Ο Mort Rifkin ( Wallace Shawn ), είναι συνταξιούχος καθηγητής κινηματογράφου και επίδοξος συγγραφέας ενός  μυθιστόρηματος ,που μάλλον δεν θα ολοκληρώσει ποτέ καθώς αρνείται να δημοσιεύσει κάτι που δεν αντάξιο ενός Ντοστογιέφσκι. Ο Mort είναι παντρεμένος με την αρκετά νεότερη και σέξι  Sue (Gina Gershon), πράκτορα Τύπου που εκπροσωπεί διάφορους καλλιτέχνες, αλλά φαίνεται να αφιερώνει όλο το χρόνο της στον ανερχόμενο Γάλλο σκηνοθέτη , Philippe(Louis Garrel) ,που ενεπλάκη σε δημόσιο σκάνδαλο όταν άφησε έγκυο τη γυναίκα ενός Γάλλου υπουργού .
Ο Mort ξεκινά την ιστορία του στη Νέα Υόρκη, εξιστορώντας στον ψυχαναλυτή του το πρόσφατο ταξίδι του στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν ,όπου έκανε πρεμιέρα η νέα ταινία του Philippe, ‘’War is Hell’’, Καθώς το φεστιβάλ εξελίσσεται γίνεται σύντομα ξεκάθαρο ότι η Sue είναι ερωτευμένη με τον Philippe και αυτό βάζει ένα ακόμη καρφί στο φέρετρο ενός γάμου που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από ψέματα και απουσίες.
Από την πλευρά του ο Mort ξεκινά μια γνωριμία με μια όμορφη Ισπανίδα γιατρό, τη Joanna (Elena Anaya) , μια γυναίκα παντρεμένη με τον μποέμ ζωγράφο, Paco (Sergi López), με τον οποίο διατηρεί μια ανοιχτή συζυγική σχέση που στην πράξη οδηγεί στην δική της απογοήτευσή της και στην δική του εγωιστική ευτυχία…

Το «Φεστιβάλ του Ρίφκιν » είναι μια από τις πιο ολοκληρωμένες, συνεκτικές, διασκεδαστικές και σινεφίλ ταινίες που ο Allen έχει παρουσιάσει εδώ και πολύ καιρό. Συνδυάζει το μαγευτικό ισπανικό τοπίο του «Vicky Cristina Barcelona» (2008), τα σαρκαστικά βέλη για τη λατρεία της διασημότητας στο οικοσύστημα των καλλιτεχνών, του «Celebrity» (1998) , την ειρωνεία για τα φεστιβάλ κινηματογράφου και την ποικιλόμορφη πανίδα τους ,των «Stardust Memories» (1980) και «Hollywood Ending»( 2002).

Για άλλη μια φορά, ο Allen παίρνει ως βασικό πρότυπο τη σοφιστικέ κωμωδία για την κρίση των γηρατειών, τις επικαλυπτόμενες ερωτικές απογοητεύσεις , την αντίθεση μεταξύ Τέχνης και καπιταλιστικού κέρδους και την αυξανόμενη απογοήτευση για τον φρικτό κόσμο, όπου ζούμε. Ωστόσο ,αυτή τη φορά ο Allen χρησιμοποιεί έναν σχεδόν συνομήλικο του ηθοποιό, τον γλυκύτατο αλλά υποτιμημένο Wallace Shawn ,για να χτίσει ένα ακόμη υποχονδριακό, διανοουμενίστικο, βερμπαλιστικό αλλά κουρασμένο alter ego, σε αντίθεση με ότι έκανε στο παρελθόν με τους πολύ νεότερους Jesse Eisenberg, Jason Biggs και Kenneth Branagh.

Ο Mort/Allen βιώνει διάφορες αντιφάσεις, στο μεταίχμιο ενός τελειωμένου και ενός νέου έρωτα ,του κλασικού και του σύγχρονου κινηματογράφου , του βαριάς κληρονομιάς της κλασικής λογοτεχνίας και της συγγραφής ενός νέου μυθιστορήματος. Είναι δύσκαμπτος και βασανισμένος από ένα υποσυνείδητο που κατοικείται από τον κινηματογράφο του παρελθόντος. Έναν κινηματογράφο που από εργοστάσιο ονείρων γίνεται ατομικό και συλλογικό ασυνείδητο , αντίδοτο ,καταφύγιο και προσωρινό μέσο αποξένωσης από την σκληρή πραγματικότητα . O Mort αναρωτιέται αν είναι ικανός συγγραφέας ή απλώς καλός αναγνώστης ,ο Αllen αναρωτιέται αν είναι μεγάλος auteur με πρωτογενή πυρήνα στο επίπεδο των ειδώλων του , Bergman και Fellini.

Στις αρχές του 21ου αιώνα ο Allen υιοθετούσε την κάθετη και διαχρονική διχοτόμηση μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών σκηνοθετών συγκρίνοντας με το πιο ώριμο και απαισιόδοξο υπόστρωμα του έργου των πρώτων σε αντίθεση με την παιδιάστικη ιδιοσυγκρασία και την ασημαντολογία των δεύτερων. Ωστόσο στη νέα του ταινία  αυτή η μηδενιστική άποψη έχει παγκόσμια εμβέλεια και ακόμη και οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι (όπως ο Philippe) εμφανίζονται ως καλλιτεχνίζοντες , που καλύπτουν την υποταγή στην εμπορικότητα με επιτηδευμένη σοβαροφάνεια.

Ο Allen φαίνεται ενοχλημένος από την κατάσταση της κινηματογραφικής κουλτούρας και συνεχίζει να λατρεύει τα κλασικά, προσπαθώντας να υπενθυμίσει στο κοινό τα διαχρονικά αριστουργήματα του κινηματογράφου . Το κάνει με μια πινελιά ειρωνείας και χιούμορ , με σύντομες  σεκάνς  που διασχίζουν τα  όνειρα , τις φοβίες και τις  φαντασιώσεις του ήρωα του .Ο θρυλικός κινηματογραφιστής Vittorio Storaro  εξασφαλίζει μια άψογη οπτική απόδοση σε αυτά τα  σύντομα αφιερώματα σε μεγάλες ταινίες:  «Citizen Kane»( 1941) του Welles, «À Bout de Souffle»( 1960) του Godard, «El ángel exterminador» (1962), του Buñuel, «Jules et Jim» (1962), του Truffaut, «Un Homme et une Femme» (1966) του Lelouch, «8½» (1963) του Fellini, και τέλος μια τριλογία αριστουργημάτων του Bergman «Det Sjunde Inseglet» (1957), «Smultronstället» , (1957) και «Persona»(1966).

Το «φεστιβάλ του Rifkin» είναι μια ταινία που με γλυκόπικρη ,συγκινητική και νοσταλγική  αίσθηση ανιχνεύει την απόκλιση ανάμεσα στην ενασχόληση με τα ‘’μεγάλα ερωτήματα’’ και την ίδια την απόλαυση της ζωής , ανάμεσα στο ‘’ποιοί είμαστε’’ και αυτού που θα θέλαμε να είμαστε , που μας οδηγεί στη συνεχή αναζήτηση του νοήματος της ζωής. Ο Allen μας δείχνει πώς ο έρωτας , είτε για κάποιον άνθρωπο είτε για την ίδια την Τέχνη, είναι μια συνεχής κατασκευή και αποδόμηση της ύπαρξης. Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό νόημα της ζωής, αν αυτό υπήρξε ποτέ.