Ο Nick Longhetti (Peter Falk) είναι ένας μεσήλικας εργοδηγός ,παντρεμένος με τη Mabel (Gena Rowlands), μια νοικοκυρά με την οποία έχει τρία μικρά παιδιά. Η Mabel είναι μια πολύ παθιασμένη και εκφραστική μητέρα ,που προσπαθεί να ευχαριστήσει όλη την οικογένεια . Ωστόσο, όταν ο Nick δεν τηρεί την υπόσχεσή του για μια ρομαντική βραδιά, λόγω έκτακτης βάρδιας ,η Mabel θα αναζητήσει παρηγοριά σε έναν άγνωστο άντρα. Το επόμενο πρωί, αφού δούλευε όλη τη νύχτα, ο Nick εμφανίζεται απροειδοποίητα με τους συναδέλφους του για μακαρονάδα. Η Mabel στη προσπάθεια της να είναι ευγενική καταλήγει να γίνεται διαχυτική με τους εργάτες, μέχρι ο Nick να τη σταματήσει με μια κραυγή. Είναι φανερό ότι η Mabel βιώνει νευρική κρίση. Όλες οι διαφορετικές επιρροές και απαιτήσεις που της έχει επιβάλει η κοινωνία την αποδομούν ως προσωπικότητα και την κάνουν να χάνει τον έλεγχο του συμπεριφοράς της …

Στην κινηματογραφική σκηνοθεσία υπάρχουν δύο βασικές κατευθύνσεις: ο φορμαλισμός και ο ρεαλισμός. Η φορμαλιστική προσέγγιση δίνει έμφαση στον σχεδιασμό και τη μορφή , με ασυνήθιστες γωνίες λήψεις και έντονο στιλιζάρισμα με αποτέλεσμα ο θεατής να νοιώθει το ‘’σκηνοθετικό άγγιγμα’’ . Αντίθετα στον ρεαλισμό, η σκηνοθεσία υποτονίζεται και η κάμερα προσπαθεί να είναι αντικειμενική, χωρίς να χειραγωγεί την αντίληψή των θεατών και να τους κατευθύνει προς ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα. Ο ελληνικής καταγωγής, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός John Cassavetes (1929–1989)περιηγήθηκε στο δεύτερο πεδίο – δημιουργώντας ρεαλιστικές αφηγήσεις. Υπήρξε o πρωτοπόρος της ανεξάρτητης κινηματογραφικής παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες , δημιουργώντας τη λεγόμενη «Σχολή της Νέας Υόρκης», που τόνιζε την αποδέσμευση από τον ακαδημαϊσμό και τη συμβατικότητα του Χόλιγουντ.

Το «Μια γυναίκα εξομολογείται» (άστοχος ελληνικός τίτλος, αντί του ακριβούς «Μια γυναίκα κάτω από επίδραση» ) προοριζόταν αρχικά για θεατρικό έργο με πρωταγωνίστρια τη Rowlands, αλλά τελικά μεταφέρθηκε στην οθόνη. Τα προβλήματα που συνάντησε ο Cassavetes για το γύρισμα της ήταν τεράστια ,όπως και για τη διανομή της .Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα προβλήθηκε το 1975, πετσοκομένη από τον διανομέα κατά 30 ολόκληρα λεπτά.

Επιδιώκοντας να διερευνήσει την αρνητική δυναμική ενός γάμου σε κρίση ,ο Cassavetes χρησιμοποίησε το εκφραστικό οπλοστάσιο του cinéma vérité : παρατεταμένες σκηνές που δίνουν την αίσθηση ότι συμβαίνουν  σε πραγματικό χώρο και χρόνο, πεζοί χαρακτήρες, νευρικό μοντάζ, μη επαγγελματίες υποστηρικτικοί ηθοποιοί,  βαθιές συγκρούσεις, σωματικοί και ψυχικοί καταναγκασμοί. Έτσι η ταινία φαντάζει άμεση , χαοτική και ακατέργαστη αλλά όμως είναι ευδιάκριτη η σαφής εστίαση της στην θερμοκέφαλη ιδιοσυγκρασία του άντρα και στη ψυχολογική αστάθεια της γυναίκας. Η Mabel πάσχει από μια οριακή διαταραχή προσωπικότητας που την οδηγεί να συμπεριφέρεται ασύμμετρα , στην προσπάθεια της να ευχαριστήσει τον άντρα της: «Μπορώ να είμαι ό, τι θέλεις , Nicky. Πες μου τι θέλεις » λέει με τρόπο που κάνει τον Nick να ανησυχεί ακόμη περισσότερο.

Η ταινία διαπλέκει με αόρατα νήματα τον θεματικό της ιστό:  την τυπική κυκλοθυμική πρακτική, τον  αγώνα  εξουσίας στο ζευγάρι, την οδύνη του άνδρα όταν η γυναίκα δεν ελέγχει τον εαυτό της, την κοινωνική ντροπή της ψυχασθένειας, τις  δυσκολίες της συμβίωσης, τις μικρές απογοητεύσεις και τους καθημερινούς φόβους, τη βία που φέρνει η ψυχική παρακμή, τη διάβρωση του γάμου από παιδιά και ηλικιωμένους, την τραγική φαντασίωση της «αντιστάθμισης» του χαμένου χρόνου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος της ταινίας, με την επιστροφή της Mabel από τη κλινική ,ο Cassavetes προσθέτει το στοιχείο του σασπένς , με τον θεατή να έχει συνεχώς την αίσθηση ότι κάτι θα πάει στραβά. Αρχικά με ένα σπίτι με πληθώρα καλεσμένων ,οι οποίοι τελικά διώχνονται κακήν –κακώς λίγο πριν φτάσει η Mabel . Έπειτα αφήνοντας μικρές ενδείξεις ότι η φαινομενικά ήρεμη συμπεριφορά της Mabel δεν θα διαρκέσει για πολύ. Μετά από μια αμήχανα τρυφερή αρχική επανένωση με τα παιδιά της , αρχίζει να κάνει ενοχλητικά σχόλια ,να τραγουδάει και να χορεύει ασταμάτητα οδηγώντας σε μια ακόμη οικογενειακή έκρηξη.

Ο θεατής γίνεται μάρτυρας σε μια από τις μεγαλύτερες ερμηνείες που αποτυπώθηκαν ποτέ σε φιλμ , από τη Gena Rowlands που αποσταθεροποιεί την οθόνη με τον ηλεκτρισμένο συναισθηματισμό της. Ο Peter Falk με τον αυτοσχεδιαστικό νατουραλισμό του είναι ο καταλύτης για την είσοδο του κοινού στον μικρόκοσμο αυτής της δυσλειτουργικής οικογένειας. Ερμηνεύει ένα σκληρό και ακαλλιέργητο άνθρωπο , που προσπαθεί να είναι καλός σύζυγος και πατέρας αλλά αποτυγχάνει γιατί δεν διαθέτει σωστή κρίση.

Το φινάλε της ταινίας είναι ανοικτό σε ερμηνείες: άραγε θα καταφέρουν αυτοί οι δυο άνθρωποι να αντιμετωπίσουν την πραγματική φύση των συζυγικών και ψυχολογικών διαφορών τους; Οι τελικές εικόνες της συζυγικής ρουτίνας επανενώνουν προσωρινά το ζευγάρι . Για πόσο όμως;;

Το «Μια γυναίκα εξομολογείται» αποτελεί το magnus opus του Cassavetes καθώς όλα τα αφηγηματικά και εικαστικά στοιχεία εντάσσονται με οργανικό τρόπο στη δραματουργική επεξεργασία χαρακτήρων και καταστάσεων. Είναι ένα φιλμ συνταρακτικό, εξαντλητικό αλλά και εξαιρετικά ανταποδοτικό. Αποστάζει πολύπλευρη αλήθεια και επιδέχεται τόσες αναγνώσεις, όσους και δυνητικούς θεατές.