• Σενάριο: Carole Eastman (Adrien Joyce)
  • Φωτογραφία:Laszlo Kovaks
  • Ερμ: Jack Nicholson ,Karen Black ,Lois Smith , Susan Anspach
  • Διάρκεια: 98 λεπτά

Στο δρόμο για το πουθενά

Ο κλασσικός πιανίστας Robert “Eroica” Dupea (Jack Nicholson) ανατράφηκε μέσα σε μια αστική οικογένεια με μουσική φλέβα, που ζει σε ένα νησί κοντά στην Ουάσινγκτον . Ωστόσο πριν μερικά χρόνια εγκατέλειψε την οικογένεια και τη μουσική και μετακινείται συνεχώς. Δεν ψάχνει κάτι, απλά φεύγει από καταστάσεις που γίνονται δυσάρεστες αναζητώντας μια νέα ευοίωνη αρχή. Τώρα ζει στη Νότια Καλιφόρνια ,εργάζεται σε μια εξέδρα πετρελαίου και περνά το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου παίζοντας  μπόουλινγκ. Συζεί  με την όμορφη ,αλλά ακαλλιέργητη Rayette (Karen Black) ,την οποία απατά σε κάθε ευκαιρία . Όταν η πιανίστρια αδελφή του, Partita (Lois Smith) του λέει ότι ο πατέρας τους είναι σοβαρά άρρωστος, ο Bobby επιστρέφει στην Ουάσιγκτον. Στο αρχοντικό της οικογένειάς  συναντά τον βιολιστή αδελφό του Fidelio (Ralph Waite) και γνωρίζει την μνηστή του, Catherine (Susan Anspach). Η αμοιβαία έλξη ,τους χτυπά σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ωστόσο τίποτα δεν φαίνεται ικανό να του χαρίσει την εσωτερική γαλήνη …

Το «Πέντε εύκολα κομμάτια»  αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του κινήματος  του «Νέου Χόλιγουντ»  και συγχωνεύει τις δύο επικρατούσες αμερικανικές ανησυχίες της εποχής του : την αναταραχή μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ, τη δολοφονία του Κένεντι, την υπο-κουλτούρα των ναρκωτικών, την σεξουαλική αποχαλίνωση , αλλά και   την παραδοσιακή αμερικανική επιθυμία για προσωπική αυτονομία και αυτοεκπλήρωση.

 Το φιλμ δομείται χρονικά και χωρικά από τρία ευδιάκριτα μέρη . Στο πρώτο μέρος, παρακολουθούμε την προλεταριακή ζωή του Bobby στη Ν. Καλιφόρνια. Ο θεατής είναι πεπεισμένος ότι είναι ένας απλός εργάτης .Η φρασεολογία  και οι κινήσεις του σώματός του ,δεν προδίδουν ότι μεγάλωσε σε ένα εκλεπτυσμένο περιβάλλον. Η πρώτη ένδειξη είναι στη διάρκεια ενός μποτιλιαρίσματος όταν πηδά πάνω σε ένα φορτηγό και κάθεται μπροστά από το πιάνο παίζοντας το  “Fantasy in F minor” του Chopin.

Το ταξίδι που ακολουθεί είναι μια κυριολεκτική και συμβολική μετάβαση, καθώς ο  Bobby πρόκειται να αντιμετωπίσει το παρελθόν του. Το στυλ τώρα έχει χαρακτηριστικά “road movie” : γνωριμία με ένα ζευγάρι γυναικών που κατευθύνονται προς την «καθαρή» Αλάσκα και ένα επεισόδιο σε ένα εστιατόριο που αποδεικνύει την απογοήτευση και την οργή που διακατέχει τον Bobby.

Το εξαιρετικό σενάριο της Carole Eastman μας προετοίμαζε μεθοδικά για τη συγκλονιστική  κατάθεση του τρίτου μέρους της ταινίας , που μεταφέρει αντηχήσεις από  Eugene O’Neill και Bergman .Η επιστροφή του Bobby στη πατρογονική κοιτίδα  τον αποσταθεροποιεί εντελώς : ο αδελφός του τον υποδέχεται με εκλεπτυσμένη ειρωνεία ,η  αδερφή του τον πιέζει να συνάψει ειρήνη με τον πατέρα του,και η διανοούμενη πιανίστρια Catherine είναι  το είδος της γυναίκας που ασκεί πάνω του  εξουθενωτική γοητεία. Η επιρροή της μοιάζει  ικανή να τον οδηγήσει σε πλήρη εγκατάλειψη των ιδεοληψιών του , στην προσπάθεια να φανεί αντάξιος της. Σε κάποια στιγμή που μένουν μόνοι ,της παίζει με αισθαντικό τρόπο ένα πρελούδιο του Chopin. Η Catherine συγκινείται βαθιά , ανακαλύπτει την βαθιά κρυμμένη ευαισθησία του. Αλλά ο αυτοκαταστροφικός Bobby απαντά με κυνισμό: «Προσποιήθηκα λίγο Σοπέν, προσποιήθηκες μια μεγάλη ανταπόκριση». Παρόλα αυτά έχουν μια ρομαντική συνάντηση. Στα μάτια του Bobby ,η Catherine φαίνεται η ιδανική σύντροφος. Της ζητά να φύγει μαζί του. Αλλά η Catherine, με τετράγωνη λογική, βλέπει την αλαζονεία και την κενότητα του. Προσδιορίζει το βασικό του πρόβλημα, όταν του λέει: «Ένας άνθρωπος που δεν αγαπά, που δε σέβεται τον εαυτό του……δεν αγαπά φίλους, οικογένεια, δουλειά, κάτι… Πώς μπορεί να ζητάει αγάπη απ’ τους άλλους; Γιατί να τη ζητήσει;». Ο Bobby χάνει και την τελευταία ελπίδα διάσωσης , καταδικάζει οριστικά τον εαυτό του  σε μια ζωή αυτοεκπληρούμενης αποτυχίας. Το μόνο που του απομένει είναι ο οδυνηρός αποχαιρετισμός στον σιωπηλό πατέρα : «Το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι να ζητήσω συγνώμη. Και οι δύο ξέρουμε ότι δεν ήμουν ποτέ τόσο καλός, ούτως ή άλλως .. Λυπάμαι που δεν λειτούργησε», λέει με λυγμούς.

 Ο Bobby είναι ένας πρωτεϊκός χαρακτήρας του αμερικανικού κινηματογράφου. Η σχέση αγάπης –μίσους  με τη μουσική αναπαράγει και τη σχέση του με την κοινωνία . Είναι ένας άντρας-παιδί που αρνήθηκε να ακολουθήσει ,σε αντίθεση με τα αδέλφια του, την προκαθορισμένη πορεία και να ευθυγραμμιστεί ,να συμμορφωθεί στις προσδοκίες της «μουσικής» οικογένειας. Αλλά είναι εξίσου ανίκανος να προσαρμοστεί στο προλεταριακό περιβάλλον .Οι φιλίες, οι έρωτες του δεν είναι ουσιαστικοί ,δεν αισθάνεται πουθενά την θέρμη μιας εστίας .Κάποτε φαντάστηκε ότι  είναι σε θέση να επιλέξει τη ζωή του, αλλά βρέθηκε να περιπλανιέται στο πουθενά . Όλα φαίνονται κενά, άψυχα :μονότονοι εσωτερικοί χώροι, παρακμιακά μοτέλ, μίζερα εστιατόρια, ερημικά πρατήρια βενζίνης.  Η φωτογραφία του Laszlo Kovacs  καταγράφει την αντίθεση ανάμεσα στα λερωμένα χρώματα της ζωής στην Καλιφόρνια και τη σκοτεινή, καταπιεστική καλαισθησία του αρχοντικού στην Ουάσιγκτον, εκφράζοντας ότι ο Bobby αισθάνεται εκτός τόπου και στα δύο.

Το «Πέντε εύκολα κομμάτια» αφηγείται την ιστορία ενός μανιο-καταθλιπτικού ανθρώπου, με οξεία κρίση ταυτότητας, που δεν χωράει πουθενά.  Στην πιο αριστοτεχνική ερμηνεία της καριέρας του ο Nicholson καθηλώνει τον θεατή  και τον κάνει συμμέτοχο στα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα του  : που να ζήσει ,με ποιόν να ζήσει ,ποιόν να αγαπήσει;  Οι τελικές εικόνες αποξένωσης μας φέρνουν στο νου τους στίχους του Walt Whitman: «Ανείπωτη επιθυμία, που δεν ικανοποίησε ποτέ η ζωή. Τώρα, ταξιδιώτη, τράβα μπροστά, για να ψάξεις και να βρεις.»

Bob Rafelson(1933-)

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Bob Rafelson εντάσσεται στο κινηματογραφικό κίνημα του «Νέου Χόλιγουντ», που ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 με ταινίες όπως τα «The Graduate»(1967)του Mike Nicohls και «Bonnie και Clyde»(1967)του Arthur Penn και κυριάρχησε όλη τη δεκαετία του 1970. Ωστόσο η παταγώδης εμπορική αποτυχία πανάκριβων παραγωγών όπως τα «Heaven’s Gate»(1980)του Michael Cimino και «One from the Heart»(1982)του Coppola σηματοδότησαν το οριστικό τέλος του. Στις ταινίες αυτού του ρεύματος ήταν εμφανής η επίδραση της γαλλικής ‘’Nouvelle Vague” , του Ιαπωνικού σινεμά αλλά και του στυλ του Antonioni. Ο έλεγχος από τα στούντιο παραγωγής είχε μειωθεί  και οι σκηνοθέτες  είχαν την ελευθερία να εξερευνήσουν θέματα ταμπού ,ενώ στιλιστικά  η αφήγησή συχνά  απέκλινε έντονα από τους κλασικούς κανόνες.

Το σκηνοθετικό  ντεμπούτο του Rafelson ήταν το «Head»(1968), ένα άγριο σουρεαλιστικό κράμα μιούζικαλ και παρωδίας . Ακολούθησε  το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του «Five Easy Pieces» (1970) ,μια μελέτη πάνω στην ανεύρεση ταυτότητας, τη σύγχυση και την αποξένωση ,με πρωταγωνιστή έναν ιδιοφυή ηθοποιό ,τον Jack Nikolson. Το «King of Marvin Gardens»(1972) είχε καλές προοπτικές αλλά προδόθηκε από το μέτριο σενάριο του . Μια εντυπωσιακή και συχνά αστεία ταινία, το «Stay Hungry»(1976) σηματοδότησε τις πρώτες σημαντικές κινηματογραφικές εμφανίσεις των Sally Field και Arnold Schwarzenegger. Ο θεατρικός συγγραφέας David Mamet έγραψε το σενάριο για το ερωτικά τολμηρό«The Postman Always Rings Twice» (1981), remake του κλασικού νουάρ του Tay Garnet από το 1946.  Το «Black Widow» (1987)ήταν ένα post-noir, με την Theresa Russell να σκοτώνει τους συζύγους της τον ένα μετά τον άλλο για τα χρήματά τους. Η πανέμορφη εικαστικά εξωτική περιπέτεια «Mountains of the Moon»(1991) αφηγείται έργα και ημέρες των δύο Βρετανών εξερευνητών Burton και Speke στα τέλη του 19ου αιώνα που σκοπό είχαν την ανακάλυψη των πηγών του Νείλου. Οι υπόλοιπες ταινίες του Rafelson  : «Man Trouble» (1992) ,«Blood and Wine» (1996) και «No Good Deed» (2002) κινήθηκαν στη μετριότητα και δεν θύμιζαν σε τίποτα τον ανυπότακτο σκηνοθέτη της δεκαετίας του 1970.