• Σενάριο: Alain Robbe-Grillet
  • Φωτογραφία: Sacha Vierny
  • Μουσική: Francis Seyrig
  • Ηθοποιοί: Delphine Seyrig , Giorgio Albertazzi , Sacha Pitoeff
  • Διάρκεια: 93 λεπτά

 Η Υψηλή Τέχνη συναντά την  ”Αρχή της αβεβαιότητας”

Σε ένα πανέμορφο,  εξοχικό ξενοδοχείο, ένας άντρας και μια γυναίκα συναντιούνται, ίσως για πρώτη φορά, ίσως μετά από ένα χρόνο. Ο άντρας, Χ (Giorgio Albertazzi) πιστεύει ότι έχουν γνωριστεί στο παρελθόν, ότι είχαν σχέδια να φύγουν μαζί, ότι του είπε να περιμένει ένα χρόνο. Η γυναίκα, Α (Delphine Seyrig), ωστόσο, δεν θυμάται, ή προσποιείται ότι δεν θυμάται, ή θυμάται μόνο αποσπασματικές λεπτομέρειες. Το τρίγωνο συμπληρώνει ο σκοτεινός , Μ (Sacha Pitoeff), που φαίνεται να έχει κάποιον έλεγχο στην Α .Ο  Μ προκαλεί συνεχώς τους άντρες του ξενοδοχείου σε ένα παράξενο παιχνίδι με σπίρτα. «Μπορώ να χάσω ,αλλά δεν χάνω ποτέ» δηλώνει με παγερή βεβαιότητα…

Εξήντα χρόνια μετά την κυκλοφορία  του, το «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ»  εξακολουθεί να θεωρείται ένα έργο αινιγματικό και πρωτοποριακό,  παράξενο και μοναδικό , ακραίο αισθητικό επίτευγμα και ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου. Η αλληλεξάρτηση του χρόνου και της μνήμης ήταν ένα κρίσιμο θεματικό ίχνος της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του μοντερνιστή Alain  Resnais ,Hiroshima mon amour (1959), και βρήκε την  πιο ποιητική έκφραση της σε αυτή τη δεύτερη ταινία του ,μια εντυπωσιακή συνεργασία με τον σεναριογράφο Alain Robbe-Grillet. Τα θεματικά θεμέλια του ‘’roman nouveau’’ του Robbe-Grillet , απογειώνονται από την  αίσθηση μυστηριακής έντασης  με  τις παράξενες, αποσταθεροποιητικές εικόνες του Resnais, να εναλλάσσονται μεταξύ στατικών, αυστηρά δημιουργημένων συνθέσεων και ρευστών πλάνων στους αχανείς διαδρόμους της έπαυλης.

Το φιλμ δημιούργησε τεράστια αίσθηση στη Γαλλία κατά την πρώτη του κυκλοφορία. Χαιρετίστηκε από πολλούς  ως  αριστούργημα του μοντερνισμού , αλλά  απορρίφθηκε από άλλους ως επιβλητική κενολογία.  Ωστόσο, η ταινία κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 1961, και κατατάσσεται μόνιμα ως  μία από τις “100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών”.  Ιστορικοί και κριτικοί ταινιών έχουν διατυπώσει αμέτρητες ερμηνείες  για το τελικό νόημα της ταινίας χωρίς μέχρι σήμερα να καταλήξουν σε οριστικό συμπέρασμα.

Η ταινία ανοίγει με μια εκτενή σεκάνς ,στην οποία η  ευέλικτη κάμερα του Sacha Vierny γλυστρά  απαλά  στους άδειους διαδρόμους του ξενοδοχείου  απεικονίζοντας  τους περίτεχνα διακοσμημένους τοίχους ,τους παραμορφωτικούς καθρέφτες και τους κρεμαστούς, λαμπρούς  πολυελαίους.  Η φωνή του αφηγητή  παρέχει μια ρυθμική, επαναλαμβανόμενη απαγγελία του ίδιου κειμένου με λεπτές παραλλαγές κάθε φορά. Ακριβώς μόλις ο θεατής αρχίσει να νοιώθει παγιδευμένος  σε αυτό το ψυχρό άψυχο σύμπαν, θα δει κάποιες ανθρώπινες φιγούρες.  Ωστόσο μοιάζουν με  μια συλλογή από ανδρείκελα, καθισμένα ,ακίνητα, ανέκφραστα να παρακολουθούν ένα θεατρικό έργο. Ακόμα κι όταν στη συνέχεια κινούνται  δεν είναι πειστικοί ως ανθρώπινα όντα . Περιφέρονται ως  άυλες φιγούρες στον βιωμένο χώρο και χρόνο ,  είναι  άκαμπτοι και ήρεμοι, κοιτάζουν μακριά, περιπλανιούνται άσκοπα στους διαδρόμους , συμμετέχουν σε κουβέντες για το παρελθόν που σημαδεύονται από μακρές, άβολες σιωπές. Είναι πιθανό ότι αυτές οι εικόνες είναι  θραύσματα  μνήμης ,ονείρου και φαντασίας στο μυαλό του αφηγητή και αποτελούν τμήματα μιας ευρύτερης ιστορίας . Όμως είναι πρακτικά αδύνατο ο θεατής  να επινοήσει ένα τρόπο για να ανασυγκροτήσει , να  ευθυγραμμίσει με ορθολογισμό αυτά τα θραύσματα. Είναι προτιμότερο να αφεθεί στην σαγήνη των καθηλωτικών εικόνων που απευθύνονται αποκλειστικά στην ευαισθησία και στις αισθήσεις του.

Το φιλμ του Resnais παραβιάζει με σουρεαλιστική αυθάδεια όλους τους κανόνες της κινηματογραφικής γραφής. Η υποκειμενική του άποψη είναι αναξιόπιστη και ασταθής, οπότε καταλήγουμε να μην ξέρουμε τι να πιστέψουμε, ή μάλιστα αν πρέπει να πιστέψουμε οτιδήποτε βλέπουμε ή ακούμε. Η ιστορία δεν παίρνει ποτέ συγκεκριμένη μορφή, ποτέ δεν στερεοποιείται και όμως με κάθε επανάληψη  τα συναισθηματικά  ρεύματα γίνονται πιο δηλωτικά για το σημαινόμενο : την επίδραση του ρομαντισμού στον ανθρώπινο ψυχισμό  ,τη σύγκρουση  νοσταλγίας και λήθης,  τη συνύφανση  μνήμης και φαντασίας στους μαιάνδρους του ανθρώπινου μυαλού. Ακόμη και η απεικόνιση του χρόνου και του χώρου της ταινίας μοιάζει αποπροσανατολιστικά εξωπραγματική. Βλέπουμε τα ίδια γεγονότα να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, αλλά με διακριτικά διαφορετικούς τρόπους. Η ροή του χρόνου είναι κατακερματισμένη, ακανόνιστη, με τις εμπειρίες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος να διαπλέκονται με τρόπο που καθιστά αδύνατη κάθε  έννοια αιτιότητας.

Με τις  αποσταθεροποιητικές μετατοπίσεις στο χρόνο, το πλάσιμο της ιστορίας και την συνεχή αναίρεση της,  τις εξαιρετικά στυλιζαρισμένες συνθέσεις και την ιλιγγιώδη κυκλικότητα του ,το  «Μαρίενμπαντ»  δημιουργεί έναν οπτικοακουστικό λαβύρινθο που παγιδεύει απολαυστικά τον θεατή . Και όμως, η απόκοσμη  σαγήνη που εκπέμπει το φιλμ , μας μαγνητίζει, μας προκαλεί να λύσουμε το αίνιγμα του, παρόλο που ξέρουμε ότι στο τέλος θα μας νικήσει, όπως ο μυστηριώδης Μ ( άραγε Mort: Θάνατος 😉 στο παιχνίδι με τα σπίρτα .