Μετά το θάνατο του συζύγου της, διάσημου συνθέτη και της κόρης της σε τροχαίο δυστύχημα, μια νεαρή γυναίκα, η Julie (Juliette Binoche), αποφασίζει να ξεκινήσει μια νέα ζωή για τον εαυτό της. Έχοντας δώσει οδηγίες στους δικηγόρους της να πουλήσουν το σπίτι της, εγκαταλείπει τον φίλο της και μετακομίζει σε ένα διαμέρισμα σε μια άγνωστη περιοχή του Παρισιού. Όμως, όσο κι αν προσπαθήσει να απαλλαγεί από το παρελθόν της, δεν μπορεί να απελευθερωθεί εντελώς από αυτό…

Ο Πολωνός σκηνοθέτης Krzysztof Kieslowski εφηύρε μια εντελώς νέα κινηματογραφική γλώσσα : τρυφερή  και υποβλητική, μινιμαλιστική και έντονη , ήσυχη αλλά με ισχυρό συναισθηματικό αντίκτυπο.  Οι τρεις τελευταίες ταινίες του ( πέθανε το 1996 σε ηλικία μόλις 54 ετών) , αποτελούν μια τριλογία βασισμένη στα χρώματα και τα αντίστοιχα ιδανικά της γαλλικής σημαίας (Μπλε: ελευθερία, Λευκό: ισότητα, Κόκκινο: αδελφότητα). Αυτή η σειρά ουσιαστικά συνοψίζει θεματικά την καριέρα του μεγάλου Πολωνού δημιουργού : έμφαση στη ζωή του ατόμου και στη σχέση του με ένα ιδανικό, το παράδοξο της τύχης και της μοίρας, η διασύνδεση των ανθρώπινων ζωών και η κεντρική σημασία της Τέχνης.

Στο πρώτο μέρος της τριλογίας, «Τρία χρώματα: Μπλε», οι σεναριογράφοι  Kieslowski και Krzysztof Piesiewicz χρησιμοποιούν την ‘’Ελευθερία’’ ως πλατφόρμα  για ένα οπτικά συναρπαστικό ψυχολογικό δράμα. Ωστόσο η ελευθερία δεν αντιμετωπίζεται με την κοινωνική ή πολιτική της σημασία αλλά με την  ατομική και υπαρξιστική. Ο Kieslowski με τη συμβολή του διευθυντή φωτογραφίας Slawomir Idziak  χρησιμοποιεί το χρώμα, το φως και τη σκιά όπως ένας ζωγράφος την παλέτα του, καθιστώντας τη θέαση του φιλμ αισθητική εμπειρία . Από την άλλη πλευρά, ο πολλαπλασιασμός των στοιχείων του μπλε χρώματος, ακόμη και αν είναι συνεπής με τον τίτλο, ίσως σε κάποιες στιγμές φαντάζει τεχνητός και πλεοναστικός.

Το φιλμ είναι ένας ηθικός διαλογισμός που περιγράφει την διαδικασία της απόσυρσης της ηρωίδας, το πένθος της και την επακόλουθη επανεμφάνισή της στον κόσμο. Στην αναζήτηση της «απόλυτης ελευθερίας» η Julie αρχικά προσπαθεί να απελευθερωθεί από όλα τα πράγματα, τις σκέψεις ,τις πράξεις και τις δυσκολίες που την έκαναν υποτελή σε άλλους. Έτσι χωρίς δεσμεύσεις θα μπορεί να απορροφήσει όλη τη γνώση που μπορεί να προσφέρει το σύμπαν, για να ανυψωθεί προς το ιδανικό  του ‘’Υπερανθρώπου’’. Ωστόσο αντιλαμβάνεται ότι αν δεν έχεις κανέναν για να μοιραστείς μαζί του τα υλικά αγαθά ή την απόλυτη Γνώση ,τότε αυτά τα στοιχεία της ύπαρξής έχουν  μηδενική αξία.

Έτσι η Julie σταδιακά βγαίνει από την ενδοσκοπική της απόγνωση με την επίδραση της αισθησιακής εμπειρίας του κόσμου : την απλή απόλαυση ενός παγωτού  , το νυχτερινό κολύμπι σε μια γαλάζια πισίνα, τις  χρυσές ακτίνες του ήλιου μιας όμορφης μέρας , την  υφή του καφέ που απορροφάται σε έναν κύβο ζάχαρης, το θρόισμα από τις γαλάζιες σειρές κρυστάλλων . Επανασυνδέεται σιγά σιγά στη ζωή μέσα από τη συμπόνια της για τους άλλους και την ανάκληση της έλξης προς την Τέχνη. Τελικά συνειδητοποιεί ότι αξίζει τον κόπο να μοιράζεται τον εαυτό της ,τα υπάρχοντά της και τις γνώσεις της με άλλους ,ενώ ταυτόχρονα παραμένει διαφορετική από αυτούς.

Τώρα ο κύκλος της αφήγησης μπορεί να κλείσει . Μετά την αρχική καταστροφική απώλεια αγάπης  και έχοντας  προσπαθήσει να ζήσει την «ελευθερία» – χωρίς μνήμη, χωρίς επιθυμία, χωρίς δουλειά ή δέσμευση – επιστρέφει συνειδητά σε μια νέα ουμανιστική μορφή αγάπης.

Στην αλησμόνητη  τελική σεκάνς η υποβλητική μουσική του Zbigniew Preisner αντικατοπτρίζει ένα είδος ‘’αναγέννησης’’ της Julie’ και ‘’ενοποίησης’’ της μέσα σε ένα σύνολο ανθρώπων που είναι η νέα ‘’οικογένεια’’ της. Εικόνες ,μουσική και λόγια λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο με τον αγνωστικιστή Kieslowski να δανείζεται στίχους  από την Α’ Επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους:

«Νυνί δε μένει

πίστις, ελπίς, αγάπη

Τα τρία ταύτα

Μείζων δε τούτων

Η αγάπη»