“Και ‘μεις περπατάμε ακόμη…” του Οδυσσέα Νασιόπουλου

“Και ‘μεις περπατάμε ακόμη…” του Οδυσσέα Νασιόπουλου

-Και στ’ αλλοτινά, τα κλειστά πάρκα των Χριστουγέννων, τώρα γιορτάζουν της μοναξιάς οι σκιές. Είπε εκείνος.

-Ασπρόμαυρα λαμπιόνια αναβοσβήνουν το κενό μας. Και πώς να το γεμίσεις, μ’ αναμνήσεις αλλοτινής γιορτής. Είπε εκείνη.

Καθώς περπατούσαν στους έγκλειστους δρόμους της πόλης, που κατηφείς τριγυρνούσαν οι διαβάτες αναζητώντας το χαμένο νόημα των Χριστουγέννων, και γύρω τους νύχτωνε ο κόσμος σε μια διαρκή νύχτα σκοτεινού χειμώνα.

-Με συμπληρώνεις ή σε συμπληρώνω. Ή και τα δυο; Αναρωτήθηκε εκείνος.

– Αν δεν τα βρίσκαμε στις λέξεις, αν δεν γεμίζαμε το κενό μας, εσύ με μένα και ‘γω μ’ εσένα, τώρα δεν θα περπατούσαμε μαζί. Απάντησε εκείνη και χαμογέλασε.

-Τώρα που πηγαίνουμε σε ποίο προορισμό, όλα γύρω μας έγκλειστα, όλα δέσμια και ‘μεις οι αρνητές τους, που μισούμε τις μάσκες τους, και τις μισοφοράμε. Που θέλουμε αμόλυντο το αίμα μας, απ’ τις βελόνες τους. Που πάμε, αβέβαιο βήμα στο μέλλον; Είπε εκείνος.

-Πάμε, εκεί που ο προορισμός ελευθερία μας οδηγεί. Φοράμε ένα σταυρό στο μέτωπο ψυχής

και πάμε μ’ ακλόνητη την πίστη, εκεί που αυτή μας οδηγεί. Απάντησε εκείνη.

-Κοίτα γύρω μας, ένας κόσμος αργοπεθαίνει, κλειστά καταστήματα, αγορές των αποστάσεων, ουρές παντού, αχρήματη κοινωνία, το ψυχορράγημα του μικρού εμπόρου. Άνθρωποι μασκοφόροι παντού, μ’ ένα καφέ άδειο ποτήρι στα πεζούλια της πλατείας, στα παγκάκια, στα πλακόστρωτα, με την ανησυχία στο βλέμμα, πάνε έρχονται πάνω κάτω άσκοπα, ανώφελα, συνομιλούν με την ενδόμυχη καχυποψία μιας μάταιας ελπίδας πώς όλα θα ξαναγίνουν όπως πρώτα. Μέχρι νάρθει η ώρα του απαγορεύεται η κυκλοφορία. Να μαντρωθούνε ξανά, αυτή είναι η πραγματικότητα. Και ‘μεις, μεταξύ αυτών περνούμε ανάμεσα στα ετοιμοθάνατα όνειρα τους, που πέταξαν στα σκουπίδια του παρόντος και μέλλοντος. Και όλα αυτά γιατί; Είπε εκείνος.

-Δεν έχεις άδικο, έτσι είναι, και ξέρεις γιατί; Είναι σαν μια τρομερή σκιά γιγάντιου τέρατος, που το αληθινό του σώμα δεν είναι παρά μια λούτρινο παιχνίδι, ένα έντομο, με σχεδόν αβλαβή τσίμπημα, αυτός είναι ο ιός τους, ο φόβος, ο τρόμος που νίκησε τα πάντα, και γκρέμισε όλη την ζωή μας, μα το κυριώτερο σκότωσε την αλήθεια. Μα εμείς περπατάμε ακόμη, δεν μας κυρίευσε ο φόβος τους, δεν μας νίκησε το κενό τους. Είπε εκείνη.

-Πόσο περίεργο, σε λίγο θα σημάνει απαγόρευση. Πόσες αναμνήσεις, πόσες μέρες, πόσα χρόνια, πόσα ταξίδια στο μαζί, πόσες εμπειρίες, λύπης και χαράς στο πάντα μαζί, σαν υπόσχεση. Είπε εκείνος.

-Υπόσχεση που δώσαμε μαζί. Έτσι δεν είναι, λυποψυχής και δεν το θέλω. Διακρίνω φόβο μη χαθεί ο ένας απ’ τον άλλον, μην δεν αντέξει μέχρι το τέλος. Και παραδοθεί στο σύστημα τους. Αν μου χαθείς εσύ, θα χαθώ και ‘γω. Αν μου πέσεις, θα σε σηκώσω. Αυτή την μάχη θα την κερδίσουμε μαζί, το κατάλαβες. Όχι άλλες αναμνήσεις που μας γέρασαν πρόωρα. Είπε εκείνη, με εμφανή θυμό στο βλέμμα.

-Σε ξέρω χαμόγελο, έτσι σε γνώρισα, με ξέρεις σιωπή έτσι με γνώρισες. Τώρα όμως σε ξέρω θαρραλέα καρδιά που αγαπάει για δυο. Τώρα όμως με ξέρω, ως άσβεστη φωτιά που άναψες μέσα μου, για την δική μας ελευθερία. Και έτσι θα προχωρήσουμε, ό,τι και να γίνει. Όπως και να γίνει. Είπε εκείνος.

-Κοίτα, αλλάζει ο χρόνος, αλλάζει η δεκαετία, αλλάζει η εποχή στους ουρανούς των πυροτεχνημάτων. Και ‘μεις περπατάμε ακόμη, κι ‘μεις πολεμάμε το απατηλό επίθετο «νέα». Και ‘μεις απ’ τα χαλάσματα του παρόντος μας υψώνουμε τους πεσμένους σταυρούς. Είπε εκείνη, και κοιτούσε τον ουρανό.

-Και ‘μεις, κόντρα σε όλους και όλα, αρνητές του θανάτου, αρνητές του σκοτεινού ουρανού τους, ανάβουμε ξανά τις λαμπάδες του πνεύματος μας, αυτές που οδηγούν στο αλάθευτο φως του πραγματικού κόσμου Του. Είπε εκείνος και την αγκάλιασε σαν ότι πολυτιμότερο είχε. 

Οδυσσέας Νασίοπουλος

Βιογραφικό:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικὲς διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.

Σχετικά με τον Συγγραφέα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Βρείτε μας στο Facebook

Γραφτείτε στο newsletter μας