Η Valentine (Irène Jacob) ,ένα ελκυστικό νεαρό μοντέλο που ζει στη Γενεύη , τραυματίζει κατά λάθος τον σκύλο του απογοητευμένου, συνταξιούχου δικαστή Joseph Kern (Jean-Louis Trintignant). Ο Joseph μένει κλεισμένος στο διαμέρισμα του και έχει το διεστραμμένο χόμπι να κατασκοπεύει τις τηλεφωνικές συνομιλίες των γειτόνων του. Αν και αρχικά σοκαρισμένη από την κυνική στάση του , η Valentine αρχίζει σταδιακά να νοιώθει ένα αίσθημα στοργής και μια παράξενη έλξη για τον ηλικιωμένο άντρα. Έτσι δημιουργείται μια  βαθιά σχέση συνενοχής μεταξύ τους και ξεκινά μια φιλία που θα τους οδηγήσει σε εξομολογήσεις για τη ζωή τους. Σε μια παράλληλη ιστορία ο νεαρός φοιτητής Νομικής, Auguste(Jean-Pierre Lorit) και η φίλη του Karin (Frederique Feder) φαίνονται αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο, αλλά η μοίρα έχει διαφορετικά σχέδια γι ‘αυτούς. Κατά παράδοξο τρόπο ,αν και γείτονες , η Valentine και ο Auguste δεν έχουν συναντηθεί ποτέ. Θα γνωριστούν, άραγε;

Ο Πολωνός Krzysztof Kieslowski είναι ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς ηθικών μύθων που αφορούν οικουμενικά θέματα όπως η αγάπη, ο πόνος, η απογοήτευση, η τυχαιότητα, η συναισθηματική δυστοπία ,τα όρια της ιδιωτικής ζωής. Το «Κόκκινο» , είναι το τελευταίο και αναμφισβήτητα το καλύτερο μέρος της «Τριλογίας των χρωμάτων» ,ένα πολλαπλά συμβολικό ,πολυεδρικό και συναρπαστικό έργο. Λίγο μετά την ολοκλήρωση αυτού του κορυφαίου επιτεύγματος του, ο τότε 53χρονος Kieslowski ανακοίνωσε την απόφασή του να εγκαταλείψει τη σκηνοθεσία και μετά από δυο χρόνια απεβίωσε.

Το φιλμ ξεκινά με εκπληκτικές εικόνες που ανιχνεύουν μια τηλεφωνική συνομιλία μέσω ενός πολυδαίδαλου τηλεπικοινωνιακού δικτύου .Είναι ένας σαφής συμβολισμός για τη δυσκολία της ανθρώπινης επικοινωνίας, όπου οι ξεχωριστές ζωές ενώνονται όχι μέσω διαλόγου, αλλά από τα καπρίτσια της τύχης. Το φιλμ είναι επιπλέον, και ίσως πάνω απ ‘όλα, ένας διαλογισμός για το πεπρωμένο: η ζωή δεν είναι παρά μια σειρά συμπτώσεων, όπου τα πιο άσχετα γεγονότα μπορούν να έχουν μόνιμες και καθοριστικές συνέπειες.

Τρία χρώματα : Η κόκκινη ταινία

Η «Κόκκινη» ταινία μέσα από μια σύνθετη αφηγηματική ύφανση, ενοποιεί όλα όσα προσπαθεί να μεταφέρει η «Τριλογία» για τη ζωή και το πεπρωμένο. Και ενώ στερείται το συναισθηματικό βάθος του «Μπλε» και το σκοτεινό χιούμορ του «Λευκού», τα αντισταθμίζει με την αριστοτεχνική πλοκή και τον στιλιστικό της πλούτο. Ο συμβολισμός του κόκκινου χρώματος εκφράζει την έννοια της αδελφοσύνης, τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της ανθρώπινης κατάστασης, τη φιλοσοφία του δικαίου και την αξία του πλατωνικού έρωτα ,διαχωρισμένη εντελώς από κάθε σεξουαλική υπόνοια .

Παράλληλα το φιλμ φαίνεται επίσης να έχει τον χαρακτήρα μιας ανατριχιαστικής ιστορίας φαντασμάτων. Οι απόηχοι του παρελθόντος αφθονούν, οι προηγούμενες ζωές ξαναζωντανεύουν .Το λαμπρό σενάριο των  Kieslowski, και Krzysztof Piesiewicz δομεί έναν λαβύρινθο διπλών ζωών και τυχαίων γεγονότων ,όπου αχνοφέγγει μια συνδετική γραμμή μεταξύ του Joseph και του August, του οποίου η ατυχής ρομαντική ζωή αντικατοπτρίζει ταυτόχρονα το παρελθόν του Joseph και προβάλλει το πιθανό μέλλον της Valentine .

Η φωτογραφία, του Πολωνού κινηματογραφιστή Piotr Sobocinski, είναι κορεσμένη σε κόκκινους και καφέ τόνους και συχνά δημιουργεί μια σχεδόν γοτθική αίσθηση τρόμου, με τους ήρωες να φαίνεται να βρίσκονται στη σκιά μιας επικείμενης απειλής (η οποία πράγματι υλοποιείται στο φινάλε). Όσο για την παρτιτούρα του Zbigniew Preisner είναι ξανά σε πλήρη ισχύ ,αφού μετατοπίστηκε στο παρασκήνιο στο «Λευκό».

Εκτός από τη δημιουργική ιδιοφυΐα του Kieslowski η ταινία απογειώνεται από την καθηλωτική αλληλεπίδραση
των Trintignant και Jacob , με τέλεια αντίθεση ανάμεσα στην κυνική ψυχρότητα του πρώτου με το μείγμα αθωότητας , διαίσθησης και προσδοκίας της δεύτερης.

Μια ακόμη βασική πτυχή της ομορφιάς του «Κόκκινου» είναι η γενναιοδωρία του πνεύματος και η προφανής αυτοκριτική της ιδιοσυγκρασίας και των υπαρξιακών ανησυχιών του Kieslowski . Η σύγκρουση των κοσμοθεωριών των δύο χαρακτήρων απεικονίζεται μέσα από μια σειρά ευαίσθητων συζητήσεων που ξεκινούν συγκρουσιακά και τελειώνουν με αμοιβαία συμπόνια . Με τον τρόπο αυτό ο Kieslowski απεικονίζει μια εσωτερική διαλεκτική: ανάμεσα στον κυνισμό και τον ιδεαλισμό, την ορθολογική αποδόμηση των πρώτων ταινιών του και της πνευματικής ανάτασης του όψιμου ευαίσθητου ουμανισμού του.

H «Κόκκινη» δεν είναι μόνο μια αριστουργηματική αυτόνομη ταινία, αλλά και η ιδανική ολοκλήρωση της τριλογίας. Το κεντρικό θέμα της αδελφοσύνης αποκρυσταλλώνεται με μια τολμηρή μετουσίωση που δεν ενώνει μόνο τα διάφορα σκέλη της ταινίας, αλλά και όλους τους κύριους χαρακτήρες και τις ιδέες που διαπερνούν το σύνολο της τριλογίας. Αν και κάπως επινοημένο και μεταφυσικό αυτό το “grand finale’’ είναι γνήσια συγκινητικό καθώς ουσιαστικά αποτελεί τον τελικό αποχαιρετισμό του μεγάλου Πολωνού auteur στο κοινό του ,αλλά και στην  ίδια την  7η Τέχνη.