• Σενάριο: Federico Fellini , Ennio Flaiano , Tullio Pinelli
• Φωτ: Carlo Carlini, Otello Martelli, Luciano Trasatti
• Μουσική: Nino Rota
• Ερμ: Franco Interlenghi, Alberto Sordi , Franco Fabrizi , Leopoldo Trieste, Riccardo Fellini, Leonora Ruffo, Jean Brochard
• Διάρκεια: 104 λεπτά

Ο «τσιρκολάνος» του σινεμά

Ο Federico Fellini(1920-1993) αρχίζει να δημιουργεί σε μια περίοδο όπου το ιταλικό σινεμά βρισκόταν στην πρωτοπορία των κινηματογραφικών εξελίξεων .Μετά το κλείσιμο του κύκλου του ο νεορεαλισμός παρέδωσε τη σκυτάλη στο πιο μοντέρνο σινεμά των δημιουργών, με τo ιερό κουαρτέτο των Fellini, Visconti, Antonioni ,Pasolini να κυριαρχεί .Από όλους αυτούς ο Fellini ήταν ο πιο γνωστός κι επιτυχημένος και ταυτόχρονα ο πιο λαϊκός. Δεν έκανε ταινίες που απευθυνόταν στους διανοούμενους και τους σινεφίλ αλλά στο ευρύ κοινό. Παρόλα αυτά εξαρχής το έργο του ταξινομήθηκε στον κινηματογράφο Τέχνης.
Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως σεναριογράφος και συνεργάστηκε με τον Roberto Rossellini στα σενάρια των «Roma città aperta (1945)»και «Paisà»(1946), δύο ορόσημων του νεορεαλιστικού κινήματος .Ωστόσο η εκκεντρικότητα των αυτοβιογραφικών εμπνεύσεων του και μια αδυσώπητη αίσθηση του κωμικού τον απομάκρυναν από τον άκαμπτο νεορεαλισμό των Rossellini και De Sica και στο αποκορύφωμα της καριέρας του υιοθέτησε ένα ξεχωριστό ποιητικό και επιδραστικό στυλ ,τόσο μοναδικό που μόνο ο όρος ‘Felliniesque’ θα μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια.

Τα σημαντικότερα θέματα που βρίσκουμε στο σινεμά του έχουν να κάνουν με τον κόσμο του λαϊκού θεάματος: οι ήρωες του συχνά είναι ηθοποιοί στο σινεμά , στο μιούζικ χώλ, στην επιθεώρηση, στο βαριετέ, στο τσίρκο. Υπάρχουν σκηνές που αναπαριστούν θεατρικά αλλά και άλλου είδους δρώμενα :καρναβάλι, θρησκευτικές τελετές, παραδοσιακές γιορτές, παρελάσεις. Ο Fellini δανείστηκε στοιχεία από όλα τα παραπάνω και τα ενέταξε αρμονικά στην κινηματογραφική του γλώσσα.
Η δεύτερη σημαντική θεματική του είναι η αναφορά στην παιδική ηλικία και τις αναμνήσεις της: ο Fellini εγκαινιάζει αυτό το είδος του Νοσταλγικού σινεμά, μέσα από ταινίες όπως το «Amarcord»(1973) και το «Roma» (1972).Αυτή η
μελαγχολική, θεαματική και καρικατουρίστικη αναπαράσταση της παιδικής ηλικίας συντίθεται μέσα από γραφικούς χώρους με έντονα ζεστά χρώματα, σε συνδυασμό με τη απογειωτική μουσική του Nino Rota.

Ο Fellini aγαπούσε τους κλόουν, τις εκκεντρικές ανθρώπινες φυσιογνωμίες και τη Ρώμη, φυσικό σκηνικό των περισσότερων ταινιών του . Δημιουργούσε εντυπωσιακά πλάνα-σεκανς που συχνά δημιουργούσαν χαοτική δομή όπου όμως πάντοτε ενυπήρχε ένας συνεκτικός αφηγηματικός ιστός .Το μοναδικό “Felliniesque” στιλ του, χαρακτηρίζεται από απεριόριστο φορμαλιστικό και αφηγηματικό οίστρο , συζευγμένο με την ικανότητά του να συλλαμβάνει την πραγματικότητα και να αντανακλά την αλήθεια της μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη του ονείρου – δείγμα ενός αληθινού «ποιητή της εικόνας». Οι ταινίες του αντικατοπτρίζουν τη δική του βιωμένη πραγματικότητα, με μια σαγηνευτική σύντηξη πραγματικού και ονειρικού, ομορφιάς και ασχήμιας, μνήμης και επιθυμίας.

Θεωρούσε ότι η δυστυχία του σύγχρονου ανθρώπου είναι η μοναξιά, κι αυτό είναι κάτι που ξεκινάει από πολύ βαθειά, από τις ρίζες της ύπαρξής μας. Το έργο του αποκλίνει από το νεορεαλιστικό ρητό ότι ο «χαρακτήρας καθορίζεται από τις ιστορικές περιστάσεις» στον εξατομικευμένο χαρακτήρα που καθοδηγείται, προς το «Καλό» ή το «Κακό», από την υποκειμενικότητά του («Luci del varietà»(1950), «Lo sceicco bianco»(1952), «I vitelloni»(1953)). Ο «υποκειμενικός» χαρακτήρας και η κρυφή ηθικολογία του περιλαμβάνει και τα ζητήματα της πνευματικότητας ,της σωτηρίας και της θείας χάριτος («La strada»(1954), «Il bidone»(1955), «Le notti di Cabriia»(1957)).
Από τη «Dolce Vita»(1960)-έξοχη τοιχογραφία των ηθών της Ρώμης στις αρχές της δεκαετίας του 1960- και μετά οι ταινίες του θα γίνουν όλο και περισσότερο αυτό-αναφορικές: χωρίς να είναι εντελώς βασισμένες στην αυτοβιογραφία του, θα έχουν παραπομπές στο παρελθόν και στις αναμνήσεις, είτε αληθινές είναι επινοημένες. Στα «8 1/2»(1963), «Giulietta degli spiriti»(1965), «Roma»(1972) και «Amarcord»(1974) θα απομακρυνθεί από την ευθύγραμμη αφήγηση: θα επιλέξει μια συρραφή εικόνων όπου ο ισχνός θεματικός άξονας θα είναι μια πρόφαση για να εκθέσει της προσωπικές φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις του .
Επίσης γύρισε δοκίμια για τη φασιστική Ιταλία («Amarcord»), τις σχέσεις ανδρών/γυναικών («La città delle donne»(1980) και το θάνατο των ανθρώπων του θεάματος («I clowns»(1970), «Ginger e Fred»(1985)).Και βέβαια δυο αταξινόμητα ,τολμηρά και σπουδαία έργα: το «Satyricon»(1969) και τον «Il Casanova»(1976).

Ο Fellini, αυτός ο μέγιστος οραματιστής του κινηματογράφου, μεταμόρφωσε τα βιώματα της ζωής του στον σουρεαλισμό της τέχνης του. Η συνισταμένη του έργου του αποδεικνύει ότι ο ανόθευτος ρεαλισμός είναι μια αδύνατη έννοια, αποκαλύπτοντας τον δομικό ιστό της κατασκευής του και προσθέτοντας του το αναζωογονητικό στοιχείο του φανταστικού. Με τα δικά του λόγια: «Κάνω μια ταινία με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ζω ένα όνειρο…»

I vitelloni di Federico Fellini - Bergamo Film Meeting

“Felliniesque” μελαγχολία για την άσκοπα ξοδεμένη νιότη 

Στην παραθαλάσσια πόλη του Ρίμινι, πέντε αργόσχολοι τριαντάρηδες που ζουν σε βάρος των γονιών τους ξοδεύουν άσκοπα τις μέρες τους παίζοντας μπιλιάρδο, κυνηγώντας κορίτσια, στήνοντας φάρσες. Ο Leopoldo (Leopoldo Trieste), ένας επίδοξος θεατρικός συγγραφέας, είναι ο διανοούμενος της ομάδας, και ο Riccardo (Riccardo Fellini, αδελφός του σκηνοθέτη) είναι ένας τοπικά δημοφιλής ερασιτέχνης τραγουδιστής, αλλά οι άλλοι, όπως ο Alberto (Alberto Sordi) και ο Moraldo (Franco Interlenghi), δεν δείχνουν κάποιο ταλέντο ή φιλοδοξία. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Fausto (Franco Fabrizi), ένας ματαιόδοξος γόης που αναγκάζεται, από τον πατέρα του, να παντρευτεί με την αδερφή του Moraldo, Sandra (Leonora Ruffo). Ωστόσο ακόμα και παντρεμένος, ο ερωτύλος Fausto δεν μπορεί ακόμα να αποποιηθεί τις κακές συνήθειες του. Μια απόπειρα να αποπλανήσει τη γυναίκα του αφεντικού του οδηγεί στη ταπεινωτική απόλυση του. Για να εκδικηθεί κλέβει ένα άγαλμα που προσπαθεί μάταια να πουλήσει. Η άκαμπτη ανευθυνότητα του Fausto ωθεί την ταινία προς το αποκορύφωμά της, ένα μείγμα μελοδράματος και φάρσας…

Οι «Βιτελόνι » συχνά τοποθετούνται στην αθέατη πλευρά της εξαιρετικής καριέρας του Federico Fellini. Κι όμως χωρίς αυτή τη γλυκόπικρη, λυρική ιστορία αντρικής φιλίας, πιθανότατα δεν θα είχαμε δει ποτέ ταινίες όπως τα «American Graffiti»(1973)του Lucas ,«Mean Streets»(1973) του Scorsese και «Diner» του Levinson. Kαι φυσικά δεν θα υπήρχε το, ανάλογης θεματικής αλλά διαφορετικού ύφους, «Calle Mayor» (1956) του Ισπανού Juan Antonio Bardem.

Το τρίτο φιλμ του Fellini συνιστά τρανό παράδειγμα “grande cinema”: μια τοιχογραφία του μεταπολεμικού Ρίμινι, γενέτειρας του σκηνοθέτη, αλλά και μια ευαίσθητη μελέτη χαρακτήρων αυτών των όχι και τόσο νέων αντρών, που παγιδεύονται ,αλλοτριώνονται , απορροφώνται από τα καταθλιπτικά στερεότυπα της μικρής επαρχιακής πόλης.
Ενώ οι ασυμβίβαστοι νεορεαλιστές ασχολήθηκαν με τη ζοφερή πλευρά της ιταλικής μεταπολεμικής κοινωνίας (φτώχεια, ανεργία ,γηρατειά), ο Fellini εστιάζει με την ίδια διορατικότητα και πάθος-αλλά και με λυτρωτικό χιούμορ-σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνική ομάδα. Οι τεράστιες κοινωνικές αλλαγές που ακολούθησαν το τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου δημιούργησαν ένα σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των γενεών .Οι πέντε «Βιτελόνι» (στην ιταλική αργκό, οι ανεπρόκοποι νέοι)δυσκολεύονται ή και αποφεύγουν να βρουν δουλειά αναζητώντας καταφύγιο σε μια παρατεταμένη εφηβεία. Η παλαιότερη γενιά, που έχει υπομείνει τόσα δεινά δεν μπορεί να ενσταλάξει στους απογόνους της μια αίσθηση ωριμότητας και ανιδιοτελούς συμπόνιας για τους άλλους.

Κάθε «βιτελόνι» ζει μια κρίση όταν οι φαντασιώσεις του συνθλίβονται από τη σκληρή πραγματικότητα. Όταν μάλιστα οι επιπόλαιες λύσεις που επινοούν σε σοβαρά προβλήματα αποτυγχάνουν ,προσκολλώνται ακόμη πιο πολύ στα χιμαιρικά τους όνειρα ή επιστρέφουν στην ασφάλεια της οικογενειακής εστίας . Μόνο ο ήσυχος και στοχαστικός Molardo (άραγε ο ίδιος ο Fellini; ) διδάσκεται από τα αρνητικά παραδείγματα των φίλων του. Καταλύτης είναι ένα μικρό αγόρι που αγόγγυστα δουλεύει στο σιδηροδρομικό σταθμό σε αντίθεση με το αξιοθρήνητο κουιντέτο που ζει παρασιτικά. Οι υπόλοιποι είναι καταδικασμένοι να ξοδέψουν ακόμη μερικά χρόνια κενής διασκέδασης προτού βυθιστούν οριστικά στον πυθμένα της μιζέριας. Η εμβληματική σκηνή όπου αγναντεύουν την γκρίζα θάλασσα μέσα στον παγωμένο αέρα του χειμώνα, συνοψίζει τον θεματικό πυρήνα της ταινίας: πλήξη ,μελαγχολία, ανεκπλήρωτα όνειρα , ματαιοδοξία, άρνηση κοινωνικής ενσωμάτωσης.
Στους «Βιτελόνι» συνυπάρχουν όλες οι αρετές που καθιέρωσαν τον Fellini ως τον κατεξοχήν «ποιητή της εικόνας»: η φυσική κλίση του προς το θέαμα , η λυρική αίσθηση του τοπίου, η αβίαστη ικανότητα στο πλάσιμο αδρών και διαχρονικών χαρακτήρων, η διαυγής και έντονη σύνθεση του κάδρου. Ο ρεαλισμός και το γκροτέσκο λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο ,σε μια διαλεκτική αναμέτρηση πραγματικού και φαντασιακού .Από την εναρκτήρια σκηνή, όπου ένας διαγωνισμός ομορφιάς διακόπτεται από καταρρακτώδη βροχή, μέχρι την φαντασμαγορία του καρναβαλιού, η ταινία είναι γεμάτη από σύντομες εκρήξεις χαράς και γιορτής που προκαλούν μικρά ρήγματα στην ζοφερή καθημερινή ρουτίνα . Η μουσική επένδυση του Nino Rotα ποτέ δεν συνταίριαξε καλύτερα με την ατμόσφαιρα και το πνεύμα ταινίας του Fellini.

Οι «Βιτελόνι» υπερβαίνουν τη στεγνή σάτιρα και εξυψώνονται σε οικουμενική μελαγχολία, σε προυστική ονειροπόληση .Στη τελική σεκάνς, το  υποκειμενικό πλάνο του Moraldo, καθώς φεύγει με το τραίνο, μεταγγίζει  στον θεατή  τα ανάμικτα συναισθήματα του . Καθώς κοιτάζει προς τα πίσω , η κάμερα εικονογραφεί  στις  σκέψεις του: μπαίνει στα υπνοδωμάτια των φίλων του και χωρίς να ταράξει τον ύπνο τους  χαρίζει στον καθένα ένα τρυφερό χάδι αποχαιρετισμού.