Ο “κόκκινος” κόμης

Ο κόμης Don Luchino Visconti  di Modrone γεννήθηκε το 1906 στο Μιλάνο μέσα σε ένα περιβάλλον ευγενoύς ανατροφής και  οικονομικής ευρωστίας που είχε παντοτινή επίδραση στη ζωή και τη σταδιοδρομία του. Δεν υπήρξε σε καμιά περίπτωση ο «μέσος» άνθρωπος καθώς η πρώιμη μύηση  του στην τέχνη, τη λογοτεχνία, τη μουσική, το θέατρο και κυρίως την όπερα τον κατέστησε απίστευτα εκλεπτυσμένο και καλλιεργημένο. Αριστοκράτης, μαρξιστής, σκηνοθέτης του θεάτρου και της όπερας και απολογητής της παρακμής  ήταν ένας άνθρωπος  των αντιφάσεων, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στο έργο του. Ο Visconti έλκεται και απωθείται από την αποσύνθεση της τάξης του αλλά απεικονίζει αυτή την παρακμή  με καλλιγραφική αγάπη.

To σκηνοθετικό του ντεμπούτο του «Ossessione» (1942),  προσαρμογή του νουάρ μυθιστορήματος του James M. Cain «The Postman Always Rings Twice» όχι μόνο άνοιξε τον νεορεαλιστικό κύκλο, αλλά θεωρείται ως η πρώτη ταινία που καταγράφει ένα άγνωστο και καλά κρυμμένο, από το φασισμό, πρόσωπο της ιταλικής πραγματικότητας. Το «La terra trema» (1948) βρίσκεται ακόμη πιο κοντά στο νεο-ρεαλιστικό ιδεώδες με την απεικόνιση των  άθλιων συνθηκών διαβίωσης των Σικελών ψαράδων, καθώς γυρίστηκε σε πραγματικές τοποθεσίες με τους ντόπιους να ζωντανεύουν τις ιστορίες τους. Κάνοντας μια αναπάντεχη στροφή στις συμβάσεις της όπερας εντυπωσιάζει το κοινό με το  υπέρλαμπρο Βερντικό θέαμα του «Senso» (1954) . Στα «Bellissima» (1951) και το«Siamo donne» (1953), ο Visconti υποτάσσεται  στο ιερό τέρας του μεταπολεμικού ιταλικού κινηματογράφου, την Anna Magnani .

Το «Le Notti Bianche» (1957), μια σύγχρονη μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, είναι τυλιγμένο σε μια αχλύ παραμυθιού με τον σκηνοθέτη να συλλαμβάνει τον αγνό ρομαντισμό ,την βαθιά καλοσύνη της αυταπάρνησης και τη μοναξιά του καθημερινού ανθρώπου .Στο «Rocco ei suoi fratelli» (1960) ,με θέμα την εσωτερική μετανάστευση μιας φτωχής οικογένειας από τον Νότο στο Βορρά, διαφαίνεται η προσπάθεια να συγκεραστεί το νεορεαλιστικό θέμα με τις οπερατικές διαστάσεις της σκηνοθεσίας .Το έργο αυτό σηματοδότησε και την οριστική αποκοπή του Visconti από τον νεορεαλισμό .Στην καλλιτεχνική του ωριμότητα στράφηκε στην πνευματική αριστοκρατία της φιλοσοφίας του Πλάτωνα και του ερωτικού ιδεώδους που ταυτίζεται με τον πόθο της Γνώσης και της απόλυτης Ομορφιάς.

Το «Il gattopardo» (1963 ) είναι το αποτέλεσμα της σύνθεσης τριών συστατικών στοιχείων: του πολύπλοκου πολιτικού μυθιστορήματος του Giuseppe Tomasi di Lampedusa ,της αριστοτεχνικής σκηνοθεσίας του Visconti και της μνημειώδους ερμηνείας του Burt Lancaster. Αυτό το αριστουργηματικό φιλμ αποτελεί μια μαγευτική νωπογραφία ενός κόσμου που βρίσκεται στο λυκόφως αλλά και  έναν βαθιά συγκινητικό διαλογισμό για την παροδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το παρελθόν και το παρόν συγκρούονται στο «Vaghe stelle dell’Orsa »(1965), μια χαλαρή αναπαράσταση του μύθου της Ηλέκτρας αν και εδώ είναι το παρελθόν που παγιδεύει το παρόν.

Το «Lo straniero» (1967 ) είναι μια απόλυτα πιστή μεταφορά του θεμελιώδους υπαρξιστικού έργου του Camus ,ενώ το «La caduta degli dei» (1969) είναι ένα οπερατικό μελόδραμα με εμφανή προτερήματα και αδυναμίες .Το άδικα παραγνωρισμένο «Ludwig»(1972) είναι μια μεγαλειώδης και μελαγχολική βιογραφία του Ludwig II της Βαυαρίας , του οποίου η απερίσκεπτη και εμμονική επιδίωξη της αισθητικής και αισθησιακής ευχαρίστησης του στοίχισε τον θρόνο .

Το «Morte a Venezia» (1971), προσαρμογή στην ομώνυμη νουβέλα του 1912, του Thomas Mann, είναι υποτονικό, σκοτεινό και πεσιμιστικό με την  χολέρα να απειλεί να σαρώσει την πολυτέλεια του «Hotel des Bains» στο Λίντο της Βενετίας . Το «Gruppo di famiglia in un interno »(1974)δίχασε τους κριτικούς : άλλοι το εκτιμούν ως ένα θεμελιώδη δομικό λίθο του Βισκοντικού οικοδομήματος ενώ άλλοι το θεωρούν ήσσονος αξίας ,άνευρο έργο  , απόρροια και της σκηνοθετικής αδυναμίας του Visconti λόγω της  ασθένειας του.

Το κύκνειο άσμα του, «L’innocente» (1976), είναι οπερατικό, οπτικά μαγευτικό και όμως ταυτόχρονα  βαθιά οικείο και προσωπικό, καθιστώντας το  μία από τις πιο ολοκληρωμένες και απολαυστικές ταινίες του. Αποτέλεσε ένα σκηνοθετικό άθλο  για τον Visconti καθώς  σκηνοθετούσε  από αναπηρική καρέκλα.

Ο  Visconti υπήρξε  ένας ουμανιστής αριστοκράτης και ένας Αναγεννησιακός ‘’auteur’’  που θεωρούσε το σινεμά αποτέλεσμα της ώσμωσης όλων των τεχνών. Ο ίδιος έλεγε ότι «τα ανθρώπινα πάθη είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας» Το έργο του πολυποίκιλο και πολυσήμαντο γεμάτο από έντονες μελοδραματικές συγκρούσεις και οριακές αντιφάσεις, όπου συνυπάρχουν η αγνότητα και η ηδονή, ο έρωτας και η σεξουαλική διαστροφή, η ψυχική αρρώστια και η δίψα για ζωή. Αυτή η αέναη αλλά και άνιση μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, σ’ έναν κόσμο που αργοσβήνει μέσα στο λυκόφως, χωρίς αξίες και ηθικές αντιστάσεις είναι ο σταθερός θεματικός πυρήνας του έργου του.

Ο Visconti αγάπησε τους αντιφατικούς, βασανισμένους χαρακτήρες, που φαινόταν να αντικατοπτρίζουν την δική του αδιόρατη αγωνία .Οι ήρωες του κυνηγούν μέχρι τέλους το όνειρό τους και συντρίβονται από τα ίδια τους τα πάθη ή παρασέρνονται από το ρου της ιστορίας. Για τον Visconti  η ιστορία, αλλά και η ίδια η ζωή, δεν είναι παρά μια σκηνή θεάτρου, όπου κυριαρχούν η χίμαιρα του έρωτα, η σαγήνη της αβύσσου, η ηθική παρακμή, η ζοφερότητα της ύπαρξης και η ομορφιά του θανάτου. Το σινεμά του ,εμπλουτισμένο με τις επιδράσεις του θεάτρου και της όπερας, παρασύρει στην οθόνη πνευματικούς θησαυρούς μέσα σε ένα λυρικό μάγμα Βερντικού ρέκβιεμ. Ο θάνατος είναι πανταχού παρών: θάνατος μιας εποχής, μιας κοινωνίας, ενός πολιτισμού.

Το έργο του διακρίνεται από  άψογη ποιότητα ,τεχνική ακρίβεια αλλά και  καθολική συνοχή καθώς  οι ταινίες του ,ακόμη και οι πιο ανόμοιες επιφανειακά, διατηρούν επίμονους ,στενούς ,υπόγειους  δεσμούς. Δεν φοβάται την σύζευξη των αντιθέτων και των αντιφατικών αλλά αντίθετα συνδυάζει με εκπληκτική άνεση τα κουρέλια του νεορεαλισμού με τη χλιδή της όπερας με μια μεγαλόπρεπη και γαλήνια αμεριμνησία που οδηγεί στο απόγειο την κινηματογραφική έκφραση.