• Σενάριο:Daniel Biasini/Claude Sautet /Jean-Paul Török
  • Φωτ: Jean Boffety
  • Μουσική: Philippe Sarde
  • Ερμ.: Patrick Dewaere, Yves Robert, Brigitte Fossey,Jacques Dufilho,Claire Maurier
  • Διάρκεια:110 λεπτά

 Ο νηφάλιος ανατόμος της γαλλικής αστικής τάξης

Ένας από τους πιο αξιοσέβαστους Γάλλους σκηνοθέτες ,ο Claude Sautet(1924-2000)  , ξεκίνησε την καριέρα του ως θεωρητικός του κινηματογράφου και σεναριογράφος . Υπήρξε σύγχρονος της “Nouvelle Vague” χωρίς ποτέ να αποτελέσει μέρος της .

Το μελβιλικό νουάρ «Classe tous risques» (1960) ήταν η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, αλλά μετά από το παρεμφερές αλλά άτονο  «L’Arme à gauche»(1964), στράφηκε  κυρίως σε οικεία δράματα για τη φιλία, την οικογένεια και τον έρωτα. Καθιερώθηκε στη δεκαετία του 70 με ταινίες όπως  « Les Choses de la vie»(1970) ,«Max et les Férrailleurs»(1971), «César et Rosalie» (1972), «Vincent, Paul, François, et les Autres» (1974), «Mado» (1976) και «Une Histoire Simple» (1978).Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 έκανε λίγες ταινίες, το εξαιρετικό  αλλά παραγνωρισμένο «Un Mauvais fils»(1980) ,το «Garçon!» (1983), και τη σουρεαλιστική κωμωδία «Quelques Jours Avec Moi» (1988) που είχαν χλιαρή υποδοχή. Ο Sautet ξαναβρήκε τη φόρμα του το 1992 με το «Un Coeur en Hiver», ένα διαλογισμό  στη  ζωή της μεσαίας τάξης. Μετά από αυτόν τον θρίαμβο, το 1995 παρουσίασε το τελευταίο έργο του «Nelly et Monsieur Arnaud» που έχει στο επίκεντρο του  ένα ασυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο.

Εκτός από σκηνοθέτης, ο Sautet ήταν επίσης πετυχημένος σεναριογράφος( ο Truffaut τον αποκαλούσε «γιατρό των σεναρίων») και τις δεξιότητες γραφής του αναζήτησαν πολλοί άλλοι σκηνοθέτες, συμπεριλαμβανομένων των Georges Franju («Les Yeux sans visage»), Jean-Paul Rappeneau («La Vie de château») και Jacques Deray («Borsalino»).

Ο Sautet έκανε έναν αστικό κινηματογράφο, με «καλή γαλλική ποιότητα»  , καλοχτισμένο, ηθογραφικό και ψυχολογικό, με σπουδαίους ηθοποιούς, με ύφος και με ήθος. Είχε στο επίκεντρο της θεματικής του τις ανθρώπινες σχέσεις και τη φθορά τους στο πέρασμα του χρόνου. Κύρια χαρακτηριστικά του έργου του είναι τα καλοδουλεμένα σενάρια, η λεπτότητα, το βάθος συναισθημάτων και οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών. Υπάρχει μια αίσθηση μελαγχολίας και ηρεμίας που διαπερνά τον κινηματογράφο του  και συμβαδίζει με τον ρυθμό του, μια εσκεμμένη βραδύτητα, που μας δίνει τον χρόνο να εισέλθουμε στον κόσμο του. Έναν κόσμο που συμπληρώνουν πολυσύνθετοι χαρακτήρες και που απαιτεί από τον θεατή  προσοχή στις λεπτομέρειες: βλέμματα, χειρονομίες, λόγια ,σιωπές…

Un mauvais fils - Les Programmes - Forum des images

Μια πραγματεία για το χάσμα των γενεών

Ο Bruno Calgagni (Patrick Dewaere) επιστρέφει στη Γαλλία ,από τις ΗΠΑ όπου εξέτισε ποινή φυλάκισης πέντε ετών για διακίνηση ηρωίνης. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, η μητέρα του πέθανε. Ο πατέρας του, René Calgani ( Yves Robert) τον καλωσορίζει, αλλά η κατάσταση γρήγορα γίνεται αφόρητη όταν τον κατηγορεί ότι είναι υπεύθυνος για το θάνατο της μητέρας του. Ο Bruno βρίσκει δουλειά αρχικά ως χειρωνακτικός εργάτης και αργότερα σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο. Εκεί γνωρίζεται και συνδέεται με την όμορφη Catherine (Brigitte Fossey), που είχε επίσης προβλήματα με τα ναρκωτικά. Προσπαθεί να ξαναβρεί το δρόμο του  στη ζωή, αλλά οι σχέσεις του  με τον πατέρα του και την Catherine έχουν διακυμάνσεις. Τα σύννεφα μιας καταιγίδας επιστρέφουν …

Ο «Κακός γιος» σηματοδότησε την έναρξη ενός  κύκλου στο έργο του Claude Sautet. Μετά από τη δεκαετία του 1970  όπου εξερεύνησε την υπαρξιακή οδύνη της γενιάς του ,αποφάσισε να απεικονίσει άλλα κοινωνικά περιβάλλοντα, άλλες ηλικίες , άλλους τύπους χαρακτήρων και καταστάσεων.

Το φιλμ είναι μια οπτικοποίημένη   «πραγματεία» σχετικά με την επικοινωνία ενός πατέρα και ενός γιου . Πολλοί άλλοι σκηνοθέτες έχουν εξετάσει το χάσμα μεταξύ των γενεών, αλλά σπάνια με την φινέτσα και την ευαισθησία  του Sautet.

Η αιθέρια αφήγηση ακολουθεί μια πορεία φυσικής ρευστότητας που δημιουργεί στον θεατή μια αβίαστη μέθεξη. Η δράση είναι συγκρατημένη και μελαγχολική, οι εικόνες συντίθενται από μια χειμερινή χρωματική παλέτα, σε μπλε, γκρι και γήινους τόνους. Οι σκηνές και τα γεγονότα, η εξέλιξη κάθε χαρακτήρα, όλα συνδέονται με φινέτσα και χάρη . Ο Sautet  αποφεύγει το υπερβολικό  δράμα, τον τραχύ νατουραλισμό , δεν δημιουργεί  έντονες συγκρούσεις .Με ακρίβεια στη γραφή και ισορροπία στα εκφραστικά μέσα, διηγείται  μια απλή ιστορία απλών ανθρώπων .Αλλά αυτή ακριβώς είναι και η δύναμη της ταινίας. Μιλά για τη μοναξιά, για την απώλεια, για τη συντριπτική βαρύτητα της ζωής, για την δυσκολία του καθενός να πολεμήσει τα λάθη του. Ο θεατής καταδύεται  στον κόσμο αυτών των βασανισμένων ψυχών, που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την αποξένωση και τη θλίψη  σε εργοτάξια, σκονισμένα βιβλία, άδεια διαμερίσματα , βρεγμένους δρόμους. Το φιλμ είναι  γενναιόδωρο, συγκινεί, επικεντρώνεται στην αλληλεγγύη, στην ψυχική ανάταση των ηρώων αλλά και του θεατή.

Το Παρίσι πάλλεται από απεργίες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες αλλά κανένας από τους χαρακτήρες της ταινίας δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα εκτός από τον δικό του εσωτερικό πόνο. Περπατούν στους ίδιους δρόμους με ανθρώπους που γνωρίζουν και αλληλεπιδρούν , πίνουν μαζί τους σε μπαρ, περνούν από αφίσες που ζητούν τη συμμετοχή τους, αλλά αυτοί  απέχουν. Οι σκέψεις τους είναι αλλού:  τι θα μπορούσαν να είχαν κάνει, τι θα έπρεπε να είχαν κάνει , τι θα έπρεπε να είχαν γίνει.

Ο Bruno βρίσκει προσωρινά κάποια ηρεμία στο παλιό βιβλιοπωλείο, όπου συναντά ένα συμπαθές ζευγάρι ομοφυλόφιλων και ερωτεύεται την Catherine. Η ταινία δείχνει την εξέλιξη της σχέσης τους με μεγάλη τρυφερότητα και ανθρωπιά και χωρίς να αποκρύπτει τις δυσχέρειες που αυτή συνεπάγεται . Στη πιο συγκινητική σκηνή της ταινίας  ο Bruno, κατανοώντας την επείγουσα ανάγκη της Catherine, της κάνει ένεση ηρωίνης με αληθινή στοργή . Η χρήση ναρκωτικών  αποκαλύπτει τη γραμμή του ρήγματος ανάμεσα στις γενιές .Ούτε ο στενόμυαλος πατέρας του Bruno ούτε ο ανεκτικός εργοδότης της Catherine  μπορούν να κατανοήσουν και να δικαιολογήσουν τον ολέθριο εθισμό των δυο νέων .Ωστόσο ο Sautet  δεν διολισθαίνει στη κατήχηση. Αντιμετωπίζει τον εθισμό  ως ασθένεια , που τσακίζει κάποιους ευάλωτους ανθρώπους ,και όχι κάποιους εγκληματίες.

Ο Sautet είχε αρχικά σκεφτεί τον Gérard Depardieu για τον ρόλο του Bruno, αλλά  άλλαξε γνώμη όταν συνειδητοποίησε ότι είχε πολύ αυτοπεποίθηση για να παίξει πειστικά τον εύθραυστο πρωταγωνιστή. Ο Patrick Dewaere , εμβληματική μορφή του γαλλικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1970, είναι ο ιδανικός ερμηνευτής, ένας  χαρισματικός και ενστικτώδης ηθοποιός γνωστός για τη βιωματική ,πολυσύνθετη ερμηνεία του σε ρόλους βασανισμένων αντρών. Η παρακολούθηση του Dewaere είναι πάντα μια συναρπαστική και συγκινητική εμπειρία, επειδή βιώνει τον ρόλο του με κάθε ίνα του. Με σιωπές και μικρές χειρονομίες, μεταδίδει τη θλίψη, την ανασφάλεια ,την απελπισία. Μερικές φορές  το βλέμμα του δεν είναι το βλέμμα ενός άντρα αλλά ενός παιδιού, βαθιά πληγωμένου από την πατρική απόρριψη. Ως άνθρωπος, ο Dewaere ήταν ένα αίνιγμα, μια  ευμετάβλητη και παρορμητική δύναμη της φύσης , ένα από τα μεγάλα ταλέντα της οθόνης. Ωστόσο είχε μια τραγικά σύντομη καριέρα καθώς  αυτοκτόνησε το 1982 ,για λόγους που παραμένουν άγνωστοι.

Ο Yves Robert,  διακεκριμένος ηθοποιός  και σκηνοθέτης («La Guerre des boutons» του 1962), είναι θαυμάσιος στον ρόλο του πατέρα. Αποτελεί μια προέκταση των σκληρών αντρών της «παλαιάς σχολής», δύστροπος, περήφανος αλλά και υποκριτικός «εγγυητής» της λαϊκής ηθικής. Καταφεύγει στην αδέξια χειρονομία ,αναζητά πάντα μια απασχόληση ,όπως να φτιάχνει καφέ ,για να αποφύγει ένα πραγματικό τετ- α-τετ με τον γιο του. Εκφράζεται με ξεσπάσματα θυμού, όπου οι λέξεις υπερβαίνουν τη σκέψη, όπου η δυσαρέσκεια αντικαθιστά τη στοργή. Όταν η ατυχία τον κτυπά, απορρίπτει τον οίκτο των άλλων, «αποσύρεται».

Εξαίρετη και η Brigitte Fossey ως η ευαίσθητη και ευάλωτη νεαρή γυναίκα που αγωνίζεται να ξεπεράσει την εξάρτηση   από τα ναρκωτικά. Όσο για τον Jacques Dufilho  ,κατακτά την οθόνη σε κάθε εμφάνιση του , φέρνοντας χρώμα και βάθος στον σύνθετο χαρακτήρα του βιβλιοπώλη.

O «Κακός γιός» είναι μια ειλικρινής και σπαρακτική ματιά στα συντρίμμια μιας οικογένειας . Η τρυφερότητα και η ανθρώπινη θέρμη διαποτίζουν κάθε καρέ . Είναι μια ταινία που αφήνει στον θεατή τα ίχνη της και ένα μεταίσθημα  άφατης μελαγχολίας.