ΣΥΝΟΨΗ
Η Gamhee (Kim Minhee) είναι ανθοκόμος στη Σεούλ, που μετά από πέντε χρόνια γάμου αποχωρίζεται τον σύζυγο της που λείπει σε ολιγοήμερο επαγγελματικό ταξίδι. Με την ευκαιρία αυτή επισκέπτεται δυο φίλες της που συγκατοικούν   στα περίχωρα της Σεούλ, την πρόσφατα χωρισμένη Youngsoon (Seo Younghwa ) και την ευγενική Youngji (Lee Eunmi).  Η ένταση αυξάνεται όταν ένας γείτονας (Shin Seo-kho)  διακόπτει τη συνομιλία τους ζητώντας από την Youngji να σταματήσει να ταΐζει μια αδέσποτη γάτα επειδή η σύζυγός του έχει φοβία με αυτές.

Στη συνέχεια η Gamhee συναντά την Suyoung (Song Seonmi), μια εκπαιδεύτρια Pilates που ενοχλείται συστηματικά από έναν πιεστικό νεαρό ποιητή (Sung-guk Ha),με τον οποίο είχε μια ευκαιριακή ερωτική περιπέτεια.

Στο τελευταίο και καλύτερο μέρος του φιλμ, η Gamhee συναντά τυχαία, σε κινηματογράφο art-house, την αποξενωμένη φίλη της Woojin (Kim Saebyuk), που εργάζεται εκεί. Ο διάσημος πεζογράφος σύζυγός της , Jung(Kwon Hae-hyo) είχε κάποτε δεσμό με την Gamhee. Τώρα, στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις δεν έχει να πει τίποτα καινούργιο και επαναλαμβάνεται συνεχώς. Θα συναντήσει  άραγε η μειλίχια  Gamhee  τον εγωκεντρικό Jung;

ΑΝΑΛΥΣΗ
Ο Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Hong Sang-soo [«Σε μια άλλη χώρα», «Στην ακρογιαλιά τη νύχτα, μόνος», «Η επόμενη μέρα», «Ξενοδοχείο κοντά στον ποταμό»] θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φορμαλιστές της εποχής μας . Ο αποκαλούμενος ”Κορεάτης Rohmer” επιδιώκει να μεταγγίζει στις ταινίες του μια αίσθηση μινιμαλισμού ,αυθορμητισμού  και αβίαστης  φυσικότητας.

Η «Γυναίκα που Έφυγε» αποτελεί την 24η ταινία του υπερ-παραγωγικού  Hong  που είναι κυριολεκτικά ο πλήρης δημιουργός της  αφού ανέλαβε το σενάριο, τη σκηνοθεσία, το μοντάζ και τη μουσική .Ο Hong χρησιμοποιεί τη μινιμαλιστική αισθητική για να αφήσει τον θεατή να μπει στον ήπιο κόσμο των γυναικών, να ακούσει  τις για φιλοδοξίες τους, τα όνειρά τους, τις τύψεις τους, τους ανθρώπους που αγάπησαν, τους ανθρώπους που πλήγωσαν.

Η απλή δομή του φιλμ σταδιακά αποκαλύπτει τα βαθύτερα στρώματά της  καταλήγοντας σε μια οξυδερκή και συχνά καυστική μελέτη για τις εμπειρίες χειραφετημένων γυναικών που αντιμετωπίζουν μια σειρά ενοχλητικών ανδρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ανδρικοί χαρακτήρες σπάνια αποκτούν το προνόμιο μιας πλήρους απεικόνισης στην οθόνη.

Ο Hong  γυρίζει σχεδόν όλη την ταινία σε εσωτερικούς χώρους που περιβάλλονται από βουνά ενώ το χαρακτηριστικό του σκηνοθετικό στυλ με την εστίαση στους χαρακτήρες συμβαίνει συχνά .Στα πολύτιμα 77 λεπτά του φιλμ επικρατεί μια ατμόσφαιρα ευγενικής ηρεμίας ,με την κάμερα να καταγράφει καταπραϋντικά τους πλατωνικούς διαλόγους ,με κάποια αποστασιοποίηση . Οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από τη ζωή και τον έρωτα χωρίς να συμβαίνει κάτι συγκλονιστικό. Όμως υπάρχουν  σχεδόν αδιόρατες δραματικές κορυφώσεις με υγρά βλέμματα, αμήχανες κινήσεις, εύγλωττες σιωπές που η ανιχνευτική  κάμερα εστιάζει. Σε μια τέτοια έξοχη σκηνή αποκαθίσταται  η ρωγμή μιας φιλίας, που προκάλεσε η ερωτική αντιζηλία,  με μια ειλικρινή συγγνώμη και   ένα τρυφερό άγγιγμα των χεριών .

Η πρωταγωνίστρια Gamhee ( θαυμάσια η ερμηνεία της μούσας του σκηνοθέτη, Kim Minhee) φαινομενικά έχει ένα τέλειο γάμο καθώς επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία , πως επί πέντε χρόνια είναι συνεχώς μαζί με στον σύζυγο της ,καθώς αυτός θεωρεί, ότι «όσοι αγαπιούνται αληθινά, οφείλουν να παραμένουν συνέχεια μαζί». Όμως σε ερώτηση αν τον αγαπάει  ,απαντά διστακτικά με φράσεις όπως: «Καταφέρνουμε να έχουμε καλές στιγμές κάθε μέρα» και «Νιώθω λίγη αγάπη κάθε μέρα και αυτό είναι αρκετό». Αντίθετα οι φίλες της μπορεί να έχουν μόνιμους ή παροδικούς, ερωτικούς συντρόφους, ωστόσο  είναι φανερό ότι από τις σχέσεις τους λείπει ο γνήσιος ρομαντισμός .

Ο αινιγματικός τίτλος «Η Γυναίκα που έφυγε» μάλλον αναφέρεται συμβολικά σε όλες τις γυναίκες της ταινίας και την βιωμένη ή δυνητική φυγή τους από  τοξικές σχέσεις. Ο Hong αντιμετωπίζει σχεδόν όλους τους άνδρες σαν κωμικές παρουσίες, που διαταράσσουν τις μικρές ουτοπίες που έχουν χτίσει οι γυναίκες γύρω τους. Ωστόσο οι θεατές με ενσυναίσθηση μπορούν να δουν στις ήρεμες ,στιλπνές επιφάνειες της ταινίας την αντανάκλαση από αιχμηρές ακίδες καταπιεσμένου πάθους και να νοιώσουν το ρίγος της υπαρξιακής αγωνίας των χαρακτήρων.