Ένας πράος Εβραίος κουρέας (Charlie Chaplin) διασώζει έναν τραυματισμένο αξιωματικό, τον Schultz (Reginald Gardiner) την τελευταία ημέρα του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά περνά σχεδόν 20 χρόνια υποφέροντας από αμνησία σε ένα νοσοκομείο. Όταν επιστρέφει στο γκέτο, έλκεται από την κόρη ενός γείτονα, Hannah (Paulette Goddard), αλλά μαθαίνει ότι η χώρα του, η Tomania, έχει γίνει δικτατορία και κυβερνάται από τον αδυσώπητο αντισημιτιστή Adenoid Hynkel(Chaplin) , με τον οποίο έχει εντυπωσιακή ομοιότητα.
Ο Hynkel ,ο μοχθηρός υπουργός του Garbitsch (Henry Daniell) και ο ανόητος Στρατάρχης Herring (Billy Gilbert) προετοιμάζουν εισβολή στο Osterlich. Ο Hynkel καλεί τον τύραννο μιας γειτονικής χώρας , Napaloni, (Jack Oakie) σε μια προσπάθεια να τον εμποδίσει να εισβάλει εκείνος πρώτος . Εν τω μεταξύ, ο δυσαρεστημένος Schultz συνωμοτεί με τους Εβραίους του γκέτο για να οργανώσουν μια απόπειρα δολοφονίας του Hynkel…

Ο «Μεγάλος Δικτάτωρ» (1940) σηματοδότησε τον αποχαιρετισμό του Charles Chaplin στο ‘’Σαρλό’’ , του οποίου το μακροχρόνιο έπος ξεκίνησε το 1914 και τελείωσε στην αυγή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόθεση του Chaplin ήταν να ενημερώσει τον ελεύθερο κόσμο για ό, τι συνέβαινε στην Ευρώπη : την ανάπτυξη του φασισμού, την κλιμάκωση του μιλιταρισμού και τις επιθέσεις σε ευάλωτες εθνοτικές ομάδες.Ο ίδιος είχε την πεποίθηση ότι ένας από τους σημαντικότερους ρόλους του καλλιτέχνη είναι να ασχολείται με σημαντικά κοινωνικά ζητήματα και γεγονότα και να παρουσιάζει τις ανησυχίες με τρόπο ειλικρινή, διαφωτιστικό και αμόλυντο από πολιτικό δόλο . Αυτό ήταν ένα γενναίο και επικίνδυνο εγχείρημα, αφού, εκείνη την εποχή, η Αμερική ήταν ιδιαίτερα προσεκτική ώστε να μην διαρρήξει στις σχέσεις της με τη Γερμανία ,κυρίως για λόγους οικονομικού συμφέροντος. Παράλληλα στις Ηνωμένες Πολιτείες υπολογίσιμο ποσοστό του πληθυσμού είχε φιλοναζιστικά συναισθήματα , καθώς ήλπιζαν ότι ο Ηitler θα εξολοθρεύσει τον κομμουνισμό.

Το σημείο εκκίνησης για τον «Μεγάλο Δικτάτορα» ήταν η αξιοσημείωτη φυσική ομοιότητα μεταξύ του Chaplin και του Hitler. Οι δυο άντρες γεννήθηκαν με τέσσερις ημέρες διαφορά το 1889, προέρχονταν από φτωχή καταγωγή, είχαν ισχυρό εγωισμό και κυρίως κατέληξαν και οι δύο από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του εικοστού αιώνα. Δεν υπάρχει καλύτερη απεικόνιση της προαιώνιας διχοτόμησης της ανθρωπότητας σε ‘’καλούς’’ και ‘’κακούς’’ από την σύγκριση του αξιολάτρευτου κλόουν με τον αιμοδιψή και παράφρονα τύρρανο. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Chaplin επέλεξε να ερμηνεύσει και τους δύο χαρακτήρες :του δικτάτορα και του ανώνυμου Εβραίου κουρέα . Για να πετύχει αυτό το εκπληκτικό αποτέλεσμα  μελετούσε για  πολλές ώρες  πλάνα ειδήσεων με τον Γερμανό Καγκελάριο, ώστε να τον σατιρίσει μέσα από τη ρητορική και τον μανιερισμό του.

Στη ταινία υπάρχουν πολλές σκηνές που έχουν μείνει ανεξίτηλες στην κινηματογραφική ιστορία. Η σκηνή στο κουρείο με μουσική υπόκρουση μία Ουγγρική Ραψωδία· αυτή που ο Hynkel χορεύει μπαλέτο με μία υδρόγειο σφαίρα-μπαλόνι· ή εκείνη που κατά την διάρκεια μιας παραληρηματικής ομιλίας του στα πλήθη, λυγίζουν τα μικρόφωνα.

Η ταινία τελειώνει με μια παθιασμένη έκκληση του Chaplin ώστε η ανθρωπότητα να εγκαταλείψει τον εγωισμό, τη μισαλλοδοξία και τον πόλεμο και να συνεργαστεί για να χτίσει ένα αρμονικό μέλλον. Ο συγκλονιστικός αυτός μονόλογος, που εξέφραζε τον ιδεολογικό αναρχικό πασιφισμό του μεγάλου κωμικού, αποτέλεσε την αφορμή για να κατηγορηθεί ως κομμουνιστής στη μεταπολεμική, μακαρθική, «μαύρη λίστα» των ανθρώπων της Τέχνης και της διανόησης με την κατηγορία ότι«συνέβαλαν στην προβολή του κομμουνισμού μέσα από τον κινηματογράφο ».
Ο «μεγάλος δικτάτωρ» είναι ένα έργο σπάνιας ευφυΐας και θάρρους ,μια αληθινή μαρτυρία αγάπης για τον άνθρωπο και την ελευθερία , μια απερίφραστη καταγγελία για κάθε μορφή φασισμού και μια αξεπέραστη ηθική πράξη στην κινηματογραφική ιστορία .


Πολλοί αναρωτιούνται για ποιο λόγο ο Chaplin είχε και ακόμη έχει πολλαπλάσια οικουμενική  και διαχρονική απήχηση από όλους τους άλλους μεγάλους κωμικούς; Μια εύλογη εξήγηση είναι ότι ενώ, για παράδειγμα, οι Laurel και Hardy έκαναν αστεία για να κάνουν τον κόσμο να γελά ,ο Chaplin έκανε αστεία για να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Και αυτό επειδή  είχε πάντοτε εμφυτευμένη στο έργο του την κοινωνική και πολιτική συνείδηση .

Αυτή τη  ανεπανάληπτη λατρεία του κοινού για τον  Chaplin πιστοποιεί με μια συγκινητική ανάμνηση του ,ο κορυφαίος κινηματογραφικός κριτικός Rogert Ebert :«…Το 1972, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας έκανε μια αναδρομή στο πλήρες έργο του Chaplin .Τη νύχτα λήξης, το αριστούργημά του, ” City Lights ” (1931), προβλήθηκε σε εξωτερικούς χώρους στην Πλατεία του Αγ. Μάρκου.Τα φώτα ήταν σβηστά, οι ορχήστρες σίγησαν και η ταινία προβλήθηκε σε μια γιγάντια οθόνη για 10.000 θεατές.

Όταν τελείωσε, και το τυφλό κορίτσι μπορούσε να δει ξανά, και συνειδητοποίησε ότι ο Σαρλό ήταν ο σωτήρας της, υπήρχε μεγάλη συγκίνηση. Στη συνέχεια, ένας μόνο προβολέας ξεπήδησε από το σκοτάδι και φώτισε ένα μπαλκόνι με θέα στην πλατεία. Ένας ηλικιωμένος άντρας υποβασταζόμενος βγήκε και μας έγνεψε. Δεν χειροκροτήσαμε αμέσως. Στεκόμασταν, ακόμα σιωπηλοί, με δέος. Η ησυχία κράτησε τρία ή τέσσερα δευτερόλεπτα, πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Και μετά επευφημήσαμε, χειροκροτήσαμε και φωνάξαμε “Τσάρλι!” …»