• Σενάριο: Yasujiro Ozu ,Kôgo Noda
  • Φωτογραφία: Yuharu Atsuta
  • Μουσική: Takanobu Saito
  • Ερμ:Setsuko Hara, Chishu Ryu , Ganjiro Nakamura, Yôko Tsukasa, Michiyo Aratama, Keiju Kobayashi
  • Διάρκεια: 103 λεπτά

Το “memento mori” του Ozu

Λίγο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ,η ιαπωνική οικογένεια  Kohayagawa, που κατέχει ένα μικρό ζυθοποιείο sake, προσπαθεί να διατηρήσει τους «παλιούς» παραδοσιακούς τρόπους αλλά παράλληλα  να συγχωνεύσει την επιχείρησή της, με κάποια πολυεθνική εταιρεία. Ο πατριάρχης της οικογένειας  , Manbei (Nakamura Ganjiro), είναι ένας ηλικιωμένος χήρος και πατέρας τριών θυγατέρων: της χήρας Akiko (Hara Setsuko), της παντρεμένης Fumiko (Aratama Michiyo), και της ανύπαντρης Noriko (Tsukasa Yôko). Ο Manbei είχε μια γεμάτη ζωή και τώρα που πλησιάζει στο τέλος του , έχει αφήσει στον γαμπρό του ,Hisao (Kobayashi Keiju) τη διαχείριση της επιχείρησης , για να γευτεί τις τελευταίες σταγόνες ευχαρίστησης. Όλη η οικογένεια ενδιαφέρεται να βρει συζύγους για την Noriko και την Akiko ,αλλά αυτές βρίσκονται στο δίλημμα αν θα δεχτούν τακτοποιημένους γάμους, ή θα αναζητήσουν την ευτυχία με τους δικούς τους όρους. Παράλληλα ο Manbei αναθερμαίνει κρυφά τη σχέση του  με την παλιά του ερωμένη, Sasaki (Naniwa Chieko) . Όταν η Fumiko το ανακαλύπτει τον επιπλήττει με σκληρότητα . Μια καρδιακή προσβολή του Manbei δίνει σε όλους μια ξαφνική, δυσοίωνη υπενθύμιση της ανθρώπινης θνησιμότητας…

Το «τέλος του καλοκαιριού»- ο πρωτότυπος τίτλος («Το Φθινόπωρο της οικογένειας Kohayagawa» ) είναι πιο εύστοχος – ήταν η προτελευταία ταινία του Ozu, γυρισμένη 2 χρόνια πριν τον θάνατο του. Αποτελεί μια επιτομή  του τόνου, του αντικειμένου και της τεχνικής που χρησιμοποίησε σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του καθώς εμπεριέχει όλα τα  αναγνωρίσιμα σημάδια του σκηνοθετικού του στυλ :  σπάσιμο της αφήγησης σε πολλά μικρά πλάνα  , ελάχιστες κινήσεις της μηχανής, χαμηλές γωνίες λήψης, ποιητική χρήση των κενών χώρων.

Yasujiro Ozu, The End of Summer, 1961 | Ozu, Yasujiro ozu, Framing photography

Η εναρκτήρια σεκάνς  με τις φωτεινές επιγραφές νέον  για την  «Νέα Ιαπωνία» και η αντιπαραβολή των πολυώροφων  γραφείων  και των παραδοσιακών κατοικιών σηματοδοτεί και τον θεματικό πυρήνα της ταινίας: τη σύγκρουση  του παλαιού και του σύγχρονου , τη μετάβαση από την παράδοση στο δυτικό μοντερνισμό ,  την επέλαση των πολυεθνικών και του αμερικάνικου τρόπου ζωής που αφομοιώνει την οικονομία αλλά και τους ανθρώπους. Σε δεύτερο επίπεδο υπάρχει ο στοχασμός πάνω στην αξία της οικογένειας , τα γηρατειά, το αναπόφευκτο του θανάτου. Όλα  αυτά χωρίς πομπώδες ύφος  αλλά με  λεπτή μελαγχολία ,με ήσυχη στωικότητα για τον χρόνο που φεύγει ,τους αγαπημένους που χάνονται . Ο Ozu δεν παίρνει θέση ,παρατηρεί και καταγράφει μια  διαδικασία φυσική και νομοτελειακή.

Οι πρώιμες σκηνές του φιλμ είναι ανάλαφρες, παράγουν κωμικό αποτέλεσμα . Σε ένα μπαρ δυο άντρες σχεδιάζουν ένα συνοικέσιο ανάμεσα στον ένα από αυτούς, ένα πλούσιο αλλά ακαλλιέργητο άντρα και μια εκλεπτυσμένη ,όμορφη χήρα. Ο αδέξιος και αμήχανος υποψήφιος σύζυγος βγάζει ένα αναπτήρα που εκτοξεύει μια τεράστια φλόγα ,ικανή να τον κάψει. Η όμορφη χήρα θα τους αφήσει στα κρύα του λουτρού. Επίσης, κάθε εμφάνιση του μόνιμα εύθυμου Mambei, είναι απολαυστική. Όταν περπατάει στους δρόμους, υπάρχει μια αμυδρή αναπήδηση στο βήμα του, που ο Ozu συγχρονίζει με το χαριτωμένο soundtrack. Στην πιο αστεία σκηνή του φιλμ προσπαθεί να αποφύγει την παρακολούθηση από την κόρη του,  ώστε να επισκεφθεί την ερωμένη του. Παίζει κρυφτό με τον εγγονό του. Παράλληλα ντύνεται στα κρυφά. Μόλις βρίσκει ευκαιρία  φεύγει. Ο εγγονός τον ψάχνει. Τον βλέπει από το παράθυρο να απομακρύνεται στο βάθος του δρόμου. Με τα δάχτυλα σε σχήμα πιστολιού τον πυροβολεί.

Όμως αδιόρατα , η ταινία αλλάζει κέντρο βάρους και ύφος .Αυτή άλλωστε είναι η υψηλή τέχνη του Ozu : το πέρασμα από το ανάλαφρο στο σοβαρό  ,η μετάθεση από το ατομικό στο συλλογικό ,από το συγκεκριμένο στο οικουμενικό.  Ολόκληρη η ιστορία κινείται προς  ένα γαλήνιο, ειρηνικό θάνατο ενός συμπαθέστατου, απλού ανθρώπου. Αναγωγικά έχουμε και τον θάνατο  ενός ολόκληρου κόσμου :της μικρής οικογενειακής επιχείρησης, της  συνοικίας με τον λαβύρινθο των μικρών δρόμων, των παραδοσιακών ρούχων. Το φινάλε  είναι θλιβερό  και αναπόφευκτο, η μετάβαση εκφράζεται αισθαντικά από τα καθηλωτικά τεχνικολόρ χρώματα του Yuharu Atsuta  και τη θερμή μουσική του Takanobu Saito .

Η  σύντομη τελική εμφάνιση του αγαπημένου ηθοποιού του Ozu – Chishu Ryu- σηματοδοτεί το αποκορύφωμα της ταινίας . Λέει ,με λαϊκή σοφία, ο Ryu : «Το παλιό πεθαίνει και τη καινούργιο παίρνει τη θέση του ». Όμως αυτή η υπενθύμιση της θνητότητας γίνεται ανησυχητικά κάτω από τον καυτό ήλιο , με τη πένθιμη πορεία στην γέφυρα ,με  τρομαχτικά κοράκια στα επιτύμβια και στην άδεια γαλήνια παραλία , με τον καπνό να βγαίνει από την  καμινάδα και να χάνεται στο άπειρο. Οι εικόνες νοηματοδοτούν την οντολογική διαλεκτική του Ozu που μοιάζει να μας λέει: ο κόσμος θα υπάρχει με ή χωρίς τους ανθρώπους.

«Αυτό είναι; Είναι πραγματικά αυτό;» είναι τα λόγια του γέρου –παιδιού ,καθώς νοιώθει το ρίγος του θανάτου. Δεν έχει χορτάσει τη ζωή ,θέλει ακόμη περισσότερη . Πόσο απλό και βαθύ , πόσο αιθέριο και μελαγχολικό , πόσο παιγνιώδες και στοχαστικό είναι αυτό το  “memento mori” του μέγιστου Ozu!!!

Yasujiro Ozu(1903- 1963)

Ο Yasujiro Ozu είναι ο πιο ευγενής από όλους τους δημιουργούς του κινηματογράφου, με ένα άμεσα αναγνωρίσιμο στυλ που είναι αδιαχώριστο από την κοσμοθεωρία του. Μακριά από τις επικές αφηγήσεις των “Samurai films” του Kurosawa , οι ταινίες του Ozu είναι απλές, στοχαστικές και βουτηγμένες στη νοσταλγία και σε μια αδιόρατη θλίψη. Μέσα από την πορεία της μακράς καριέρας του, από το 1927 έως το 1962 ,σταδιακά ραφινάρει και περιορίζει το θεματικό εύρος των ταινιών του χρησιμοποιώντας τα απολύτως απαραίτητα δομικά υλικά. Το έργο του, το οποίο είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου περιορισμένο σε εκείνο των  οικογενειακών δραμάτων( shomen-geki) διαθέτει μια μοναδική θεματική συνοχή. Παρόλο που τα στοιχεία των χαρακτήρων μπορεί να διαφέρουν από ταινία σε ταινία, τελικά όλα τακτοποιούνται στον ίδιο γνώριμο και ήσυχο μικρόκοσμο του. Δεν υπάρχουν ήρωες ή κακοποιοί, δεν υπάρχουν θριαμβικές επιτυχίες ή καταστροφικές αποτυχίες. Οι χαρακτήρες του είναι απλοί άνθρωποι που χαράζουν  συνηθισμένες ζωές. Οι συγκρούσεις προέρχονται από τις φυσικές αλλαγές στη σχέση γονέα και παιδιού, είτε πρόκειται για κόρη που είναι απρόθυμη να παντρευτεί και να εγκαταλείψει τον χήρο πατέρα της στο «Τέλος της Άνοιξης»(1949) ,είτε πρόκειται για δυο αγόρια που συνειδητοποιούν τη μέτρια κοινωνική θέση του πατέρα τους στο «Γεννήθηκα ,αλλά…»(1932). Η βαθιά ευαισθησία του Ozu  για τις καταστάσεις που βιώνουν οι απλοί άνθρωποι και η εκλεπτυσμένη κατανόησή του για τα μοτίβα της καθημερινότητας προσδίδουν σε αυτές τις φαινομενικά τετριμμένες συγκρούσεις μια τεράστια συναισθηματική δύναμη που σπάνια συναντά κανείς στα συνηθισμένα δράματα του Χόλυγουντ.

Η αισθητική του Ozu σέβεται την ουσία και τις αληθινές ανθρώπινες σχέσεις, τις οποίες προβάλει με ριζοσπαστική σκηνοθεσία. Το αργό και ρυθμικό μοντάζ που περνάει από πλάνα με ανθρώπους σε νεκρά πλάνα, δημιουργεί το στιλ του και αναδεικνύει τον  Ozu ως ένα σημαντικό auteur.

Αυτό που πρωτοστάτησε στην σκηνοθετική τεχνοτροπία του ήταν το περιβόητο ‘tatami shot’, με το οποίο η κινηματογραφική μηχανή  τοποθετείται σε χαμηλό ύψος για να συναντήσει το βλέμμα κάποιου που κάθεται σε tatami. Χρησιμοποιώντας σχεδόν πάντοτε στατικές λήψεις, ο τρόπος που συνθέτει ο Ozu κάθε σκηνή δημιουργεί  καθαρή ποίηση σε κινούμενη εικόνα.

Το θρυλικό «Τokyo story»(1953) είναι η καλύτερη του ταινία, μια συγκινητική ιστορία ενός ηλικιωμένου  ζευγαριού που ταξιδεύει στο Τόκιο για να επισκεφτεί την οικογένειά του, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι τα παιδιά τους δεν έχουν διαθέσιμο χρόνο για αυτούς. Ωστόσο  υπάρχουν πολλά, εξίσου συγκινητικά αριστουργήματα που βρίσκονται στο πλούσιο σώμα της φιλμογραφίας του : “Late Spring” (1949), “Early Summer” (1951), “Floating Weeds” (1959) ,”An Autumn Afternoon” (1962) , όλες      βαθιές εξερευνήσεις των πιο εύθραυστων ανθρώπινων σχέσεων, μεταξύ γονέων και παιδιών.

Το γαλήνιο, υπερβατικό όραμά του για την ανθρωπότητα έχει αντέξει τη δοκιμασία του χρόνου και έχει επηρεάσει τόσο διαφορετικούς δυτικούς σκηνοθέτες όπως ο Wim Wenders, ο Jim Jarmusch και ο Martin Scorsese.
Στην προτελευταία ταινία του «Το τέλος του καλοκαιριού»(1961) ακούγεται η φράση : «Το παλιό πεθαίνει και τη θέση του παίρνει το καινούριο». Έτσι απλά, διαλεκτικά, ο Ozu συμπυκνώνει την κοσμοθεωρία του και  αποδέχεται αυτή την φυσική, νομοτελειακή διαδικασία  . Αυτή είναι και η ανθρωποκεντρική , φιλοσοφική αντίληψη  που διαπνέει την ανεκτίμητη καλλιτεχνική του κατάθεση.