• Σενάριο: Michael Haneke
  • Φωτ:Jürgen Jürges
  • Ερμ: Juliette Binoche , Thierry Neuvic , Sepp Bierbichler , Alexandre Hamidi , Ona Lu Yenke , Hélène Diarra Luminita Gheorghiu
  • Διάρκεια : 117 λεπτά

Καλειδοσκοπικό πλέγμα από ηθικά αινίγματα

Παρίσι,2000. Σε μια πολυσύχναστη λεωφόρο του Παρισιού ,ένας αποξενωμένος νεαρός Γάλλος ,ο Jean (Alexandre Hamidi), πετά  ένα μισοφαγωμένο κρουασάν στη  Ρουμάνα Maria(Luminita Gheorghiu) ,που ζητιανεύει . Ένας νεαρός από το Μάλι, ο Amadou (Ona Lu Yenke),δάσκαλος σε κωφά παιδιά, τον πιέζει να της ζητήσει συγγνώμη. Αυτός αντιδρά ,συμπλέκονται.Όταν φθάνει η αστυνομία κανένας από τους παρόντες δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει το συμβάν ,με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος ο λευκός Jean , να συλληφθεί ο μαύρος Amadou και να απελαθεί η Maria. Αδελφός του Jean είναι ο  Georges (Thierry Neuvic), φωτορεπόρτερ σε εμπόλεμες ζώνες .Ο καταθλιπτικός πατέρας τους (Sepp Bierbichler) είναι  ένας αγρότης που αδυνατεί να πείσει τον μικρό γιο του να δουλέψει στη φάρμα τους. Η φίλη του Georges είναι μια ανερχόμενη ηθοποιός , η Anne (Juliette Binoche). Όσο για τη Maria (Luminita Gheorghiu) ,αναγκάζεται να ξαναγυρίζει λαθραία στη Γαλλία και αναζητά νέο στέκι για επαιτεία , για να βοηθήσει την οικογένεια της . Πέρα από την προφανή ποικιλομορφία τους, καθένας από όλους αυτούς τους χαρακτήρες κάποια στιγμή θα νοιώσει τη δυσκολία επικοινωνίας αλλά και  το αίσθημα ταπείνωσης…

Ο «άγνωστος κώδικας», με τον εύστοχο υπότιτλο «Ανολοκλήρωτες ιστορίες διαφόρων ταξιδιών» είναι η πρώτη ταινία που γύρισε στη Γαλλία ο Michael Haneke. Αν και ο τίτλος αναφέρεται κυριολεκτικά σε έναν κωδικό πρόσβασης σε μια πολυκατοικία, μεταφορικά αναφέρεται στην περίπλοκη, ακατανόητη κρυπτογράφηση των ανθρώπινων συναισθημάτων στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις.

To φιλμ ακολουθεί τη αποσπασματική μορφή της προγενέστερης ταινίας του Haneke «71 συμπτώσεις» , χωρίς πάντως την πεισιθάνατη τελετουργία της. Και για τις δυο ταινίες δεν έχει νόημα να ψάχνουμε  μια συνεκτική αφήγηση  καθώς  ο δημιουργός χρησιμοποιεί  το σινεμά ως μέσο προσωπικής έκφρασης για τον τρόπο που βλέπει τον σύγχρονο κόσμο. Το  κατακερματισμένο στιλ  αντικατοπτρίζει, πολύ αποτελεσματικά, τον κατακερματισμένο χαρακτήρα του κόσμου στον οποίο ζούμε αλλά και το χάσμα τόσο μεταξύ διαφορετικών εθνοτικών ομάδων , όσο και μεταξύ των μελών μιας οικογένειας.

Ο Haneke ξεκινά από ένα φαινομενικά τυχαίο γεγονός σε ένα κεντρικό πολυσύχναστο δρόμο του Παρισιού . To κινηματογραφεί ρεαλιστικά με ένα εκπληκτικό κινητικό μονοπλάνο,  με απόλυτη ενότητα χώρου και χρόνου ,εισάγοντας άμεσα ή έμμεσα τους βασικούς χαρακτήρες. Ταυτόχρονα  το σύμπαν της ταινίας διασπάται σε θραύσματα  που κινούνται με φυγόκεντρες δυνάμεις. Έτσι δημιουργείται  ένα καλειδοσκοπικό πλέγμα  που αναδιατάσσει συνεχώς τα βασικά συστατικά του:  χαρακτήρες, τοποθεσίες, δράσεις  σε μεταβαλλόμενα μοτίβα επανάληψης, προβληματισμού και μετάβασης. Είναι ένα πλέγμα χωρίς αφηγηματική ή κοινωνική συσχέτιση : από ζητιάνους μέχρι καλλιτέχνες  , από μετακινήσεις στην Γαλλική ύπαιθρο σε ταξίδια στη Ρουμανία ή στο Μάλι και με μια ποικιλία γλωσσών ,εθίμων. Ο κύκλος της ταινίας θα κλείσει όπως άνοιξε , με μια μεγάλη σε διάρκεια σεκάνς στο ίδιο κεντρικό δρόμο , με τους βασικούς χαρακτήρες , με τους ρυθμικούς ήχους από τα τύμπανα των κωφών παιδιών και με ένα παιχνίδι παντομίμας.

Στον «άγνωστο κώδικα»  λείπει η τακτοποιημένη ανάλυση των πολλαπλών σκελών της ταινίας , η διάτρηση των ετερόκλητων ιστοριών από μια σαφή τελική δήλωση που θα αποκαλύψει την «Αλήθεια» του δημιουργού. Αντ ‘αυτού, όλα καταλήγουν σε αινιγματική σιωπή, αφήνοντας τον θεατή να αναρωτηθεί: «Τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης;». Ωστόσο ,αυτός είναι ο τρόπος του Haneke. Δεν δίνει έτοιμες λύσεις, δεν διολισθαίνει στον διδακτισμό. Υποβάλλει τον θεατή σε επίμονα αποσπασματικές σκηνές , με άτσαλα fade out . Δεν ολοκληρώνει δραματουργικά, δεν εξηγεί. Λέει ο Haneke: «Το απόσπασμα είναι η αισθητική απάντηση στη χασματική αντίληψή του κόσμου μας. Το απόσπασμα σταματά εκεί που κινδυνεύω να μην γνωρίζω την αλήθεια». Απόψεις που δείχνουν μια πιθανή επιρροή του  από τη φιλοσοφική προέκταση  της αρχής της απροσδιοριστίας του συμπατριώτη του ,Heisenberg. Στόχος του λοιπόν δεν είναι η διατύπωση μιας αιτιοκρατικής  αλήθειας , αλλά η προσέγγιση, η προοπτική της , η ενσωμάτωση της στο  διφορούμενο της ζωής.

Πολλές από τις πολυάριθμες σκηνές είναι μικρά αριστουργήματα που φέρνουν στο νου την αυστηρότητα ,την ακρίβεια,  του Bresson. Κορυφαίο δείγμα σκηνοθετικής ευφυΐας και διαλεκτικής , ένα ζευγάρι αντιπαράλληλων , κατοπτρικών σκηνών στο μετρό:   βλέπουμε αρχικά τον ψευδο-ιδεαλιστή φωτορεπόρτερ να παραβιάζει το απόρρητο των επιβατών φωτογραφίζοντας τους κρυφά και αμέσως μετά τη αβοήθητη φίλη του να εκφοβίζεται και να ταπεινώνεται από ένα νεαρό Άραβα ,κάτω από το αδιάφορο βλέμμα των υπολοίπων.

Ο καλύτερος τρόπος για να ιδωθεί ο «Άγνωστος κώδικας» είναι ως μια σειρά επεισοδίων που το καθένα αποτελεί ένα ηθικό αίνιγμα. Όπως πάντα ο Haneke  θέτει περισσότερα ερωτήματα από τις απαντήσεις που δίνει .Σκοπός του είναι να αναγκάσει τον θεατή να σκεφτεί τη δική του συνενοχή και ηθική στάση απέναντι  στην παράλογη βία , που μοιάζει να τρέφεται από την εκλέπτυνση του πολιτισμού μας .

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, γυαλιά

Michael Haneke (1942- )

 Ο Γερμανο-Αυστριακός σκηνοθέτης Michael Haneke ασχολήθηκε σχετικά αργά με τον κινηματογράφο , αφού πρώτα θήτευσε στη τηλεόραση και  στο θέατρο. Κατά κάποιον τρόπο είναι συνεχιστής  ενός  αυστριακού ρεύματος στη λογοτεχνία, το θέατρο και τον κινηματογράφο που εκπροσωπείται από την Elfriede Jelinek, τον Peter Handke και τον Ulirch Seidl ,στο έργο των οποίον κυρίαρχη θεματική είναι η βία μέσα στην οικογένεια, η σιωπηλή οργή και οι σεξουαλικές ταπεινώσεις. Στην Aυστρία άλλωστε ,υλοποίησε το πρώτο φιλόδοξο σχέδιό του, μια φιλμική τριλογία με θεματική που περιστρέφεται γύρω από την κλιμάκωση της καθημερινής βίας στη μεσοαστική οικογένεια.  Στο πρώτο μέρος της «Der siebente Kontinent»(1989) καταγράφει την επαναλαμβανόμενη ρουτίνα μιας τέτοιας οικογένειας, την αποξένωσή τους, το ψέμα της διαφυγής τους. Στο δεύτερο ,«Benny’s Video» (1992),ο 14χρονος γιός μιας οικογένειας μπερδεύει την πραγματικότητα με τον εικονικό κόσμο του βίντεο τόσο που διαπράττει φόνο και βιντεοσκοπεί την αποδοχή της πράξης του για τους γονείς του. Στο τρίτο ,«71 Fragmente einer Chronologie des Zufalls»(1994)ένας νεαρός σπουδαστής σκοτώνει, αναίτια και χωρίς συσχετισμό, πολλούς  ανθρώπους μέσα σε μια τράπεζα. Οι τρεις ταινίες έχουν ενιαίο άξονα και φιλοσοφικό τόνο, αλλά και κοινή μορφική εσωτερική εξέλιξη που χαρακτηρίζεται από τις Μπρεχτικές στρατηγικές της αποστασιοποίησης.

Η συναισθηματική ψυχρότητα της τριλογίας, με το «Funny Games (1997)αναβαθμίζεται σε  κατά μέτωπο επίθεση στην ασφάλεια του θεατή, με  την απειλή και την επιβολή της απόλυτης βίας να τον παγώνει ως  την εξουθένωση .Το 2007 ,ο ίδιος ο Haneke κλωνοποίησε την ταινία του στην αμερικανική εκδοχή της.

Το «Code Inconnu» (2000) ξεκινά από ένα φαινομενικά τυχαίο γεγονός σε κεντρικό πολυσύχναστο δρόμο του Παρισιού για να καταδείξει με αδιάλλακτο ρεαλισμό ,την αδιαφορία ,την δειλία και την ψυχρότητα των Δυτικοευρωπαίων.

Σαν ένα ερωτικό μελόδραμα ξεκινά το «La Pianiste»(2001)αλλά στη συνέχεια αποσταθεροποιεί τον θεατή με μια αναπάντεχη τροπή και την προβολή ανθρώπινων  σχέσεων  που έχουν κακοφορμίσει μέσα από παιχνίδια εξουσίας και επιβολής.

Ο Haneke στη συνέχεια στράφηκε σε πιο πολιτικά ζητήματα :τις συνέπειες της αποικιοκρατίας («Caché»,2005) ,τη μετά την 11/9 καταστροφολογία («Le Temps du loup»,2003) και τις ρίζες του φασισμού στην πειθαρχία και στην θρησκευτική και κοινωνική καταπίεση πριν τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο («Das weisse band»,2009).

Με το «Amour» (2012) εγκαταλείπει την καταγραφή του κακού για να περάσει στην αποθέωση της αγάπης, περιγράφοντας τη σχέση ενός υπέργηρου ζευγαριού που ξαναδοκιμάζεται λίγο πριν τον θάνατο.

Ακολουθεί το «Happy End» (2017) που αν και δεν ανήκει στις κορυφαίες στιγμές του ,  καταφέρνει και πάλι να αναγκάσει το κοινό να αντιμετωπίσει και να αναλογιστεί τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης.

Ο Haneke τοποθετεί  το έργο του στον αντίποδα του mainstream κινηματογράφου και του Χόλιγουντ και θεωρεί τον εαυτό του συνεχιστή της μοντερνιστικής παράδοσης των Godard, Antonioni και Akerman. Οι ταινίες του χαρακτηρίζονται από ένα αίσθημα νιχιλισμού, πεσιμισμού και ματαιότητας. Συχνά γίνονται δυσάρεστες σχεδόν τιμωρητικές, που δεν φέρνουν ,απλά, πολιτικά ζητήματα στο προσκήνιο, αλλά θέτουν τον θεατή σε μια θέση ευθύνης, όπου καλείται  να λάβει μια πολιτική και ηθική στάση. O θεατής αδυνατεί να ταυτισθεί αλλά είναι τέτοια η δύναμη των εικόνων που δεν μπορεί και να αδιαφορήσει. Ο Haneke έχει συχνά κατηγορηθεί ως  ψυχρός, εγκεφαλικός και ακόμη χειρότερα ως μισάνθρωπος, απολυταρχικός και σαδιστής ,σε μια  διαδικασία όπου ο παντοδύναμος σκηνοθέτης είναι ο θύτης, και ο θεατής το θύμα. Άλλοι πάλι ,τον αποκαλούν «Μαιτρ του καθημερινού τρόμου» καθώς  ο τρόπος που ελέγχει και χειραγωγεί τον θεατή  δεν απέχει πολύ από αυτόν του Χίτσκοκ.