χιουμοριστικής σάρκας ,μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ , λεκτικού χιούμορ και σλάπστικ, πίκρας και γλυκύτητας. Ο κύκλος της αφήγησης ξεκίνησε με ένα χαρούμενο τραγούδι και κλείνει με τον λυγμικό ήχο μιας κιθάρας και μιας αισθαντικής φωνής που στεφανώνουν τις τελικές μελαγχολικές εικόνες.