• Σενάριο: Robert Βresson
  • Φωτογραφία: Ρasqualino De Santis, Εmmanuel Μachuel.
  • Μουσική: Johan Sebastian Βach
  • Ηθοποιοί: Christian Ρatey, Caroline Lang, Sylvie Van den Εlsen, Vincent Risterucci, Jeanne Αptekman, Μichel Βriguet.
  • Διάρκεια: 85 λεπτά

Η διαβρωτική δύναμη του χρήματος

Ψάχνοντας επειγόντως χρήματα, ο μαθητής Norbert (Marc Ernest Fourneau) παίρνει ένα πλαστό χαρτονόμισμα 500 φράγκων από τον φίλο του Matrial (Bruno Lapeyre). Αφού το ξοδέψει σε ένα φωτογραφικό κατάστημα, ο αδίστακτος ιδιοκτήτης του  (Didier Baussy) αποφασίζει να το μεταβιβάσει σε κάποιον άλλο. Το ανυποψίαστο θύμα είναι ο Yvon Targe (Christian Patey), υπάλληλος παράδοσης  καυσίμων. Όταν αργότερα προσπαθεί να πληρώσει στο εστιατόριο , συλλαμβάνεται. Μηνύει τον φωτογράφο, αλλά ο υπάλληλος του Lucien (Vincent Risterucci) έχει δωροδοκηθεί για να διαψεύσει τη συναλλαγή. Εξαιτίας του σκανδάλου ο Yvon χάνει τη δουλειά του. Για να στηρίξει την οικογένειά του, αναλαμβάνει να οδηγήσει το αυτοκίνητο διαφυγής μιας ληστείας. Όμως συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για τρία χρόνια . Στο διάστημα αυτό η κόρη του πεθαίνει από διφθερίτιδα και η σύζυγός του (Caroline Lang) τον αφήνει. Τελικά  μια ασήμαντη πράξη ενός επιπόλαιου παιδιού θα ενεργοποιήσει ένα  τέλειο γρανάζι και θα κινήσει τον μηχανισμό που θα συνθλίψει έναν αθώο .Μια αλυσιδωτή αντίδραση βίαιων γεγονότων θα οδηγήσει στην σπειροειδή του κατάδυση σε μια επίγεια κόλαση…

Το «Χρήμα» είναι η 13η και τελευταία ταινία του  Robert Bresson σε 40 χρόνια καριέρας. Ο Bresson δανείζεται  από το διήγημα του Τolstoy «Το πλαστό χαρτονόμισμα»  την αφετηρία και την κεντρική ιδέα της διάδοσης του «Κακού». Όμως  απλοποιεί τη λογοτεχνική πηγή  ,αφαιρεί τα περιττά στοιχεία , εξαλείφει την ψυχολογική ανάλυση των χαρακτήρων ,απογυμνώνει τις εικόνες . Παράλληλα αποφεύγει τις άμεσες θρησκευτικές αναφορές του Ρώσου συγγραφέα υιοθετώντας  μια πιο υλιστική οπτική . Αυτό που  κυρίως τον ενδιαφέρει είναι να  καταδείξει  τις αιτίες της διαφθοράς της σύγχρονης κοινωνίας : την απληστία ,τον  εγωισμό ,την αδιαφορία , την αναλγησία των λεγόμενων «αξιοσέβαστων ανθρώπων». Ο Bresson αντί να στοχεύει και να κρίνει την ηθική των χαρακτήρων , εστιάζει την προσοχή του στη διαβρωτική δύναμη της υποκρισίας και του κοινωνικού κομφορμισμού.

Το φιλμ έχει μια ασυνήθιστη δομή, που χωρίζεται σε δύο άνισα μέρη. Το πρώτο ακολουθεί διαφορετικά αφηγηματικά νήματα  που διασταυρώνονται  με εκπληκτική ακρίβεια που αναδύει την αίσθηση του αναπόδραστου. Μια συνομωσία υφαίνεται γύρω από τον φτωχό νέο,  ώστε να σηκώσει αυτός το σταυρό του μαρτυρίου και να μην στιγματιστούν τα παιδιά των εύπορων οικογενειών. Ωστόσο αυτός ο άνθρωπος που έχει να θρέψει γυναίκα και παιδί έχει περηφάνεια, δεν εκλιπαρεί . «Δεν θα συρθώ σαν σκυλί στα πόδια τους» λέει όταν τον απολύουν. Σε αντιδιαστολή υπάρχει ο γλοιώδης Lucien , που με απόλυτη φυσικότητα λέει ψέματα στο δικαστήριο , κλέβει το αφεντικό του και μετά θέλει να επανορθώσει το κακό που έκανε στο Yvon. Είναι ο προσαρμοσμένος στους κανόνες που βάζει η κοινωνία. « Νόμιζα ότι οι ανέντιμοι άνθρωποι μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους» λέει με άφθαστο κυνισμό.

Στο δεύτερο μέρος υπάρχει η μετάβαση από τον αστικό ιστό στη γαλλική ύπαιθρο. Το κακοποιημένο θύμα αποφυλακίζεται αλλά η κοινωνία τον έχει απορρίψει. Αναζητά  μια μορφή πνευματικής απελευθέρωσης ,η απελπισία και το συσσωρευμένο μίσος ξεσπούν ανεξέλεγκτα , μετατρέπεται σε εξολοθρευτή άγγελο. Ωστόσο  μέσα  στο πηκτό σκοτάδι, θα τον φωτίσει μια αχτίδα ελπίδας και  καλοσύνης. Μια στωική μεσήλικη γυναίκα θα του δώσει φαγητό και στέγη ,χωρίς αντάλλαγμα .Όταν της λέει τα κρίματα του, αυτή απαντά : «Αν ήμουν θεός, θα συγχωρούσα όλο τον κόσμο». Στην βαθιά ουμανιστική κορύφωση της ταινίας ο  γαλήνιος Yvon  βοηθά την γυναίκα να κρεμάσει τα ρούχα, μαζεύει και της προσφέρει φουντούκια, σιωπηλά, χωρίς οι  λέξεις να ενοχλούν αυτήν την καθαρά ανθρώπινη ανταλλαγή. Αυτή τον κοιτά με υγρό βλέμμα. Ερωτικό; Ίσως. Εκεί  πιστεύουμε ότι όλα είναι δυνατά: η συγχώρεση, η λύτρωση, η σωτηρία.  Όμως στη ψυχή του Yvon μαίνεται η σύγκρουση ανάμεσα στην αποδοχή και στην εξέγερση .Νοιώθουμε την ηλεκτρική ένταση στην  ατμόσφαιρα ,λίγο πριν την καταιγίδα.

L'Argent (1983) - Reeling Reviews

Ο Bresson είναι ένας σπουδαίος αφηγητής , ένας μεγάλος οραματιστής . Η κινηματογραφική του γραφή  είναι  αφαιρετική, μινιμαλιστική αλλά ρυθμική και απτή. Όλοι οι  ερμηνευτές είναι ερασιτέχνες με ρητή εντολή να μη χρωματίζουν τους ρόλους.  Δεν χρησιμοποιεί καθόλου μουσική ,θεωρώντας  ότι μειώνει την δύναμη της εικόνας .Ακούγεται μόνο ένα τμήμα από την «Χρωματική Φαντασία» του Bach ,από τον πραγματικό πιανίστα, Michel Briguet . Καταγράφει το ηθικό βάρος των μικρών χειρονομιών, με κοφτές, ακριβείς εικόνες που αποκτούν βάθος και όγκο από τους φυσικούς θορύβους από ταμειακές μηχανές , κλειδαριές , πόρτες. Η φωτογραφία του De Santis έχει χαμηλούς και ελεγχόμενους χρωματικούς τόνους αλλά προσδίδει στα έμψυχα και στα άψυχα μια συναρπαστική πλαστικότητα.

Η ταινία δεν απεικονίζει τη γραφική βία αλλά τα επακόλουθα της, την αντήχηση της. Μαθαίνουμε ότι έχει διαπραχθεί ένας φόνος ,μόνο όταν βλέπουμε το αίμα να ξεπλένεται από τα χέρια του δράστη. Συνειδητοποιούμε μια σφαγή από το παραπονεμένο γαύγισμα ενός σκύλου  καθώς αναζητά μέσα στο σπίτι το τρεμόπαιγμα της ζωής. Οι  σκηνές  είναι τόσο φρικτές ,τόσο οδυνηρές γιατί ο Bresson επιλέγει να μας δείξει το ελάχιστο: τα υπόλοιπα τα αφήνει στη φαντασία μας. Αυτή η συμπύκνωση οδηγεί στην αμεσότερη  θέαση ανθρώπων και πραγμάτων ,δημιουργεί έναν  εντατικό οπτικό διαλογισμό που εξυψώνεται σε κινηματογραφική ποίηση.

Μερικοί αναλυτές υποστήριξαν ότι το «Χρήμα» είναι ένας πολύ απαισιόδοξος επίλογoς του έργου του Bresson. Ο ίδιος απάντησε : «δεν έγινα πιο πεσιμιστής , απλά πιο διαυγής». Και πράγματι σε αυτή την  επιτομή της φιλμογραφίας του,  αυτός ο μοναχικός αλλά επιδραστικός auteur κατακτά τη σύλληψη του κόσμου σε όλη την πολυπλοκότητα, τον τρόμο και την ομορφιά του.

The Elements of Style: On Robert Bresson - Frontpage - e-flux conversations

Robert Bresson( 1901-1999)

Αν και ο Robert Bresson έκανε μόνο 13 ταινίες μεγάλου μήκους σε 40 χρόνια, το έργο του είναι εντυπωσιακά συνεπές: λιτό, ασυμβίβαστο, ελλειπτικό. Τρεις επιρροές στη ζωή διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τις ταινίες του : ο Καθολικισμός του, η ιδιότητα του ως ζωγράφου και οι τραυματικές του εμπειρίες ως αιχμάλωτος πολέμου. Αυτές οι επιρροές εκδηλώνονται αντίστοιχα στα επαναλαμβανόμενα θέματα της ελεύθερης βούλησης έναντι του ντετερμινισμού, στην ακραία και αυστηρή ακρίβεια σύνθεσης των πλάνων και στη συχνή χρήση του μοτίβου της φυλακής . Σε όλη τη φιλμογραφία του ο Bresson επανέρχεται συνεχώς στο βασικό θεματικό του σχεδίασμα και κάθε φορά πολλαπλασιάζει τις όψεις και την πολυεδρικότητα του.
Ο Bresson ξεκίνησε και εγκατέλειψε γρήγορα μια καριέρα ζωγράφου στρεφόμενος στον κινηματογράφο το 1934 με την μικρού μήκους « Affaires Publiques» .Τα δυο επόμενο έργα του, «Les Anges du Péché»(1943), «Les Dames du Bois du Boulogne»(1945) είναι σκοτεινά μελοδράματα με κοινό θέμα την εξαργύρωση της γυναικείας ομορφιάς .
Στην πιο εύφορη περίοδο του έκανε μια σειρά από αριστοτεχνικά φιλμ: «Journal d’un curé de campagne»(1951) ,«Un Condamné à mort sest échappé»(1956), «Pickpocket»(1959), «Procès de Jeanne D’Arc»(1962), «Au hasard Balthazar»(1966) ,« Mouchette» (1967).
Η εισαγωγή του χρώματος οριοθέτησε την ύστερη φάση της καριέρας του: «Une Femme douce» (1969), «Quattre nuits d’ un reveur» (1971), «Lancelot du lac»(1974), «Le diable probablement» (1977) και «L’ Αrgent» (1983).
Ο Bresson θεωρείται ένας από τους βασικούς εκφραστές του μινιμαλισμού του μοντερνιστικού κινηματογράφου των δεκαετιών 1950 και 1960 .Οι σκηνοθέτες της “Nouvelle Vague” τον αποκαλούσαν «Άγιο του κινηματογράφου» λόγω της εμφανούς θρησκευτικότητας που διατρέχει το έργο του με κύρια μοτίβα την πίστη , την μετάνοια και την ενοχή. Ο μοναδικός τρόπος που αφαιρούσε οτιδήποτε περιττό από την αφήγηση, τους διαλόγους και την πλοκή δίνει αυτή την καθαρότητα και την πνευματικότητα στις ιστορίες του.
Ο Bresson προτιμούσε τα μεσαία πλάνα δίνοντας έμφαση στο σώμα και στο πρόσωπο των ηθοποιών. Χρησιμοποιούσε πάντα πενηντάρι φακό στην κάμερα, που δεν παραμορφώνει την εικόνα και έχει το πιο φυσικό αποτέλεσμα στο ανθρώπινο μάτι, δίνοντας στις ταινίες του ομοιογένεια και συνέχεια. Απέφευγε τη χρήση της μουσικής και χρησιμοποιούσε πολύ λιτά σκηνικά και κοστούμια . Ωστόσο το ασκητικό στυλ φαίνεται κυρίως στον τρόπο υποκριτικής που επέβαλλε στους ,κατά κανόνα, ερασιτέχνες ηθοποιούς : ερμηνεία χωρίς συναισθηματισμό ,με ψυχρότητα αλλά και υπαινικτικότητα , με πολύ λεπτές αποχρώσεις και έμφαση στη λεπτομέρεια, η οποία τελικά καταλήγει να συγκινεί βαθιά τον θεατή.
Ο Bresson είναι ο πιο ιδιοσυγκρασιακός και ασυμβίβαστος από όλους τους μεγάλους auteurs. Πάντα προσπαθούσε να δημιουργήσει ακριβώς αυτό που ήθελε χωρίς να προδώσει το όραμα του για να πετύχει την εμπορικότητα ή την δημοφιλία. Ελάχιστα ενδιαφερόταν για τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της ταινίας αλλά «καιγόταν» για να φωτίσει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Το έργο του εξαιρετικά διαυγές και βαθιά  μυστικιστικό , απόλυτα αυστηρό και συντριπτικά συγκινητικό. Ένα έργο που -κατά δική του δήλωσε- συντίθεται από «όχι όμορφες , αλλά απαραίτητες εικόνες».