Η Myrtle Gordon (Gena Rowlands) είναι μια ηθοποιός του Broadway που κάνει πρόβες για το τελευταίο της έργο  ,όπου υποδύεται το ρόλο μιας γυναίκας ανίκανης να δεχτεί ότι γερνά. Η Myrtle είναι φθαρμένη και κουρασμένη, πίνει και καπνίζει πολύ ,πριν βγει στη σκηνή. Δεν μπορεί να αποδώσει  τον ρόλο της ,επειδή δεν βρίσκει σε αυτόν το πιο σημαντικό στοιχείο: την ελπίδα. Η  ψυχική κατάσταση της  επιδεινώνεται όταν μια θαυμάστρια της πεθαίνει μπροστά της ,σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η  Myrtle αρχίζει να συνειδητοποιεί και τη δική της θνητότητα, βλέποντας οράματα με την κοπέλα. Καθώς η νύχτα πρεμιέρας πλησιάζει, φαίνεται πως έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Μπροστά στη ζοφερή πραγματικότητα, πόσο εφικτή είναι μια  εκπλήρωση του “The show must go on” ;

Ο  John Cassavetes αποτελεί έναν από τους πρώτους  ανεξάρτητους σκηνοθέτες του Αμερικανικού κινηματογράφου. Αν και φαινομενικά χαοτικές, οι ταινίες του απεικονίζουν ένα συνεχές φάσμα των ανθρώπινων συναισθημάτων αλλά  απαιτούν  υπομονή από τον θεατή για να εισέλθει στο σύμπαν τους. Όντας ο ίδιος εξαίρετος ηθοποιός της «Μεθόδου» έδινε μεγάλη ελευθερία στους ηθοποιούς στα γυρίσματα, αφήνοντας τα συναισθήματά τους να κατευθύνουν την ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο, δημιούργησε μερικές από τις πιο ρεαλιστικές ιστορίες και τους πιο γνήσιους χαρακτήρες του σύγχρονου κινηματογράφου.

Η «Νύχτα πρεμιέρας», μαζί με τα φιλμ «Μια γυναίκα εξομολογείται» (1974) και «Ερωτική θύελλα» (1984), όλα με πρωταγωνίστρια  τη σύζυγο του, Gena Rowlands, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως άτυπη τριλογία για τη συναισθηματική αποσύνθεση μιας γυναίκας. Η  «Νύχτα » ξεκινά με μια τυπική δομή , αυτή της προετοιμασίας μιας παράστασης και εξελίσσεται σε ψυχολογικό δοκίμιο για μια νευρωτική ηθοποιό σε πλήρη εξάντληση, αλλά και διαλογισμό για την όσμωση Τέχνης και ζωής. Από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό, η ταινία είναι ασφυκτική , καθώς η κάμερα στο χέρι με συνεχή κοντινά πλάνα δίνει στον θεατή την αίσθηση της σωματικής επαφής με τους ηθοποιούς. Η άρθρωση της αφήγησης γίνεται με συμπαγή ενότητα χώρου-χρόνου δράσης ,με  πλάνα-σεκανς σε πραγματική διάρκεια χρόνου , με αυτοσχεδιαστική κινησιολογία που δημιουργεί θεατρικότητα  και δημιουργεί αυξανόμενη ένταση μέχρι τον κορεσμό.

Ο Cassavetes –όπως όλοι οι προσωπικοί δημιουργοί- επεξεργαζόταν  συνεχώς τα ίδια θέματα συγκλίνοντας προς κάποιο ιδανικό ενιαίο πυρήνα. Σε αντίθεση από τους Bergman και Antonioni δεν εισήγαγε συμβολισμούς και διανοητικές συνθέσεις  ,αλλά υιοθετούσε έναν ημι-αυτοσχέδιο συναισθηματικό νατουραλισμό για να φωτίσει το μοναδικό στην πραγματικότητα θέμα του, την ανάγκη για αγάπη.  «Όλοι θέλουν να αγαπηθούν» λέει η πρωταγωνίστρια και ο Cassavetes μας υπενθυμίζει ότι η αγάπη χαρίζει την εσωτερική ειρήνη και είναι η μοναδική ελπίδα  απέναντι στη μοναξιά , στην αποδόμηση της ομορφιάς και στο «φευγαλέο» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Gena Rowlands είναι μια ηθοποιός που αποσταθεροποιεί την οθόνη με τη παρουσία της καθώς μεταφέρει τον απρόβλεπτο ηλεκτρισμό του  θεάτρου στον κινηματογράφο.  Είναι αποτελεσματική τόσο στις δραματικές, αλλά είναι εξίσου συναρπαστική και στις  χαμηλότονες στιγμές της ταινίας, όπως στη μαγική σκηνή στο καμαρίνι της μπροστά στους καθρέφτες  καθώς αποτυπώνεται όλη την ευθραυστότητά της τη στιγμή που η κάμερα εστιάζει στην αντανάκλασή της.

Το τελευταίο μισάωρο του φιλμ είναι εξαιρετικό. Οι Cassavetes και η Rowlands βρίσκονται στη σκηνή μπροστά σε ένα πραγματικό κοινό , αψηφούν κείμενο  και χαρακτήρες  και αυτοσχεδιάζουν  ως αληθινό ζευγάρι .  Η μαγεία λειτουργεί, αισθανόμαστε τόσο αυτή τη συνενοχή που τους ενώνει, όσο και την ειλικρίνεια της ερμηνείας τους. Το κοινό βασισμένο στο ένστικτο του  δεν κάνει λάθος,  γελά , συμμετέχει ,χειροκροτεί . Σε μια στιγμή η Rowlands  χαρακτηρίζει τον  Cassavetes ‘’σατανικό’’ τύπο , κάνοντας χιούμορ σε δεύτερο επίπεδο για τον ρόλο του στο «Rosemary ‘s Baby». Αλλά και ο Cassavetes ανταποδίδει «Γερνάω. Τι κάνουμε για αυτό ; » εκφράζοντας  ρητά την διαρκή ανησυχία του για τον βιωμένο χρόνο.

Η «Νύχτα πρεμιέρας» είναι το αναμφισβήτητο αριστούργημα του Cassavetes ,ένας πραγματικός ύμνος για το επάγγελμα του ηθοποιού :την αγωνία της ηλικίας, την απώλεια της νεότητας και της γοητείας του. Όμως είναι και ένας θρίαμβος της μορφής : ο Cassavetes  συγχωνεύει τις δυαδικές αντιθέσεις μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, επί σκηνής και εκτός σκηνής, σε τέτοιο βαθμό που έρχεται στο νου η ρήση του Γάλλου φιλοσόφου Gilles  Deleuze: «Πού, λοιπόν,τελειώνει το θέατρο και που αρχίζει η ζωή;»