• Σενάριο: Ν. Πατατάκης
  • Φωτογραφία: J. Boffety, C. Guillouet
  • Μουσική: P. Barbaud
  • Ερμ: Ο. Καρλάτου, Γ. Διαλεγμένος, Έ. Ξανθάκη, Λ. Τσάγκας, Τ. Καρούσος
  • Διάρκεια: 121 λεπτά 

1967, χώρος δράσης : ένα χωριό με παραδοσιακές κοινωνικές και οικονομικές δομές. Φιλμικός χρόνος: από το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου έως την Κυριακή του Πάσχα. Κεντρικός χαρακτήρας: ο Θάνος Ζέκος (Γιώργος Διαλεγμένος), ένας φτωχός νεαρός ,ορφανός από πατέρα, που μετά την αποτυχημένη μετανάστευση του στην Γερμανία, επέστρεψε στo σπίτι της μάνας του, Κατίνας(Έλλη Ξανθάκη). Για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα, γίνεται βοσκός στην υπηρεσία του μεγαλοκτηματία Καραβίδα (Δήμος Σταρένιος). Στον αντίποδα, η Δέσποινα (Όλγα Καρλάτου), ζει απομονωμένη μέσα στα πλούτη του μεγαλοκτηματία πατέρα της ,Βλαχόπουλου (Τζαβαλάς Καρούσος) ,που προσπαθεί να την καλοπαντρέψει. Τη μέρα της Ανάστασης, όταν όλο το χωριό είναι μαζεμένο στην εκκλησία, ο Θάνος «κλέβει» τη Δέσποινα. Για πάντα στιγματισμένοι και κυνηγημένοι από τους εγγυητές της καθιερωμένης τάξης, οι δυο εραστές έχουν να επιλέξουν ανάμεσα στην υποταγή και την «απόδραση»…

Οι «Βοσκοί» αποτελούν τη δεύτερη ταινία του Έλληνα της Διασποράς Νίκου Παπατάκη . Γυρίστηκαν το 1967 λίγο πριν την εγκαθίδρυση της Χούντας των συνταγματαρχών ,αλλά προβλήθηκαν στην Ελλάδα το 1975. Το φιλμ εντάσσεται στο ρεύμα της μεγάλης αλλαγής στον Ελληνικό Κινηματογράφο που συντελέστηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960 με την ανάδειξη σκηνοθετών όπως ο Γλυκοφρύδης, ο Μανθούλης, ο Θέος ,ο Δαμιανός κ.α. Κύρια χαρακτηριστικά του ρεύματος είναι υιοθέτηση των μεταλλαγών της φιλμικής εκφραστικής , η ριζοσπαστική πολιτικοποίηση και η εισαγωγή των ιδεολογικών ρευμάτων της Αμερικής και του γαλλικού Μάη . Οι «Βοσκοί» είναι μια από τις ταινίες που όρισαν τη διαδικασία αυτής της μεταμόρφωσης. Ο Παπατάκης ασχολείται ,όπως και στις «Αβύσσους» ,με τις σχέσεις αφέντη-δούλου και απεικονίζει τα θέματα της ταπείνωσης και της εξέγερσης, αυτή τη φορά στην κλίμακα ενός ολόκληρου έθνους , θέλοντας να καταδείξει την ζοφερή ελληνική πραγματικότητα του 1967.

Ο Παπατάκης δεν είναι ο σκηνοθέτης-καλλιτέχνης .Χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο ως όπλο για μαχητικές ,ανατρεπτικές ταινίες , χωρίς μανιχαϊστική οπτική , χωρίς παγιωμένη ιδεολογία .Είναι ένας συνεπής αναρχικός που ακολουθεί το επαναστατικό του ένστικτο. Για να καταγγείλει τις προσβολές ,τις ταπεινώσεις ,τις διώξεις που υφίστανται οι παρίες της κοινωνίας, ωθεί τους ηθοποιούς του σε έναν παροξυσμό συναισθημάτων, λέξεων και πράξεων. Οι διάλογοι, οι στάσεις δεν έχουν τίποτα φυσικό, ρεαλιστικό ,σταδιακά το φανταστικό επιβάλλεται. Στο βάθος αχνοφέγγει η αρχαία τραγωδία: όχι ως έργο των θεών, αλλά ως αποτέλεσμα της αποξένωσης που πηγάζει από την κοινωνική υποκρισία ,τον πολιτικό, ηθικό και θρησκευτικό κομφορμισμό.

Κάτω από την ανιχνευτική κάμερα του Παπατάκη, το καταραμένο ρομάντζο του Θάνου και της Δέσποινας λειτουργεί ως πρόσχημα για την περιγραφή των στεγανoποιημένων κοινωνικών στρωμάτων της ελληνικής υπαίθρου: οι γαιοκτήμονες , οι ζωέμποροι και οι δούλοι. Παράλληλα αναδεικνύονται η παντοδυναμία της πατριαρχίας ,η ακαμψία της «τιμής» που καταστέλλει το σεξουαλικό ένστικτο, η βαρβαρότητα ,οι δεισιδαιμονίες και οι ταξικές προκαταλήψεις.

Ο Παπατάκης καταφέρνει να αποσπάσει εντυπωσιακές εικόνες από το άγονο ελληνικό τοπίο χάρη στην έξοχη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Jean Boffety που καθηλώνει με την πρωτοτυπία του κάδρου και τους ασυμβίβαστους σύγχρονους «ήχους» του Pierre Barbaud.

Οι «Βοσκοί», το τραχύ διαμάντι ενός μοναχικού και απαιτητικού σκηνοθέτη, είναι το πιο προσιτό από τις ταινίες του Παπατάκη. Κι ενώ ξεκινά με τη σχολαστική παρατήρηση των εθίμων μιας κλειστής κοινωνίας, σταδιακά διαθλάται σε μια νατουραλιστική και λυρική αλληγορία πάνω στις πατριαρχικές εξουσιαστικές δομές ,στον παροξυσμό της εξέγερσης και του τρελού έρωτα και τελικά διαστέλλεται σε πανανθρώπινο μύθο.

Αποτέλεσμα εικόνας για παπατακης

Νίκος Παπατάκης (1918 – 2010)

Ο Ελληνογάλλος Νίκος Παπατάκης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της ελληνικής διασποράς.Το  πεπρωμένο του ήταν πολύ παράξενο: σκηνοθέτης με μια σύντομη φιλμογραφία (πέντε ταινίες που γυρίστηκαν μεταξύ 1962 και 1991), φίλος των Prévert  ,Sartre και  Genet,  αποδέκτης επαίνων από τους Lévi-Strauss και Michel Foucault, αλλά σταθερά περιθωριακός, μοναχικός, διαφορετικός. Γεννημένος από  πατέρα Έλληνα και μητέρα Aβησσυνή στην Αντίς Αμπέμπα το 1918, πολύ λευκός για κάποιους, όχι αρκετά για άλλους, υπέστη αδικίες και ταπείνωση πολύ νωρίς και πολύ σκληρά. Παρών σε όλες τις μάχες,  πολέμησε στην Αιθιοπία ενάντια στον στρατό του Μουσολίνι, στην Ελλάδα τη δικτατορία του Μεταξά και στη Γαλλία για την ανεξαρτησία της Αλγερίας.

Το 1950 υπήρξε παραγωγός και χρηματοδότης της ταινίας του Jean Genet «Un chant d’ amour» ,μοναδική κινηματογραφική δημιουργία του «άγιου» (όπως τον απεκάλεσε ο Sartre) συγγραφέα-εγκληματία που λογοκρίθηκε και δεν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, παρά μόνον το 1975.

Εξόριστος για πολιτικούς λόγους, o Παπατάκης αναζήτησε πολλές φορές νέο λιμάνι μεταξύ Λιβάνου, Ελλάδας, Γαλλίας, Ηνωμένων Πολιτειών, όπου βρήκε κεφάλαια για την πρώτη ταινία «Shadows»(1959) ενός άλλου Έλληνα που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, του Τζον Κασαβέτη. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, έφτιαξε το τολμηρό «Les Abysses»(1962) , βασισμένο στο «Les Bonnes» του Genet που με τη σειρά του είχε αντλήσει την έμπνευσή του από την αληθινή, μακάβρια, ιστορία των αδελφών Παπέν. Το 1967 χρόνο γυρίζει στην Ελλάδα την καλύτερη του ταινία «Οι Βοσκοί» που η προβολή της απαγορεύτηκε και επιτράπηκε μετά τη πτώση της Χούντας   το 1975.

Ακολούθησε το «Gloria Mundi» (1975 ), με θέμα τα βασανιστήρια των Γάλλων αποικιοκρατών στον Πόλεμο της Αλγερίας τη δεκαετία του ’50. Η ταινία επιλέχθηκε να συμμετάσχει στο πρώτο κινηματογραφικό φεστιβάλ των Παρισίων, αλλά κατέβηκε αμέσως, έπειτα από βομβιστική επίθεση στον κινηματογράφο Μαρμπέφ. H ταινία προβλήθηκε, τελικά, το 2005.

Το 1986 παρουσίασε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, τη «Φωτογραφία», μια από τις πιο λυρικές ταινίες του ελληνικού σινεμά, που εξερευνά το θέμα της νοσταλγίας του ξενιτεμένου και την αποξένωση της μετανάστευσης, ενώ θίγει πολλά σημεία της τραγικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Το 1991 υπογράφει τους «Les Equilibristes », την τελευταία ταινία του, που αποτελεί ένα αιχμηρό πορτραίτο του Jean Genet, τον οποίο υποδύθηκε αξεπέραστα ο Michel Piccoli.

Το 2000 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών και το 2005 βραβεύτηκε με τον Χρυσό Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.