Κώστας Καρυωτάκης
1896-1928

Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 20 Ιουλίου 1928) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα και ο πρώτος που ενσωμάτωσε εκσυγχρονιστικά θέματα στην ποίησή του, η οποία επηρεάστηκε από τον εξπρεσιονισμό και τον συμβολισμό, αν και η ποίησή του έχει ένα σατιρικό άκρο που είναι μοναδικό.

Γλωσσικά, η ποίηση του Καρυωτάκη ανήκει στη Νέα Σχολή Αθηναϊκής ποίησης, που ιδρύθηκε περίπου το 1880 από τον Κωστή Παλαμά, η οποία εξεγέρθηκε κατά της Κατεχάκη, της ξυλοπόδαρης και αρχαϊκής επίσημης γλώσσας της Ελλάδας.

Οι συγχρόνοι του Καρυωτάκη, ως επί το πλείστον, δεν αναγνώρισαν την ιδιοφυΐα του ούτε εκτίμησαν την ποίησή του. Μετά την αυτοκτονία του, ωστόσο, πολλοί ήρθαν καθυστερημένα σε αυτή την συνειδητοποίηση. Η μεγαλύτερη επιρροή του, ωστόσο, ήταν στις επόμενες γενιές Ελλήνων ποιητών.

Γεννημένος στην Τρίπολη της Ελλάδας, η κατοχή του πατέρα του ως νομαρχιακού μηχανικού είχε ως αποτέλεσμα ν’ αλλάζει συχνά σπίτια στα νιάτα του. Κατά την παιδική του ηλικία έζησε σε πολλές τοποθεσίες στην Ελλάδα, όπως το Αργοστόλι, η Λευκάδα, η Λάρισα, η Καλαμάτα, η Αθήνα και τα Χανιά.

Ξεκίνησε να δημοσιεύει ποίηση σε διάφορα παιδικά περιοδικά το 1912. Αφού έλαβε το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή Αθηνών, έγινε υπάλληλος στο Νομό Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, αντιπαθούσε πολύ το έργο του και δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί τη γραφειοκρατία του κράτους, για την οποία έγραφε συχνά στα ποιήματά του.

Το κομμάτι της πεζογραφίας του Catharsis («εξαγνισμός») είναι χαρακτηριστικό της περιφρόνησής του. Για το λόγο αυτό συχνά απομακρυνόταν από τις θέσεις του και μετατέθηκε σε άλλες τοποθεσίες στην Ελλάδα.

Κατά τη διάρκεια αυτών των μετεγκαταστάσεων εξοικειώθηκε με την πλήξη και τη δυστυχία της χώρας κατά τη διάρκεια αυτών των δυσάρεστων ετών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Τον Φεβρουάριο του 1919 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή: “Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων“, η οποία αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό ή αναθεωρήθηκε άσχημα από τους κριτικούς.

Την ίδια χρονιά δημοσίευσε με τον φίλο του Άγη Λεβενδή ένα σατιρικό περιοδικό με τίτλο “Η Γάμπα“, το οποίο παρά την επιτυχία του απαγορεύτηκε από την αστυνομία μετά το έκτο τεύχος.

Το 1921 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο “Nηπενθή”.

Τότε άρχισε να έχει σχέση με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, η οποία ήταν συνάδελφός του στο Νομό Αττικής. Ο δεσμός τους διήρκεσε για πολύ λίγο. Ο Καρυωτάκης έμαθε ότι νοσεί από σύφιλη, αρρώστια τότε ανίατη η οποία αποτελούσε κοινωνικό στίγμα, και ζήτησε από τη Πολυδούρη να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε γάμο, αλλά ο Καρυωτάκης το απέρριψε. Η Πολυδούρη απολύθηκε το 1924, ήρθε σε ρήξη με τον Καρυωτάκη και αρραβωνιάστηκε με τον δικηγόρο Γεωργίου.

Το 1924 ο Κώστας Καρυωτάκης ταξίδεψε στο εξωτερικό, επισκεπτόμενος την Ιταλία και τη Γερμανία.

Τον Δεκέμβριο του 1927 δημοσίευσε την τελευταία του ποιητική συλλογή: “Ελεγεία και Σάτιρες“.

Τον Φεβρουάριο του 1928, ο Καρυωτάκης μεταφέρθηκε στην Πάτρα και τον Ιούνιο του 1928 στην Πρέβεζα. Από εκεί έστειλε απελπισμένες επιστολές σε φίλους και συγγενείς που περιέγραφαν τη δυστυχία και την απομόνωση που ένιωθε.

Το άγχος του είναι εμφανές στο ποίημα «Πρέβεζα» που έγραψε λίγο πριν την αυτοκτονία του.

Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονόλιθο και προσπάθησε επί δέκα ώρες να πνιγεί στη θάλασσα, αλλά απέτυχε στην προσπάθειά του.

Το επόμενο πρωί επέστρεψε στο σπίτι του, έφυγε και πάλι για ν’ αγοράσει ένα περίστροφο και στη συνέχεια πήγε σε ένα μικρό καφέ. Αφού κάπνιζε για λίγες ώρες, πήγε σε μια κοντινή παραλία που ονομάζεται Άγιος Σπυρίδωνας κι εκεί, κάτω από έναν ευκάλυπτο, αυτοπυροβολήθηκε στην καρδιά.

Επιστολή αυτοκτονίας του βρέθηκε στην τσέπη του κουστουμιού του:

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περισσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.

Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι.

Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές (!!!), εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.

Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέση τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας»

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὡρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου».

Κ.Γ.Κ.

Ακόμα και σήμερα υπάρχουν απορίες και αντιθέσεις στην ερμηνεία αυτής της επιστολής.

—————————————————————————————————————————-

Απόψεις για τα αίτια της αυτοκτονίας

Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με φίλους και συγγενείς του ποιητή, αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα ο αδελφός του, Θάνος Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια.

Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι “ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη”. Θέλοντας μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι “δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του”.

Σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό της κλινικής κατάθλιψης, ο ποιητής είναι βέβαιο ότι έπασχε από τη νόσο. Το έργο του, πολύ πριν μάθει ότι πάσχει από σύφιλη το καλοκαίρι του 1922, η ζωή και ο θάνατος του συνιστούν ακράδαντες αποδείξεις για αυτό. Το πως η πρώτη νόσος ουσιαστικά τον οδήγησε στη δεύτερη, περιγράφεται στο τελευταίο του σημείωμα.

Ο ρόλος που ενδεχομένως έπαιξε η γυναίκα και ο έρωτας στην αυτοκτονία του Καρυωτάκη δεν αναφέρεται ούτε ως υπαινιγμός στο τελευταίο του σημείωμα, αλλά δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η ωραία και χειραφετημένη ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη τον είχε ερωτευθεί και αυτός φάνηκε να ανταποκρίνεται. Κατά την Πολυδούρη μάλιστα ήταν εκείνος που πρώτος εξομολογήθηκε τον έρωτά του.

 Του πρότεινε να παντρευτούν, μα εκείνος δεν θέλησε. Εκείνη το απέδωσε στο χρόνιο αφροδίσιο νόσημα από το οποίο έπασχε. Μαρτυρία του φίλου του Χαρίλαου Σακελλαριάδη, αλλά και το ημερολόγιο της Πολυδούρη, δείχνουν πως δεν είχαν οι δυο τους ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις, αν και είχε ερωτικές επαφές με κοινές γυναίκες.

Όπως παρατηρεί ο καθηγητής της Ψυχιατρικής Πέτρος Χαρτοκόλλης, «ήταν περισσότερο η αδυναμία ν’ αγαπήσει η αιτία που τον ώθησε στην αυτοκτονία, παρά η στέρηση της γυναικείας αγάπης» Και συνεχίζει : «Το πρόβλημα του Καρυωτάκη ήταν ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει τις γυναίκες που μπορούσαν να τον αγαπήσουν. Έχοντας μια πολύ κακήν ιδέα για τον εαυτό του την προέβαλλε στους άλλους – πολύ εύκολο για την φθονερή πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε – πλάθοντας για τον εαυτό του μια ψεύτικη εικόνα ανωτερότητας που κατέρρεε όταν μια γυναίκα τον απέρριπτε, ενώ τον έκανε να χάνει την εκτίμησή του για μια γυναίκα που, σαν την Πολυδούρη, μπορούσε να τον αγαπήσει».

Πηγή:

https://allpoetry.com/Kostas-Karyotakis

wikipedia