Ο Πολωνός μετανάστης Karol Karol (Zbigniew Zamachowski) βρίσκεται ξαφνικά εκτός γάμου,  εργασίας και  χώρας όταν η Γαλλίδα σύζυγός του, Dominique (Julie Delpy), τον χωρίζει επικαλόύμενη την ανικανότητα του. Αναγκασμένος να εγκαταλείψει τη Γαλλία μετά την απώλεια της κοινής τους επιχείρησης ,ο Karol επιστρατεύει τον ομογενή Πολωνό Mikolah (Janusz Gajos) για να τον μεταφέρει λαθραία πίσω στην πατρίδα τους. Μετά την επιστροφή του αρχίζει να χτίζει τη νέα του ζωή, χωρίς ωστόσο να μπορεί να ξεχάσει τη Dominique .Τότε επινοεί ένα παράτολμο σχέδιο εκδίκησης(;)

Η δεύτερη ταινία της «Τριλογίας» του Krzysztof Kieslowski υιοθετεί έναν πιο ανάλαφρο τόνο σε σχέση με τις δυο άλλες· κινείται στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ φάρσας και τραγωδίας αλλά τελικά θέτει πιο σοβαρά ζητήματα από ότι φαίνεται αρχικά.

Το φιλμ διερευνά το θέμα της ισότητας, αλλά από μια ασυνήθιστη, σχεδόν κυνική σκοπιά. Η ισότητα είναι ένα φευγαλέο αλλά ατελές και ανέφικτο ιδανικό. Σε οποιαδήποτε σύγχρονη κοινωνία επικρατεί η ανισότητα: του ημεδαπού απέναντι στον μετανάστη, του ερωτευμένου άντρα απέναντι στην αδιάφορη γυναίκα, του ισχυρού απέναντι στον αδύναμο, του πλούσιου απέναντι στον φτωχό.

Σε σύγκριση με τον βαθύ συναισθηματισμό του «Μπλε» και τη δραματική ένταση του «Κόκκινου», η «Λευκή» ταινία είναι το πιο αδύναμο μέρος της τριλογίας και αποτελεί μια επιστροφή στο σκοτεινό χιούμορ και την ειρωνεία του «Δεκαλόγου». Στην πραγματικότητα, λειτουργεί καλύτερα ως παρωδία της καπιταλιστικής Πολωνίας παρά ως ψυχολογικό δράμα ενός εξευτελισμένου ανθρώπου . Ο Kieslowski αποτυπώνει τη ζοφερή κατάσταση της χώρας του κατά τη φάση  μετάβασης από τον κομμουνισμό στη δημοκρατία δυτικού τύπου . Ο ουσιαστικός έλεγχος της χώρας από το οργανωμένο έγκλημα , ανάγκασε πολλούς Πολωνούς να αναζητήσουν μια ασφαλέστερη ζωή στο εξωτερικό. Ο Karol κατέληξε στη Γαλλία,θεωρητικά  μια ελεύθερη και ευημερούσα χώρα, μια πραγματική δημοκρατία. Ωστόσο γρήγορα συνειδητοποίησε ότι οι άνθρωποι που ζουν εκεί δεν είναι όλοι ίσοι, και όσοι είναι σαν αυτόν, φτωχοί μετανάστες, ενδεχομένως δεν επιτρέπεται να είναι ίσοι. Η ανικανότητα του στα συζυγικά του καθήκοντα αποτελεί μια μεταφορά της αδυναμίας του να αισθανθεί άνθρωπος με ακεραιότητα και με πλήρη δικαιώματα. Έτσι αναγκάζεται να επιστρέψει στην Πολωνία, όπου θα μπορέσει πιο εύκολα να ανταποδώσει στην τέως σύζυγο του την ανισότητα που υπέστη εξαιτίας της.

Η φωτογραφία του Edward Klosinski, είναι πιο γήινη και υποτονική σε σχέση με τις άλλες δύο ταινίες της τριλογίας, αλλά αποπνέει μια μοναδική δική της ποίηση . Άλλωστε το λευκό μόνο φαινομενικά είναι απλό χρώμα καθώς αποτελεί τη σύνθεση όλου του χρωματικού φάσματος. Η Πολωνία, με τους νεφελώδεις χειμωνιάτικους ουρανούς και τα χιόνια, είναι το ιδανικό σκηνικό και το λευκό χρώμα εμφανίζεται σε κάθε ευκαιρία : σε προσόψεις κτιρίων, αυτοκίνητα, περιστέρια, προτομές πορσελάνης, ρούχα αλλά και στο ομιχλώδες φωτοστέφανο που προστίθεται σε αρκετές σκηνές . Η όμορφη μουσική του Zbigniew Preisner είναι σε χαμηλότερους τόνους σε σχέση με τον κορεσμό του «Μπλε».

Στη “Λευκή” ταινία ο Kieslowski  διατηρεί την μοναδική του ικανότητα  να ενοποιεί το ιδιωτικό με το κοινωνικό , να δίνει συναισθηματική ένταση στους διαλόγους , να διατηρεί μια ασφαλή αποστασιοποίηση από τα γεγονότα, να εφαρμόζει την αρχή της τυχαιότητας και να κάνει χρήση μεταφορών και συμβολισμών, όπως η πτήση περιστεριών που συμβολίζουν την ευρεία αντίληψη του για την ελευθερία . Όπως δήλωσε και η ερμηνευτικά άριστη Julie Delpy : «Ο Kieslowski είναι ένας σκηνοθέτης που αντλεί την έμπνευσή του από την αληθινή ζωή των ανθρώπων, που ενσταλάζει τη δική του ψυχή στην ταινία »

Η θαυμάσια τελική σεκάνς εξηγεί τον πραγματικό στόχο του Karol: έστησε μια παγίδα για τη γυναίκα που αγαπά και μισεί  για να αποκτήσει  τον έλεγχο της σχέσης τους  . Κίνητρο του είναι η εμμονική επιθυμία κατοχής , προϊόν της ψυχολογικής και σωματικής προσκόλλησης του. Τώρα το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του είναι κλεισμένο σε ένα κλουβί .Μπορεί να το βλέπει οπότε θέλει , να ανταλλάσει μηνύματα από μακριά, χωρίς τον κίνδυνο να το χάσει. Άλλωστε κατά βάθος δεν επιζητούσε την εκδίκηση αλλά την ανάκτηση της Dominique με τους δικούς του όρους. Τα τελικά δάκρυα του είναι δάκρυα συγκίνησης , χαράς και δικαίωσης.