• Σενάριο : Tennessee Williams (από το θεατρικό του έργο)
  • Φωτ: Michael Ballhaus
  • Μουσική: Henry Mancini
  • Ερμ: Joanne Woodward, John Malkovich, Karen Allen , James Naughton
  • Διάρκεια: 134 λεπτά

 

Η ανεκτίμητη αξία της ζωής των ταπεινών ανθρώπων

Η ταινία ξεκινά με ασυνήθιστο τρόπο. Ο  αφηγητής αλλά και κεντρικός ήρωας Tom Wingfield (John Malkovich)  απευθύνεται στον θεατή και του  εξηγεί ότι αυτό που θα δει είναι ένα θεατρικό έργο ,που αναφέρεται στη δεκαετία του 1930.  Βρίσκεται έξω από ένα ερειπωμένο διαμέρισμα  του Σαιν Λούις που κάποτε ήταν σπίτι των Wingfields και αναπολεί  το παρελθόν. Σε αυτήν την αναδρομή, γνωρίζουμε τη μητέρα του Tom ,Amanda (Joanne Woodward), η οποία του κάνει ένα κήρυγμα για τα πάντα ,ακόμη και για τις διατροφικές του συνήθειες. Μετά το δείπνο, η Amanda μιλά για το απώγειο της νιότης της , όταν είχε επιλογή μεταξύ δεκαεπτά ανδρών, αλλά επέλεξε τον όμορφο Wingfield, έναν πωλητή τηλεφώνων, που είχε αδυναμία στο αλκοόλ και στα ταξίδια. Σε ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι απουσιάζει εδώ και πολλά χρόνια. Η σχέση του Tom με τη μητέρα του είναι σε συνεχή ένταση. Η αδελφή του Tom, Laura(Karen Allen) , είναι ντροπαλή και συμπλεγματική λόγω μιας μικρής αναπηρίας στο πόδι. Της αρέσει να υποχωρεί στον καναπέ και να ασχολείται με τη γυάλινη συλλογή  της.  Ωστόσο η Amanda ,που φοβάται ότι ο γιος της θα τις εγκαταλείψει, θέλει απεγνωσμένα να την παντρέψει. Πιέζει τον Tom να φέρει για δείπνο κάποιο συνάδελφο του για να γνωρίσει την Laura .Με κάποια απροθυμία ο Tom φέρνει τελικά τον Jim (James Naughton) .Τι θα συμβεί όμως όταν ο αποδειχθεί ότι Jim  είναι ο πλατωνικός έρωτας της Laura από τα σχολικά  της χρόνια;

Ο «Γυάλινος κόσμος» είναι η έκτη και τελευταία σκηνοθετική δουλειά του Paul Newman ,βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Tennessee Williams,  που εκδόθηκε το 1945. Ανήκει στο μεταπολεμικό Αμερικάνικο ρεαλιστικό δράμα , ένα ρεύμα που επικεντρώνεται σε θεματικά στοιχεία όπως η αξία της ατομικής επιτυχίας, το αίσθημα της μοναξιάς και του ανικανοποίητου, η άρνηση της πραγματικότητας. Είναι γνωστό ότι το αξιακό σύστημα της αμερικανικής κοινωνίας είναι διπολικό: ο ένας πόλος περιλαμβάνει την επιτυχία, τη δύναμη και το κύρος ( αυτό που έχει ονομαστεί «Αμερικανικό όνειρο»)και ο δεύτερος την ευτυχία και την αυτοολοκλήρωση . Αυτός ο διισμός δημιουργεί  μεγάλες αντιφάσεις και  συγκρούσεις μεταξύ προσωπικών αξιών και κοινωνικών επιταγών , με οδυνηρές  επιπτώσεις  στην ψυχολογία του ατόμου που αναπόφευκτα οδηγείται στην αλλοτρίωση. Η οικονομική κατάρρευση του 1929 επέτεινε ακόμη περισσότερο αυτά τα φαινόμενα με αποτέλεσμα μέρος της κοινωνίας να εθελοτυφλεί αναπολώντας περασμένες εποχές υλικής ευμάρειας.

Ο Williams, είναι ο κατεξοχήν εκφραστής ενός ποιητικού οράματος μοναξιάς. Το αίσθημα του ανικανοποίητου, είναι βασικό συστατικό της ψυχολογίας των ηρώων του και πηγάζει από τη βαθιά  μοναξιά τους . Ασκεί κριτική στα υλιστικά πρότυπα , και προβάλλει τη θέση ότι το άτομο πρέπει να αποβάλλει τις καταναγκαστικές κοινωνικές επιταγές  ώστε να μπορέσει να βρει  την αυτοεκπλήρωση του. Στους ήρωες του «Γυάλινου κόσμου» είναι μεταστοιχειωμένοι χαρακτήρες της προσωπικής  ζωής του , ο ίδιος και η οικογένειά του, αλλά τους έχει προσθέσει και μια  συμβολική διάσταση . Ο Tom είναι η φωνή του συγγραφέα ,εκπροσωπεί τον πνευματικό κόσμο.  Η διαφορετικότητά του, τον βάζει στο περιθώριο, γράφει  ποιήματα ,στη δουλειά τον αποκαλούν κοροϊδευτικά «Σαίξπηρ». Αντίθετα ο  Jim προβάλλεται ως  ο κύριος εκφραστής του «Αμερικανικού ονείρου». Ήταν το ίνδαλμα του σχολείου:  στον αθλητισμό,  στη χορωδία, στις θεατρικές παραστάσεις. Όμως δεν είχε την εξέλιξη που περίμενε, παραμένει ένας «υπαλληλάκος» σε αποθήκη. Ωστόσο δεν τα παρατά, σπουδάζει ελπίζοντας να αδράξει μια ευκαιρία. Για την Amanda το παρελθόν είναι φυγή και καταφύγιο. Η μοναξιά της εκφράζεται μέσω της ακατάπαυστης ομιλίας ,των εμμονών της, των νευρωτικών κηρυγμάτων της. Η Laura ,εκφράζει την απόλυτη μοναξιά και συγκεντρώνει όλη τη συμπόνια του συγγραφέα , του σκηνοθέτη και του θεατή. Χαρακτηριστικό της ψυχοσύνθεσής της είναι η υπερευαισθησία της, η οποία παρομοιάζεται με την ευθραυστότητα και την διαφορετικότητα του μικρού γυάλινου μονόκερου.

Η προσαρμογή του Newman είναι  εξαιρετικά πιστή στο κείμενο, σε αντίθεση με την διασκευή του Irvin Rapper ( του 1950) που πρόσθεσε ένα αυθαίρετο χάπι εντ, δυσαρεστώντας τον συγγραφέα. Η ευέλικτη κάμερα περικυκλώνει συνεχώς τους ήρωες  και αναζητά την κατάλληλη  γωνία για να  τους εξανθρωπίσει. Ο «Γυάλινος κόσμος» είναι ένα «έργο μνήμης» και όχι μια αναπαράσταση της πραγματικότητας.  Δομείται από  αποσπασματικές ,θολές ,επιλεκτικές  αναμνήσεις του αφηγητή. Οι  δέσμες φωτός με τα παστέλ χρώματα του Michael Ballhaus ,φωτίζουν επιλεκτικά τους χώρους συνδέοντας  τους δύο κόσμους των ηρώων: τον κόσμο του συνειδητού με τον κόσμο του ασυνείδητου.

Η στιλιστική ωριμότητα του Newman αποκρυσταλλώνεται  στον μεθοδικό τρόπο με τον οποίο η αφηγηματική ακαμψία του πρώτου μέρους της ταινίας , μας προετοιμάζει για την μαγευτική σεκάνς του τρυφερού φλερτ ανάμεσα στον Jim και τη Laura. Αντιλαμβανόμενος τα προβλήματα του κοριτσιού, ο Jim προσπαθεί να την βγάλει από το κέλυφος της  δείχνοντας ενδιαφέρον για τη συλλογή των γυάλινων ζώων, ακόμη και να την κάνει να χορέψει μαζί του και να της δώσει ένα φιλί.   Στην δραματουργική κορύφωση  το ζευγάρι καθώς χορεύει  θα ρίξει  στο πάτωμα τον γυάλινο μονόκερο ,που θα χάσει για πάντα τη διαφορετικότητα του. Η απεικόνιση της ισχυρά συμβολικής σκηνής έχει μια ονειρική ,μυστικιστική υφή.

Ο «Γυάλινος κόσμος» των Williams και Newman είναι ένα λεπτοδουλεμένο ψυχογράφημα , με  ακριβή εσωτερικό ρυθμό, με αιχμηρό διάλογο, με αληθινούς και ολοκληρωμένους χαρακτήρες  ,με εξαίρετες ερμηνείες . Η μεγάλη «αλήθεια» του  ακούγεται από τα χείλη του  “gentleman caller”  που προσπαθεί να ενθαρρύνει την τόσο εύθραυστη Laura : «Κοίτα λίγο γύρω σου. Τι βλέπεις; Ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος από κοινούς ανθρώπους .Όλοι τους γεννήθηκαν, Όλοι τους θα πεθάνουν.» Ποτέ άλλοτε ο κορυφαίος συγγραφέας  δεν συνέλαβε την ολότητα των συναισθημάτων ,την ανάσα του πνεύματος , τον λυγμό  για την ανεκτίμητη αξία της ζωής των ταπεινών ανθρώπων.

Paul Newman (1925-2008)

Ο Αμερικανός Paul Newman υπήρξε ένας ηθοποιός –σταρ  αλλά και  περιστασιακός σκηνοθέτης, με αξιοσημείωτο  ταλέντο.  Συχνά έδινε στη σύζυγο του Joan Woodward τον πρώτο ρόλο- ξεκινώντας από τo «Rachel, τη Rachel» (1968), ένα λεπτό αλλά ισχυρό δράμα για μια  καταπιεσμένη δασκάλα. Στη συνέχεια, ο Newman σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε σε μια προσαρμογή του εκτεταμένου μυθιστορήματος του Ken Kesey ,«Sometimes a Great Notion» (1971). Aκολούθησε το «The Effect of Gamma Rays on Man-in-the-Moon Marigolds»(1972), το οποίο βασίστηκε στο βραβευμένο με Pulitzer μυθιστόρημα του Paul Zindel. Η Woodward πρωταγωνίστησε ως μια υπερβολική μητέρα της οποίας οι κόρες θέλουν να ξεφύγουν από την καταπιεστική παρουσία της. Την μικρότερη κόρη ερμηνεύει η  Nell  Potts, πραγματική κόρη των Newman-Woodward. Ακολούθησαν , η τηλεταινία«The Shadow Box» (1980) , το «Harry & Son» (1984)  και το «The Glass Menagerie»(1987) πιστή -σε γράμμα και  πνεύμα- προσαρμογή του κλασικού έργου του Tennessee Williams.