• Σενάριο: Laurence Stallings/από διηγήματα του Irvin S. Cobb
  • Φωτ: Archie J. Stout
  • Μουσική:Victor Young
  • Ερμ: Charles Winninger, Arleen Whelan, John Russell, Stepin Fetchit, Francis Ford
  • Διάρκεια: 103 λεπτά

John Ford: Ο άνθρωπος που έκανε το γουέστερν υψηλή τέχνη

 Ο John Ford (1894 – 1973)υπήρξε ένας άνθρωπος των λίγων λέξεων. Ευθύς και ειλικρινής ως προσωπικότητα και ως καλλιτέχνης, ήταν ο Αμερικανός σκηνοθέτης που επηρέασε ένα ευρύ φάσμα συναδέλφων του, από τον Martin Scorsese  μέχρι το Satyajit Ray, ενώ οι ταινίες του διδάσκονται σταθερά στις κινηματογραφικές σχολές ανά  τον κόσμο. Ήταν ένας από τους πιο παραγωγικούς σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου και ένας από τους λίγους που ήταν εξίσου επιτυχημένοι τόσο στη σιωπηλή και όσο και στην ομιλούσα εποχή του. 

Ο  Ford  έγινε γνωστός για τα γουέστερν του, που γύριζε κατά δεκάδες μέχρι τη δεκαετία του 1920. Ωστόσο γνώρισε την καταξίωση  μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’30, με ταινίες όπως :«The Lost Patrol» (1934), «Young Mr. Lincoln» (1939) και κυρίως το «Stagecoach» (1939) ,ένα κλασικό γουέστερν που χαρακτηρίζεται από σκηνοθετική απλότητα, πληρότητα και αποτελεσματικότητά . Ωστόσο το πρώτο αριστούργημα του υπήρξε το «The Informer»(1935) ,όπου ο Ford δεν κρύβει τη συμπάθεια του για τον IRA, που πολεμά ενάντια στον Βρετανό εισβολέα. Η ταινία είναι σκοτεινή, καταπιεστική και  θυμίζει έντονα τον γερμανικό εξπρεσιονισμό ενός Lang ή ενός Murnau.

Μια ακόμη μεγάλη ταινία είναι η διασκευή στον Steinbeck ,«The Grapes of Wrath» (1940) που συνδυάζει την σκληρή κοινωνική κριτική με τη βιβλική παραβολή της Γης της Επαγγελίας, ενώ το παρεμφερές «How Green Was My Valley» (1941), που διαδραματίζεται στην Ουαλία ρέπει προς έναν αφόρητο μελοδραματισμό. Ακολούθησε μια σειρά από εξαιρετικά γουέστερν :το βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα «My Darling Clementine» (1946) και η περίφημη «τριλογία ιππικού» με τα  «Fort Apache» (1948), «She Wore a Yellow Ribbon» (1949) και «Rio Grande» (1950) .

Η ευαισθησία του για την ιρλανδική καταγωγή του είναι  εμφανής στα συναισθηματικά φορτισμένο ,ειδυλλιακό και κωμικό ρομάντζο «The Quiet Man» (1952), την πιο προσωπική του ταινία, και μία από τις πιο δημοφιλείς . Η κακή υγεία έπληξε την καριέρα του Ford κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, αλλά κατάφερε να δημιουργήσει το «The Sun Shines Bright» (1953) – την αγαπημένη του ταινία, που ασχολείται με τις πολιτικές και φυλετικές σχέσεις στο Νότο του 19ου αιώνα – το «Mogambo» (1953), και κυρίως το «The Searchers» (1956), το οποίο θεωρείται και το ‘’magnus opus” της φιλμογραφίας του. Σύμφωνα με τον Γ. Μπακογιαννόπουλο: «Ο μεγάλος Τζον Φορντ βιάζει όλους τους κανόνες του γουέστερν με αυτόν τον καταραμένο ήρωα που κυνηγά λυσσαλέα τον φονιά Ινδιάνο αλλά και την ίδια του την ανιψιά. Η στιγμή της επιφοίτησης, της σωτηρίας, είναι συγκλονιστική, αλλά ο Τζον Γουέιν αποχωρεί πάλι στο φινάλε, τραγικά μόνος.»

Το «Horse Soldiers» (1959) έδειξε μέρος της αισθητικής του, αλλά ήταν υπέρ του δέοντος ρητορικό . Η ανησυχία του για την κοινωνική δικαιοσύνη και τις φυλετικές προκαταλήψεις, έγινε επίσης πιο εμφανής στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σε ταινίες όπως ο «Sergeant Rutledge»(1960), ο Donefan’s Reef (1963) και το Cheyenne Autumn (1964). Ωστόσο το  τελευταίο μεγάλο φιλμ του ήταν το  πολυεπίπεδο ,μελαγχολικό και πολιτικό γουέστερν «The Man Who Shot Liberty Valance» (1962) που απεικονίζει τη μετάβαση από την ανομία της  Άγριας Δύσης στον πολιτισμό. Ο Ford υπήρξε ένας ακαδημαϊκός σκηνοθέτης .Θεωρείται ο ‘’master” του «γενικών» πλάνων  ,με το στοιχείο του χώρου να κυριαρχεί  και τις ανθρώπινες φιγούρες να φαίνονται σε μικρές διαστάσεις. Το συνηθέστερο σεναριακό μοτίβο του είναι η παρουσίαση μιας ομάδας ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με τραγικές και δύσκολες καταστάσεις που αποκαλύπτουν στον καθένα τις δυνατότητές και τον αληθινό του εαυτό. Οι ήρωες του διαθέτουν γενναιότητα, αλλά συγχρόνως είναι βαθιά ανθρώπινοι.

Ο Ford έδινε τεράστια σημασία στους υποστηρικτικούς ρόλους ,τους οποίους έπλαθε αριστοτεχνικά έτσι ώστε να υπογραμμίζονται  τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός και να αναδύεται η σε βάθος παρουσίαση της κοινότητας. Είναι αυτός που έβγαλε το γουέστερν από την ανυποληψία  και του έδωσε επικό ανάστημα και καλλιτεχνική αξία. Δημιούργησε ένα εντελώς προσωπικό, αναγνωρίσιμο κόσμο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του αμερικανικού πολιτισμού.

 Δικαστής και Ιερέας

 Το 1905 στο Fairfield, μια πόλη στο Κεντάκι, ένας εκκεντρικός δικαστής ,ο William Priest (Charles Winninger), βετεράνος του Εμφυλίου Πολέμου ,είναι υποψήφιος για επανεκλογή. Ο Priest θα βιώσει ένα ταραχώδη επίλογο στην εκστρατεία του ,που ξεκινά με την επιστροφή ενός ντόπιου νέου, του περήφανου και φλογερού ιδεαλιστή Ashby Corvin. Στη συνέχεια, ακολουθούν, κατά σειρά , μια δίκη, μια απόπειρα λιντσαρίσματος, η κηδεία μιας πόρνης, η αποκάλυψη ενός οικογενειακού μυστικού … Μια ολόκληρη σειρά μεγάλων και μικρών γεγονότων που θα βάλουν τον δικαστή σε σκληρή δοκιμασία…

 Όταν κάποιος ρίξει μια ματιά στη  φιλμογραφία του θρυλικού John Ford, βρίσκεται μπροστά σε μια ατέλειωτη σειρά από  αριστουργήματα : «Τhe informer», «Stagecoach», «The Grapes of Wrath», The «Quiet Man», «The Searchers» και τόσα άλλα. Και όμως από όλες τις ταινίες του ,ο ίδιος ανέφερε το «The Sun Shines Bright» ως το αγαπημένο του. Πρόκειται για ένα είδος επαναδημιουργίας του «Judge Priest» του 1934, που είχε πρωταγωνιστή τον Will Rogers . Το σενάριο του Laurence Stallings είναι εμπνευσμένο από διηγήματα του Irvin S. Cobb και έχει δομή μικρών κεφαλαίων ,με τα διαφορετικά νήματα της αφήγησης να ενώνονται  στο  φινάλε .

 Ο δικαστής Priest είναι ένας ζωηρός, μικρόσωμος και στρουμπουλός άντρας, ντυμένος στα λευκά. Για να ξεκινήσει τη μέρα του χρειάζεται το «φάρμακό» του, ένα ποτήρι ουίσκι. Είναι πολύ ευγενικός , ακραία πατερναλιστικός, αλλά και πολιτικάντης. Προσπαθεί να επανεκλεγεί και δεν χάνει καμία ευκαιρία να το υπενθυμίσει , ακόμη και όταν λέει «όχι πολιτική!», όπως κάνουν άλλωστε όλοι οι πολιτικοί.

Το φιλμ ξεκινά με μια αργόσυρτη ,ειδυλλιακή  σκηνή  ψαρέματος που ακολουθείται από το ξύπνημα του Priest. Αργότερα στο δικαστήριο η ιδιοκτήτρια του σαλούν, Mallie Cramp, κατηγορείται για μαστροπεία. Εκφοβίζεται από τον βλοσυρό εισαγγελέα. Ωστόσο ο δικαστής την προστατεύει ,την καλεί να καθίσει στη θέση των μαρτύρων, αποδίδοντας σεβασμό σε μια κυρία. Στην επόμενη υπόθεση,  ένας νεαρός μαύρος κατηγορείται από τον θείο του για την τεμπελιά του, καθώς προτιμά να παίζει μπάντζο παρά να μαζεύει βαμβάκι. Ο δικαστής τον καλεί να παίξει μια μελωδία με το μπάντζο του και δεν διστάζει να τον συνοδεύσει ο ίδιος με τη σάλπιγγα του. Μια χαριτωμένη  αναρχία επιβάλλεται σε ένα τόσο επίσημο χώρο. Το τελετουργικό της δικαιοσύνης αναμειγνύεται με την ελευθερία του σώματος και του πνεύματος. Τελικά  ο δικαστής βγάζει την απόφασή του: ζητά από τον νεαρό να επιστρέψει στην εργασία του ,ωστόσο του συνιστά να προσέχει τα δάχτυλά του, ώστε να μην παραμελεί το μουσικό του ταλέντο. Έχει αποδώσει δικαιοσύνη; Οπωσδήποτε ,ναι.

 Αργότερα … Τα κυνηγόσκυλα γαβγίζουν. Στη γειτονιά των μαύρων επικρατεί πανικός. Ξέρουν τι σημαίνει αυτό το γάβγισμα. Ο νεαρός μαύρος, με το μπάντζο, κατηγορείται τώρα για βιασμό μιας νέας γυναίκας. Είναι κλειδωμένος στη φυλακή της μικρής πόλης. Ένας όχλος φτάνει από μια γειτονική πόλη με σκοπό να τον λιντσάρει.. Ωστόσο ο γερο-Priest , βρίσκει το θάρρος  (ίσως πίνοντας λίγο από το φάρμακο του)να αντιπαρατεθεί με την αιμοβόρα αγέλη ,έξω από την πόρτα της φυλακής. Απαγορεύει τη διέλευση χαράζοντας ,με την ομπρέλα του, μια διαχωριστική γραμμή στο έδαφος .Είναι μια πράξη  μεταφυσικού συμβολισμού : διαχωρίζει το φως από το σκοτάδι , το καλό από το  κακό. Όταν όμως ο αμετάπειστος όχλος ετοιμάζεται να εισβάλει στη φυλακή, δεν θα διστάσει να βγάλει το πιστόλι του  ,χωρίς να αφήνει τη παραμικρή αμφιβολία ότι θα το χρησιμοποιήσει. Λέει στον επικεφαλής : «Θα με σκοτώσεις, αλλά πρώτα θα πυροβόλησω τον πρώτο που θα διασχίσει αυτή τη γραμμή». Το πλήθος παραιτείται, ο Priest  επέβαλε και πάλι τον νόμο του.

 Στο επόμενο επεισόδιο μια βαριά άρρωστη πόρνη, φθάνει στην πόλη για να αντικρύσει -για πρώτη φορά στη ζωή της-την κόρη της ,λίγο πριν πεθάνει. Η Mallie Cramp, που γνωρίζει την ιδιοσυγκρασία του δικαστή, του  ζητά να συνοδεύσει την κηδεία . Ο δικαστής δέχεται. Παρακολουθούμε την σιωπηλή πομπή , με το φέρετρο της πόρνης να μεταφέρεται σε μια ολόλευκη άμαξα μέσα από τον κεντρικό δρόμο της πόλης. Ο Priest είναι ο πρώτος που θα ακολουθήσει. Παρά το αρχικό σοκ ,θα τον μιμηθούν και πολλοί άλλοι, πιθανόν οι πρώην πελάτες της. Στο ναό, ο Priest υποκαθιστά τον πάστορα και  επιλέγει να διαβάσει ένα  επεισόδιο των Ευαγγελίων του Ιωάννη που αναφέρεται σε μια μοιχαλίδα. Το κήρυγμα του θα θεραπεύσει μια παλιά οικογενειακή πληγή.

 Το φιλμ «Ο ήλιος λάμπει για όλους» (πόσο υπέροχος, ο ελληνικός τίτλος) είναι ένα ιδιότυπο  μείγμα συναισθηματικής νοσταλγίας και βαθιάς πνευματικότητας. Είναι το πιο ελεύθερο έργο του Ford ,τόσο σε σύλληψη όσο και σε φόρμα. Δεν είναι αφελές και ουτοπικό αλλά βαθιά ουμανιστικό .Είναι ένας διαλογισμός για τη δικαιοσύνη, την ηγεσία, τη συμπόνια ,την παράδοση. Δεν αποκρύπτει τους διαχωρισμούς: των βετεράνων του Νότου και εκείνων του Βορρά, των μαύρων και των λευκών, των ενάρετων και των αμαρτωλών, των προνομιούχων και των φτωχών. Ωστόσο στο συγκινητικό φινάλε όλοι αυτοί παραμερίζουν τις διαφορές τους για να τιμήσουν τον άνθρωπο που με την ήρεμη σοφία τις αμβλύνει. Ακόμη και η ομάδα των φανατικών  προβάλλει ένα πανό που γράφει: «Μας έσωσε από τους εαυτούς μας». Ο βαθιά συγκινημένος Priest ζητά από τον πιστό υπηρέτη του το «φάρμακο» του για να πάρει μπροστά η καρδιά του. Μετά όταν μείνει μόνος θα ανοίξει την πόρτα του άδειου σπιτιού του, σε ένα τελικό πλάνο που προαναγγέλλει το περίφημο αντίστοιχο του «Searchers».