• Σενάριο: Paul Laverty
  • Διευθυντής φωτογραφίας: Barry Ackroyd
  • Μουσική: George Fenton
  • Ερμ: Robert Carlyle, Oyanka Cabezas, Scot Glenn
  • Διάρκεια: 127 λεπτά

Ken Loach: Ένας διαυγής και αφοσιωμένος ανθρωπιστής

Ο Ken Loach δεν είναι μόνο ο πιο πολιτικός Βρετανός σκηνοθέτης αλλά και ο πιο λογοκριμένος . Η δύσβατη πορεία της σταδιοδρομίας του , δείχνει ξεκάθαρα τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισε αυτός ο ριζοσπαστικός δημιουργός. Από τη μια πολλοί κρατικοί οργανισμοί της Βρετανίας θεωρούσαν τις απόψεις του «επικίνδυνες» σε ορισμένα θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα :εργασιακές σχέσεις, εθνική ασφάλεια, το πρόβλημα της Βόρειας Ιρλανδίας .Παράλληλα η κινηματογραφική βιομηχανία έβρισκε τις ταινίες του «αντιεμπορικές» και «φτωχές».
Ο Loach σπούδασε νομικά αλλά το 1963 προσλήφθηκε ως σκηνοθέτης στην τηλεόραση του BBC. Στη δεκαετία του ’60 σκηνοθέτησε πολλά δραματοποιημένα ντοκιμαντέρ για την τηλεοπτική σειρά «The Wednesday Play». Ένα από αυτά, με τίτλο «Cathy Come Home» (1966), εξέταζε την αποσύνθεση μιας εργατικής οικογένειας και τα αλληλένδετα ζητήματα της ανεργίας και της έλλειψης στέγης. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Poor Cow»(1967), επικεντρώνεται στη ζωή μιας γυναίκας της εργατικής τάξης, ο σύζυγος της οποίας βρίσκεται στη φυλακή. Ακολούθησε το σπαραχτικό «Kes»(1970) για ένα αγόρι, κακοποιημένο στο σπίτι και το σχολείο, που γίνεται φίλος με ένα νεαρό γεράκι ενώ το θέμα του «Family Life»(1971), αφορούσε μια νεαρή κοπέλα με ψυχολογικά προβλήματα και τη χορήγηση ψυχοφαρμάκων.
Μετά από ένα χάσμα 7 ετών ,σκηνοθετεί τα «Black Jack» (1978), «Looks and smiles»(1981) και “Fatherland” (1986) που πάντως δεν συγκαταλέγονται στις μεγάλες στιγμές του.
To 1984, σε μία περίοδο έντονων εργατικών αγώνων με τη διαμάχη Θάτσερ και ανθρακωρύχων, ο Loach απάντησε με την τηλεοπτική ταινία «Which Side Are You On?» που προκάλεσε έντονες συζητήσεις για την υποστήριξή του στις απεργιακές κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων.
Το 1990 επανήλθε στο προσκήνιο με το πολιτικό θρίλερ «Hidden Agenda», για το ζήτημα της Βόρειας Ιρλανδίας . Το «Riff-Raff»(1991) απεικονίζει τις δοκιμασίες ενός συνεργείου οικοδόμων του Λονδίνου και το «Raining Stones»(1993) εξιστορεί την απεγνωσμένη προσπάθεια ενός άνεργου πατέρα να βρει χρήματα για να αγοράσει ένα φόρεμα στην κόρη του. Ακολούθησε το «Ladybird, Ladybird» (1994), ένα ζοφερό πορτρέτο μιας ανύπαντρης μητέρας που η κοινωνική πρόνοια της αποσπά δια της βίας τα έξι παιδιά, θεωρώντας την ανεύθυνο άτομο.
To ιστορικό-πολιτικό δράμα «Land and Freedom»(1995) είναι μια ελεγεία γύρω από τα προδομένα οράματα των αγωνιστών στον αντιδικτατορικό, εμφύλιο πόλεμο του 1936 στην Ισπανία. Εξίσου τολμηρή στη θεματική της είναι και η επόμενη ταινία του «Carla’s Song»(1996), γύρω από τον έρωτα ενός οδηγού λεωφορείου στη Γλασκόβη με μια προσφυγοπούλα από τη Νικαράγουα που βασανίζεται από εφιάλτες.
Ως ενεργός πολίτης σε επιφυλακή και συνεπής μαρξιστής , ο Loach καταγγέλλει: την εκμετάλλευση των εργαζομένων στο Λος Άντζελες («Bread and Roses»(2000)) ,την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων στη Μεγάλη Βρετανία(«The Navigators»(2001)), και τις φυλετικές προκαταλήψεις μετά την 11/9/2001 («A Fond Kiss»(2004).

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, κάμερα, υπαίθριες δραστηριότητες και κοντινό πλάνο

Με το «Sweet Sixteen» (2002) αποδεικύεται οξυδερκής παρατηρητής της σύγχρονης κοινωνίας και της νέας γενιάς ,ενώ στο «The Wind That Shakes the Barley» (2006) εξιστορεί τον αγώνα των Ιρλανδών τη δεκαετία του 1920 για την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού. Από το ζοφερό «It’s a Free World»(2007), πικρή παρατήρηση της παγκοσμιοποίησης, πέρασε στην κοινωνική κωμωδία «Looking for Eric» (2009), στο οποίο ως λάτρης του ποδοσφαίρου κατευθύνει τον Eric Cantona.
Στο «Route Irish»(2010) ασχολήθηκε με ένα πιο σοβαρό θέμα: τον αυξανόμενο ρόλο των ιδιωτικών πολεμικών εταιρειών στις σημερινές συγκρούσεις ,ενώ στο «The Angels Share»(2012) ένας νεαρός άνεργος πατέρας ανακαλύπτει ότι διαθέτει μια χαρισματική όσφρηση που του επιτρέπει να διακρίνει την υφή και τα αρώματα του ουίσκι κι έτσι του δίνεται η ευκαιρία ν’ αλλάξει τη ζωή του. Στην Ιρλανδία μας μεταφέρει το ιστορικό δράμα «Jimmy’s Hall»(2014),όπου ένας ακτιβιστής μετά από 10 χρόνια εξορίας προσπαθεί να επαναλειτουργήσει το πνευματικό κέντρο που είχε δημιουργήσει .Το «Ι, Daniel Blake»(2016) αφηγείται την ιστορία ενός ξυλουργού, ο οποίος έχοντας επιβιώσει από ένα καρδιακό επεισόδιο, έρχεται αντιμέτωπος με την κρατική γραφειοκρατία. Στο «Sorry We Missed You» (2019) μια οικογένεια της εργατικής τάξης προσπαθεί μην διαλυθεί μέσα στις άθλιες εργασιακές συνθήκες που βιώνει η σύγχρονη Μ. Βρετανία.

Σε όλη τη καριέρα του ,ο Loach αρνείται τον τίτλο του “auter”,τονίζοντας τη σημασία της ομαδικής συνεργασίας: με τους Nell Dunn, Jeremy Sandford, .Jim Allen και Paul Laverty που του έδωσαν σενάρια δομημένα μέσα στο ιδεολογικό του πλαίσιο ,τους κινηματογραφιστές Chris Menges και Barry Aykroyd που αποτύπωσαν με αυθεντικές εικόνες την οπτική του αίσθηση .Τον μικρόκοσμο του Loach αποτελούν : μέλη διαλυμένων ή προβληματικών οικογενειών, άνεργοι, κακοποιημένοι, θύματα των κοινωνικών υπηρεσιών, παράνομοι, περιθωριακοί, πρόσφυγες.
Διαυγής και αφοσιωμένος δημιουργός , παραμένει σταθερός στη δέσμευσή του για προοδευτικά ιδανικά και προσωπικό σινεμά ,παρά το ασταθές και ασαφές πολιτικό σκηνικό, τις ευμετάβλητες καλλιτεχνικές τάσεις και τις δυσκολίες χρηματοδότησης . Ο Ken Loach αντιλαμβάνεται τον κινηματόγραφο και ως τέχνη και ως μέσο κοινωνικής κριτικής. Ωστόσο δεν περιορίζεται στην έκθεση των ελλείψεων και των περιορισμών της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά δείχνει και την κατεύθυνση για την αλλαγή και την πρόοδο.

Carla's Song (1996) - Images - IMDb

Ένα τραγούδι για τη Νικαράγουα

.Γλασκόβη,1987.Ο George Lennox (Robert Carlyle), ατίθασος οδηγός λεωφορείου, συναντά την Carla (Oyanka Cabezas),  απελπισμένη πρόσφυγα από τη  Νικαράγουα .Αμέσως την ερωτεύεται . Αυτή αρχικά τον αποφεύγει ,μοιάζει να κρύβει βαριά μυστικά. Αυτός της συμπαραστέκεται ,της βρίσκει σπίτι ,την σώζει από αυτοκτονία. Χωρίζει με τη μακροχρόνια φίλη του, προκαλεί την απόλυση του ,με τις λιγοστές οικονομίες του αγοράζει δυο εισιτήρια για τη Νικαράγουα . Εκεί συναντούν τον  Αμερικανό Bradley(Scott Glenn)  πρώην πράκτορα της CIA που μεταστράφηκε και έγινε μέλος ανθρωπιστικής οργάνωσης. Αρχίζουν να αναζητούν τον αγνοούμενο πρώην σύντροφο της Carla, που εξαφανίστηκε στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα σε Σαντινίστας και Κόντρας…

Το σώμα του έργου  του Ken Loach διακρίνεται σε δυο κατηγορίες ταινιών: αυτές με το πολιτικό –ιστορικό περιεχόμενο («Land and freedom») και εκείνες που υπηρετούν τον κοινωνικό ρεαλισμό( «My name is Joe») .Τo «Τραγούδι της Κάρλα» ανήκει στην πρώτη κατηγορία και αναφέρεται στον εμφύλιο πόλεμο που έπληξε τη Νικαράγουα στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Το κοινωνικοπολιτικό κλίμα επαναστάσεων της Νότιας Αμερικής είχε αποτυπωθεί και σε άλλες σημαντικές ταινίες: «Missing»(1982)του Γαβρά, «Under Fire»(1982) του Spottiswoode , «Salvador»(1986) του Stone, που όμως ακολουθούσαν το πρόσχημα της δημοσιογραφικής έρευνας για να φτάσουν στην καρδιά της ιστορίας.

Το σενάριο  γράφτηκε από τον Paul Laverty, δικηγόρο που είχε συνεργαστεί με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νικαράγουα. Ο Laverty πρόσθεσε στο έργο του Loach ,την αυξημένη χρήση του χιούμορ μετριάζοντας τον διδακτισμό προηγούμενων ταινιών του. Η αφήγηση χωρίζεται σε δυο  μέρη: το πρώτο διαδραματίζεται στη Γκλασκόβη και ακολουθεί η μετάβαση στη Νικαράγουα που ενδυναμώνει με νέα ορμή την ταινία.

Ο Loach αδιόρατα ξεδιπλώνει τα καίρια ,οικουμενικά θέματα που απορρέουν από την μαρξιστική φιλοσοφία του: ιμπεριαλισμός, μυστικές υπηρεσίες, ανθρώπινα δικαιώματα, εργασιακές σχέσεις, σύζευξη ατομικού και συλλογικού. Η εστίαση του είναι διπλή :στο «προσωπικό» και στο «πολιτικό». Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι μόνο να θυμίσει πως η εμπλοκή των ΗΠΑ  τσάκισε μία λαϊκή επανάσταση αλλά  να καταδείξει με ευθύτητα και τόλμη τα προσωπικά τραύματα που προκάλεσε αυτή η ωμή πολιτική παρέμβαση. Ωστόσο ο  Loach δεν κάνει  άχαρη ,στεγνή  προπαγάνδα .Εμπλουτίζει την ταινία με ζωηρά χρώματα, με λαϊκό χιούμορ, με  αφοπλιστική ανθρωπιά.

Όπως και στο   «Land and freedom»,ένα μέλος της εργατικής τάξης αφήνει την αποπνικτική ζωή στη Βρετανία για να πάρει μέρος σε ένα μακρινό πόλεμο, όπου άνθρωποι από διαφορετικές αφετηρίες ενώνονται για  ιδεαλιστικούς σκοπούς. Ωστόσο για τον George η κινητήρια δύναμη είναι ο έρωτας ,και όχι η πολιτική στράτευση . Νοιώθει ότι η Carla  τυραννιέται από τους προσωπικούς της δαίμονες  και προσπαθεί να την βοηθήσει .Θεωρεί ότι μόνο αν απαλλαγεί από αυτό το άλγος ,η σχέση τους θα ευδοκιμήσει. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκονται  οι ζωογόνες ,σχεδόν ημι-αυτοσχεδιαστικές σκηνές, στις οποίες ο George σπάει τα εμπόδια της γλώσσας και του πολιτισμού ,για να δημιουργήσει μια ζεστή συντροφικότητα με τους στρατιώτες των Σαντινίστας και τους ειρηνικούς χωρικούς. Όταν όμως βιώνει  μια  φονική νυχτερινή  επίθεση των Contras που πνίγει στο αίμα ένα χωριό , συνειδητοποιεί ότι ούτε ο έρωτας μπορεί να θεραπεύσει τις πληγές του πολέμου.

O Robert Carlyle πλάθει ένα παλλόμενο χαρακτήρα: ειλικρινή , ευαίσθητο, ένα ελεύθερο πνεύμα που αφήνει μια ασφαλή, φυσιολογική ζωή και να ακολουθήσει την καρδιά του. Η Oyanka Cabezas είναι μια απόλυτη αποκάλυψη ως Carla: απίστευτα εσωστρεφής και μελαγχολική στη Γλασκόβη, αλλά γεμάτη ζωντάνια και πάθος όταν φτάνει στη γενέθλια γη της. Αληθινή δύναμη της φύσης ,ο Scott Glenn παλεύει ενάντια στις δικές του ενοχές, που είναι και ενοχές του Δυτικού κόσμου.

Ο κινηματογραφιστής Barry Ackroyd χρησιμοποιεί χαμηλότονους φωτισμούς για να δώσει στην ταινία μια αίσθηση ντοκιμαντέρ, στους δρόμους της Γλασκόβης αλλά  και στη ζούγκλα της Νικαράγουας. Η υπόκρουση του George Fenton, που συνδυάζεται με την ethnic  μουσική δεν γίνεται ποτέ υπερβολική.

Με το «Τραγούδι της Κάρλα» ο Loach προσκαλεί τον θεατή να ακολουθήσει νοερά μια οδυνηρή εσωτερική μετάβαση: από την καπιταλιστική Δύση στην πάμφτωχη Λατινική Αμερική ,από την ιδεαλιστική φαντασίωση στην τραχιά πραγματικότητα , από την χαρά της λαϊκής επανάστασης  στη φρίκη της καταστολής της .Μόνη καταφυγή ,η αληθινή αγάπη κι ένα τρυφερό αντάρτικο τραγούδι…