Ο Antoine Doinel (Jean-Pierre Léaud) είναι ένα δεκατριάχρονο αγόρι , που αντιμετωπίζει συνεχώς προβλήματα στο σχολείο και στο σπίτι από τον αυταρχισμό των δασκάλων και την αδιαφορία των γονιών του. Περνάει τον χρόνο του κάνοντας βόλτες με τους φίλους του στο Παρίσι και ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας. Μετά από διάφορες περιπέτειες και μικροκλοπές καταλήγει σε αναμορφωτήριο. Όμως εκεί θα εξημερωθεί η ατίθαση φύση του ;

Ο Francois Truffaut ξεκίνησε την εμπλοκή του με τον κινηματογράφο (μαζί με τους Godard, Rohmer, Rivette κ.α.) ,ως κριτικός των ‘’Cahiers du Cinéma’’ ,με διευθυντή τον André Bazin, έναν από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του κινηματογράφου. To 1954 δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο «Μια κάποια τάση του γαλλικού κινηματογράφου» ξεκινώντας μια ‘’ασεβή’’ πολεμική στην «Παράδοση της γαλλικής ποιότητας» ή όπως το αποκαλούν οι Γάλλοι ‘’Le cinéma du papa’’. Στοχοποίησε σημαντικούς σκηνοθέτες της προηγούμενης γενιάς όπως τους Marcel Carné, Julien Duvivier, Yves Allégreet και Claude Autant-Lara κατηγορώντας τους ότι μετέτρεπαν τα κλασσικά έργα της γαλλικής λογοτεχνίας σε προβλέψιμες και αποπνικτικά ακαδημαϊκές ταινίες. Σε αντιδιαστολή αναδείκνυε την ‘’πολιτική των auteurs’’ εξυψώνοντας το έργο των Γάλλων σκηνοθετών που ήταν και σεναριογράφοι των ταινιών τους (Renoir, Bresson, Becker) και αποθέωνε τους Rosselini ,Welles, Hitchcock και Lang.

Το 1959 o 27χρονος Truffaut έβγαλε τον μανδύα του κριτικού και έβαλε αυτόν του σκηνοθέτη, για να δείξει στο κοινό το προσωπικό του όραμα για τον κινηματογράφο. Και το έκανε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο .
Τα «400 χτυπήματα» ουσιαστικά εγκαινίασαν το κίνημα της Nouvelle Vague, που ιστορικά διαχώρισε τον κινηματογράφο σε κλασικό και σύγχρονο. Ο -κυριολεκτικά μεταφρασμένος -ελληνικός τίτλος της ταινίας δεν έχει κανένα  νόημα , καθώς ο αυθεντικός γαλλικός προέρχεται από τη έκφραση «faire les quatre cents coups» που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: «ζώντας μια άγρια και απείθαρχη ζωή».

Η ταινία έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του σκηνοθέτη και είναι αφιερωμένη στη μνήμη του André Bazin ,μέντορα του Truffaut, ο οποίος πέθανε τη πρώτη μέρα των γυρισμάτων, σε ηλικία μόλις 40 ετών.
Ο Antoine Doinel, alter ego του σκηνοθέτη ( πάντα με τη ερμηνεία του Jean-Pierre Léaud) θα επανεμφανιστεί σε μια σειρά ταινιών: στο ‘’Antoine et Colette’’ του σπονδυλωτού φιλμ «Έρωτας στα είκοσι» (1962) ενηλικιώνεται, στα «Κλεμμένα φιλιά»(1968) ερωτεύεται, στο «Παράνομο κρεβάτι»(1970) παντρεύεται και αποκτά παιδί και στο «Η αγάπη το βάζει στα πόδια»(1978) χωρίζει και γίνεται συγγραφέας.

Με ένα απλό και γραμμικό σενάριο- στο οποίο συνεργάστηκε ο Marcel Moussy- ,ο Truffaut βγαίνει με την κάμερα στο δρόμο και παρακολουθεί τις περιπέτειες του μικρού Antoine .Το βλέμμα του στην παιδική ηλικία είναι διαποτισμένο από ανθρωπιά και τρυφερότητα που θα βρούμε αργότερα στο «Ένα αγρίμι στην πόλη»(1969) και στο «Χαρτζιλίκι»(1976). Το γεγονός ότι η ταινία συγκινεί ακόμη και σήμερα , που οι τεχνικές καινοτομίες της είναι πια συνηθισμένες ,  οφείλεται στο προσωπικό ύφος του Truffaut που ήδη βλασταίνει  από  το πρώτο του έργο ,γεμάτο λυρισμό, συναίσθημα, ανάγκη για ελευθερία .

Ομολογουμένως, στα «400 χυπήματα» υπάρχουν όλα τα συστατικά της Nouvelle Vague: φυσικοί χώροι, καθημερινές καταστάσεις και χαρακτήρες, καθημερινή γλώσσα, αβίαστη και τολμηρή σκηνοθεσία. Όπως και σε άλλες ταινίες αυτού του ρεύματος, γίνονται συχνές αυτό-αναφορές στον κινηματογράφο :οι μαθητές κάνουν κοπάνα για να πάνε σινεμά, το Σάββατο βράδυ οι γονείς πηγαίνουν τα παιδιά στον κινηματογράφο, στο Λούνα Παρκ παίζεται ένα παιχνίδι σχετικό με το μετείκασμα .

Στιλιστικά, το φιλμ έχει μια σειρά από ενδιαφέρουσες καινοτομίες. Ο μέγας κινηματογραφιστής Henri Decaë πετυχαίνει έναν εντυπωσιακό συνδυασμό ρευστότητας και νατουραλισμού με χρήση φυσικού φωτός, υλοποιώντας το όραμα του Truffaut για καταγραφή της μοναξιάς της εφηβείας και της βαρβαρότητας των ενηλίκων. Η βελούδινη φωτογραφία του Decaë σε συνδυασμό με το μελαγχολικό score του Jean Constantin προσθέτει έναν υπολανθάνοντα λυρισμό που προαναγγέλει τον ρομαντισμό των επόμενων ταινιών του σκηνοθέτη. Επίσης πρόκειται για την πρώτη γαλλική ταινία που γυρίστηκε σε μια εντυπωσιακή ευρεία οθόνη με λόγο διαστάσεων 2,35: 1.

Υπάρχει ακόμα μια εμπνευσμένη σεκάνς με αίσθηση ψευδο-ντοκιμαντέρ , με τον Antoine να απαντά στις ερωτήσεις μιας ψυχολόγου, την οποία δεν βλέπουμε ποτέ. Έτσι καθώς το παιδί μιλά απευθείας στην κάμερα –δηλαδή στον θεατή- εξηγεί τη ζωή του και τους λόγους που βρέθηκε σε αυτή τη ζοφερή κατάσταση . Η ερμηνεία του μικρού Leaud, με την αμήχανη στάση , το απορημένο βλέμμα, τη νευρική κίνηση του δεξιού χεριού και το ακούσιο ανασήκωμα των ώμων ,είναι συγκλονιστική.

Τελικά όλα τα παραπάνω στοιχεία συγκλίνουν στην περιβόητη εικόνα του φινάλε : ένα οπτικό ζουμ σε παγωμένο κάδρο ,με το βλέμμα του ήρωα προς τον θεατή να αναδεικνύει ένα διφορούμενο και ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες τέλος :  ελευθερία, ελπίδα , ενηλικίωση και λύτρωση ή  απέραντη μοναξιά και φόβος για το αβέβαιο μέλλον;

Τα «400 χτυπήματα» είναι μια αστεία , συγκινητική ,ζεστή αφήγηση της παραμελημένης εφηβείας και της χαμένης αθωότητας ενός παιδιού που η υπαρξιακή του οδύσσεια το οδηγεί στη θάλασσα, την οποία αντικρύζει  για πρώτη φορά. Το τελικό διαπεραστικό του βλέμμα στρέφεται στο θεατή , ως διαρκής ουμανιστική έκκληση.