• Σενάριο:René Clément,Paul Gégauff
  • Μουσική: Nino Rota
  • Φωτογραφία:Henri Decaë
  • Ερμ:Alain Delon, Maurice Ronet, Marie Laforêt , Billy Kearns
  • Διάρκεια: 112 λεπτά

Ο μακιαβελικός κύριος Delon

Ένας φτωχός νεαρός Αμερικανός, ο Tom Ripley (Alain Delon), δέχεται μια πρόταση ,με ικανοποιητική αμοιβή, από έναν πλούσιο επιχειρηματία .Πρέπει να φέρει πίσω στο σπίτι τον γιο του, Philippe Greenleaf(Maurice Ronet), για να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση. Τα τελευταία χρόνια, ο Philippe ζει τη ζωή ενός αδρανούς playboy στην Ιταλία, διασκεδάζοντας με τη φίλη του Marge (Marie Laforêt), με έξοδα του πατέρα του. Όμως αντί να πετύχει την αποστολή του ,ο Tom κολλάει σαν βδέλλα πάνω στον Philippe , μαγεμένος από τον πολυτελή τρόπο ζωής του. Τον συνοδεύει στις περιπέτειες του με θανάσιμη ζηλοφθονία ,με λανθάνουσα ομοερωτική έλξη. Ωστόσο οι συνεχείς προσβολές και ταπεινώσεις που δέχεται , τον οδηγούν σε ένα σχέδιο εκδίκησης . Όταν μάλιστα ο Philippe τον αφήνει επί ώρες σε μια λέμβο, μέσα τον καυτό ήλιο , είναι έτοιμος να κάνει το σχέδιό του πράξη. Επωφελείται από την απουσία της Marge και τον σκοτώνει . Αφού ρίξει το πτώμα στη θάλασσα, επιστρέφει στην ηπειρωτική χώρα και οικειοποιείται την ταυτότητα του , πλαστογραφεί την υπογραφή του ,με στόχο τον τραπεζικό του λογαριασμό . Όλα πάνε καλά μέχρι που εμφανίζεται ένας φίλος του θύματος , ο Freddy Miles(Billy Kearns), που υποπτεύεται το παιχνίδι του Ripley…

Το «Γυμνοί στον ήλιο» σηματοδότησε την κορυφαία δημιουργία του René Clément .Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα της Patricia Highsmith- του 1955-, «The Talented Mr Ripley». Αποτελεί ίσως την καλύτερη διασκευή στον κινηματογράφο ,έργου της Highsmith. Θυμόμαστε βέβαια και άλλες αξιόλογες διασκευές :«Strangers on a Train»(1951) του Hitchcock, «Der Amerikanische Freund» (1977) του Wenders, «Τhe Talented Mr Ripley»(1999)του Minghella. Υπήρξαν και αρκετοί ηθοποιοί που έχουν υποδυθεί τον Ripley στην Οθόνη: Dennis Hopper, John Malkovich ,Barry Pepper, Mat Damon ,κανένας βέβαια σαν τον, τότε 24χρονο Delon, που μοιάζει γεννημένος για τον ρόλο.

Ο Ripley είναι ένας ευγενικός, ευχάριστος και απολύτως ανήθικος «απατεώνας» , ένας «άγγελος του Κακού» φτιαγμένος θαρρείς από πάγο .Θέλει να γίνει αποδεκτός και αγαπητός από τον κύκλο των πλουσίων, να υφαρπάξει αγαθά ,να απολαύσει τη ζωή σε όλη της την διάσταση .Tα «ταλέντα» του είναι η προσαρμοστικότητα ,ο μακιαβελισμός , η έλλειψη ηθικής συνείδησης του και πάνω από όλα η σατανική ομορφιά .

Το φιλμ του Clément ακολουθεί αρκετά πιστά την αρχική ιστορία και κυρίως το πνεύμα του μυθιστορήματος. Διαφοροποιείται όμως στην τελική έκβαση , την οποία η Highsmith αποκήρυξε ως δειλή παραχώρηση στη δημόσια ηθική. Παρόλα αυτά ο Γάλλος δημιουργός αναδεικνύει και συνοψίζει τις θεματικές εμμονές της Αμερικανίδας συγγραφέως : την υποκρισία και την ηθική ασάφεια της μπουρζουαζίας, την άνοδο στην κοινωνική πυραμίδα, τη χειραγώγηση και τη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, τη σιωπηρή απέχθεια της κοινωνίας απέναντι στα προνομιούχα παράσιτα .Όλα αυτά, ο Clement τα σφραγίζει με τα δικά του σκηνοθετικά ευρήματα.

Σε μια πρώιμη σκηνή ,κλειδί για την κατανόηση της ψυχοπαθολογίας του Ripley, τον βλέπουμε να μιμείται τον πλούσιο φίλο του ,μπροστά σε έναν καθρέφτη, με τα ρούχα του και τον χαρακτηριστικό τόνο της φωνής του. Θέλει να γίνει ο «άλλος», να ταυτιστεί μαζί του, τελικά να τον υποκαταστήσει , έστω και μέσα από την φρίκη του φόνου. Σε μια άλλη σκηνή, ο Ripley παρατηρεί από ένα παράθυρο μια ομάδα παιδιών που παίζει ανέμελα στο πεζοδρόμιο. Η ανατριχιαστική λεπτομέρεια είναι ότι μόλις ο ίδιος είχε διαπράξει μια δολοφονία.

Ο Henri Decaë ,αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος Γάλλος κινηματογραφιστής , φωτογραφίζει με παστέλ χρώματα τα ειδυλλιακά μεσογειακά τοπία , αναπλάθοντας την ονειρική ζωή των πλούσιων Αμερικανών στην ιστορική , καλλιτεχνική , ερωτική Ιταλία. Γυρισμένο σε τοποθεσίες κυρίως γύρω από τα νησιά Ίσκια και Προσίντα στο Τυρρηνικό Πέλαγος, η ταινία είναι τόσο όμορφη που μερικές φορές μοιάζει εξωπραγματική. Οι λαμπρές , ανησυχητικές εικόνες πλημμυρίζονται από τις ήσυχες , διακριτικά χαρούμενες και άλλοτε μελαγχολικές μελωδίες του Nino Rota .

Το «Γυμνοί στον ήλιο» είναι ένα οπτικά συναρπαστικό και συναισθηματικά έντονο φιλμ . Παρά το ηλιόλουστο μεσογειακό σκηνικό του, δεν κρύβει τις βαθιές ρίζες του στο κλασικό αμερικανικό νουάρ. Η αντίθεση των εκθαμβωτικών εικόνων με το σκοτεινό σχέδιο του ήρωα , δημιουργεί μαγνητική ονειρική ναυτία και προβάλλει απροκάλυπτα την σαγήνη του Κακού.

Στην τελική σεκάνς , ο Tom βρίσκεται σε ένα παραδεισένιο σκηνικό και απολαμβάνει την επιτυχία του σχεδίου του. «Δώσ’μου να πιω ό,τι καλύτερο έχεις. Ό,τι καλύτερο…» τονίζει στον σερβιτόρο . Τότε πιθανόν αναρωτιόμαστε : «Μπορεί ένας άνθρωπος να είναι τόσο αμοραλιστής ;». Ωστόσο δύσκολα θα θέσουμε στον εαυτό μας ένα πιο βαθύ ερώτημα : «Επιθυμούμε να συλληφθεί ή να ξεφύγει ;»

 

René Clément, témoin et poète

René Clément (1913-1996)

Ο René Clément ήταν  ο πιο πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης που εμφανίστηκε στη  Γαλλία στο τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Υπήρξε ο πιο δεξιοτέχνης και θεματικά ενδιαφέρων από τους δημιουργούς της λεγόμενης «Γαλλικής ποιότητας» ,στην εύφορη για αυτόν δεκαετία του 1950 .

Ξεκίνησε  στη δεκαετία του 1930 με ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, πριν κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση για την ταινία του 1946, «La Bataille du rail», που βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία και αναφέρεται στην αντίσταση των Γάλλων σιδηροδρομικών κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Την επόμενη δεκαετία, ο Clément διεύρυνε τη φήμη του με μια σειρά από εξαιρετικές ταινίες , συμπεριλαμβανομένων των « Les Maudits» (1947) «Au-delà des grilles» (1948), «Le château de verre» (1950), «Jeux interdits» (1952) ,«Monsieur Ripois» (1954) και «Gervaise» (1956) . Η δεκαετία του 1960 ξεκίνησε για αυτόν ιδανικά  με το εξαίρετο  θρίλερ «Plein Soleil»(1960),την ταινία που καθιέρωσε τον 24χρονο Alain Delon .Η ώσμωση Clement- Delon λειτούργησε άψογα σε δυο ακόμη ταινίες : «Quelle joie de vivre»(1960), μια λαμπερή κωμωδία για τη γέννηση του φασισμού στην Ιταλία του 1920 και «Les Félins»(1964), ένα κυνικό  ψυχολογικό θρίλερ με συμπρωταγωνίστρια την Jane Fonda .Ενδιάμεσα  ο Clément έκανε μια από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του, ένα έντονο πολεμικό δράμα με μια υπέροχη Simone Signoret. Ωστόσο, το τρίωρο «Paris Brule-t-il?» (1966) μια προσπάθεια για πολεμική υπερπαραγωγή ,τύπου Hollywod, με πλήθος διεθνών αστέρων δέχθηκε ανάμεικτες κριτικές.

Εκλεκτικός δημιουργός ο Clément  μεταπηδούσε ανενδοίαστα ανάμεσα σε διαφορετικά είδη . Κατηγορήθηκε από τους σκηνοθέτες του «Νέου Κύματος» , ιδιαίτερα τον Truffaut , για  τελειομανία, έλλειψη ενότητας και προσωπικού ύφους . Η αποτυχία των τελευταίων ταινιών του :«Le Passager de la pluie» (1970) ,«La Maison sous les arbres» (1971), «La Course du lièvre à travers les champs» (1972) , «Jeune fille libre le soir» (1975) δεν ταιριάζει με το υπόλοιπο έργο αυτού του βιρτουόζου και εμπνευσμένου δημιουργού. Ο ίδιος δήλωσε  :«Κάθε μία από τις ταινίες μου είναι το άθροισμα όλων όσων έχω μάθει στο παρελθόν σε όλους τους τομείς».