Η Δονούσα είναι ένα βραχώδες νησάκι των ανατολικών Κυκλάδων με 167 μόνιμους κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Ο κινηματογραφιστής Γιώργος Κολόζης το επισκέφθηκε για πρώτη φορά το 1972, όταν στο νησί δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και τηλέφωνο. Αρχικά οι ντόπιοι ήταν επιφυλακτικοί μαζί του , κάποιοι μάλιστα τον θεώρησαν κατάσκοπο. Μένοντας μόνος στην παραλία του Κέδρου, απέκτησε από τους ντόπιους το προσωνύμιο «Ο Γιώργος του Κέδρου». Συνέχισε τις επισκέψεις του στο νησί με γυρίσματα από το 1972 ως το 1978, το 1999 και για τελευταία φορά το 2007. Ο θάνατός του, το 2009, οδήγησε τον γιο του Γιάννη να συνεχίσει το έργο του ολοκληρώνοντας μια ιστορία στην οποία ο χρόνος αντιμετωπίζεται ως αναθεώρηση της παρούσας στιγμής.

Το ντοκυμαντέρ «Ο Γιώργος του Κέδρου» είναι γυρισμένο σε διαφορετικά φορμά, φιλμ 8μμ, 16μμ, video BETA, miniDV, DVCPRO, HDV, DSLR HD, 4K. Πρόκειται για ένα προσωπικό ταξίδι στον χρόνο, μέσα από τις ματιές δύο γενεών κινηματογραφιστών, στο νησί της Δονούσας από τη δεκαετία του ’70 ως σήμερα: από μια εποχή χωρίς ρεύμα στη σημερινή πληθώρα τουριστών και ενοικιαζόμενων δωματίων.

Το φιλμ είναι χωρισμένο σε δυο μέρη .Το πρώτο μέρος γυρισμένο από τον Γιώργο Κολόζη ,που θεωρούσε τον εαυτό του ταξιδευτή και όχι τουρίστα, υπερτερεί στο σπικάζ τόσο στην τονικότητα όσο και στο περιεχόμενο. Το κείμενο είναι λιτό , αδρό ,ενισχυτικό της εικόνας . Στο δεύτερο μέρος το σπικάζ γίνεται πιο πυκνό , βαρύγδουπο , υπερφορτωμένο με λεκτικές ακροβασίες για την έννοια του χωροχρόνου, που υπονομεύουν την οπτική δύναμη του κάδρου. Ο λόγος χειραγωγεί τον θεατή σε ένα επινοημένο συμπέρασμα αντί αυτό να αναδύεται από την αντικειμενικότητα της κάμερας.

Παρόλα αυτά η δουλειά των δυο κινηματογραφιστών είναι αξιοθαύμαστη όσον αφορά στην διαχείριση του κινηματογραφικού χρόνου και τις τελικές επιλογές που αναδεικνύουν τις ομοιότητες και διαφορές δυο γενιών. Προσφέρει επίσης μια μοναδική και πολύτιμη τεκμηρίωση με το οπτικό υλικό για την καθημερινότητα της ζωής, σ’ ένα νησί και την ποιότητα που αναβλύζει μέσα από το πέρασμα του χρόνου αλλά και την τωρινή επιχειρούμενη αναθεώρησή του.

Οι δυο δημιουργοί κατορθώνουν σε πολλές στιγμές να μας αποκαλύψουν την ποίηση της πεζής πραγματικότητας, αφουγκραζόμενοι με την κάμερά τους τη φύση , τα φτωχικά σπίτια και τους ταπεινούς ανθρώπους. Με ένα ρυθμικό μοντάζ αποτυπώνουν τη σκληρή διαβίωση στα ξεχασμένα νησάκια της άγονης γραμμής, καταγράφοντας τους ανθρώπους μέσα από την απλότητα και την τραχύτητα της ζωής τους .