O Jean Luc Godard είναι ο σκηνοθέτης που ανατίναξε όλους τους κινηματογραφικούς κανόνες δίνοντας μια νέα ώθηση στην κινηματογραφική αισθητική καθώς άλλαξε τις αντιλήψεις, τις προσδοκίες, τον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι ταινίες. Εφηύρε τη διακειμενικότητα στον κινηματογράφο καθώς διέσπειρε στις ταινίες του παραπομπές, τσιτάτα, αναφορές σε μουσικά έργα κλασικής ή σύγχρονης μουσικής αλλά  και σε άλλες ταινίες και σκηνοθέτες . Το απόλυτα ξεχωριστό του στυλ διαμορφώνεται από συνιστώσες όπως ο υπαρξισμός ,η κοινωνική κριτική, ο ρομαντισμός ,η μπρεχτική μεθοδολογία , η  αντίσταση σε κάθε αφηγηματική συνάφεια . Θεματικά ο  Γκοντάρ ήταν πάντα χαοτικός και άναρχος: υπαινίσσεται πολλά, χωρίς, όμως, να  αναλύει και να αποδεικνύει απολύτως τίποτα. Άλλωστε ποτέ δεν υπήρξε ξεκάθαρος πολιτικός στοχαστής. Οι ιδέες του ήταν  πάντα προκλητικές  αλλά θολές και συγκεχυμένες.

Το «Βιβλίο της Εικόνας»(2018) είναι η –μέχρι σήμερα- τελευταία ταινία του Godard, την οποία γύρισε σε ηλικία 88 ετών. Πρόκειται για ένα  ‘’sui generis’’ έργο, μια αισθητική εμπειρία όπου ο θεατής κατακλύζεται από εικόνες και  ήχους με στόχο τον προβληματισμό του. Αναρίθμητα κείμενα των Montesquieu, Malraux, Rimbaud, Baudelaire,  Dumas και Orwell, μεταξύ άλλων, αντιπαρατίθενται και συγχωνεύονται με εικόνες από το «La Strada» (1954), του Fellini,το «Freaks» (1932) του Browning, το«Vertigo» (1958), του Hitchcock, το «Kiss Me Deadly» (1955), του Aldrich, τα «Il Fiore delle Mille e Una Notte»( 1974) και «Salò o le 120 Giornate di Sodoma» (1975) του Pasolini, το «Elephant» (2003) του Gus van Sant  ανάμεσα σε πολλές άλλες εξαιρετικές ταινίες, και με τη συνδρομή της ζοφερής, βιομηχανικής μουσικής του Scott Walker ή των διαχρονικών συνθέσεων του Bach.

Η  ταινία χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια που κατά τον Godard συμβολίζουν τα πέντε δάχτυλα ενός χεριού .Το πρώτο κεφάλαιο, ‘’Remakes’’, αναφέρεται στον πυρηνικό όλεθρο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το δεύτερο μέρος, ‘’St. Petersburg Evenings’’ είναι ένας διαλογισμός για τον πόλεμο μέσω της χρήσης αναδρομών στο πρώτο κεφάλαιο. Το τρίτο μέρος, ‘’Those Flowers Between Rails, a Confused Wind of Travels’’, είναι μια πραγματεία για την πιο στερεοτυπική εικόνα του κινηματογράφου, το τρένο . Το τέταρτο μέρος «Spirit Of Laws» αντιπαραθέτει σκηνές διαφθοράς των Δυτικών κοινωνιών με το ιδανικό που ενσαρκώνει ο Henry Fonda στο «Young Mr. Lincoln» του John Ford. Το πέμπτο και μεγαλύτερο σε διάρκεια μέρος δανείζεται τον τίτλο της ταινίας του Michael Snow, «La Région centrale» (1971) .Το θέμα του είναι η αντιπαράθεση της Δύσης με τη Μέση Ανατολή, ο «οριενταλισμός» για τον οποίο έγραψε ο Έντουαρντ Σάιντ. Εδώ ο Godard σχεδόν αγιοποιεί τον αραβικό κόσμο ενώ θέτει κι ένα δημαγωγικό ηθικό ερώτημα : «Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι που εξουσιάζουν σήμερα στον κόσμο είναι κάτι άλλο από αιματοβαμμένοι ηλίθιοι;»

Στο «Βιβλίο της Εικόνας» ο Godard  ωθεί την ιδέα του για τον κινηματογράφο στο αποκορύφωμά της, στοχεύοντας να παραβιάσει όλους τους αισθητικούς κανόνες : κορεσμός της έντασης των χρωμάτων, ασύγχρονος και ανατρεπτικός ήχος, συνειρμικό μοντάζ, συνεχείς αλλαγές της αναλογίας του κάδρου , απότομες περικοπές, ασυνέχεια, αντιπαράθεση πλάνων. Ο Γαλλο-ελβετός σκηνοθέτης είναι απαρέγκλιτα Μπρεχτικός, καθώς δεν αφήνει ποτέ τον θεατή να επαναπαυθεί σε  ληθαργική έκσταση .Προσπαθεί να τον απομακρύνει από την άνεση του, από την κινηματογραφική απόλαυση , να τον θέσει σε εγρήγορση, σε μια πολιτική, αισθητική και ποιητική εμπειρία στοχασμού. Η πρόθεση είναι σαφής: θέλει αρχικά να αποσταθεροποιήσει και στη συνέχεια να επαναπροσανατολίσει τον θεατή, όπως έκανε σχεδόν σε όλη του την καριέρα. Περισσότερο υπαρξιστής παρά επαναστατικός, ο Godard  αναζητά την αλήθεια μόνο και μόνο για να τη χάσει ,διαστρεβλώνει την εικόνα για να βρει την ουσία που της δίνει ζωή και ανακτά την ελπίδα του για ένα καλύτερο μέλλον μέσω της τέχνης, του κινηματογράφου, της μουσικής, της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας.

Αποσπασματικό και άμεσο, συναρπαστικό και υπνωτιστικό , εγκεφαλικό και ζοφερό, το «Βιβλίο της Εικόνας» είναι πολλά αντιφατικά πράγματα ταυτόχρονα. Και αν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι ακριβώς προσπαθεί να πει ο Godard  η παρακολούθηση του είναι μια παράξενη, μελαγχολική απόλαυση και ένα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο των πραγμάτων που ανησυχούν τον δημιουργό του. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι η διάρκεια του φιλμ δεν ξεπερνά τα 84 λεπτά, είναι τέτοια η πυκνότητα του, που απαιτεί την υπομονή, την αντοχή ή ακριβέστερα την άνευ όρων παράδοση του θεατή.

Ο Jean Luc Godard , τελευταίος επιζών της ’’Nouvelle vague’,’ σε αυτή την ίσως ύστατη του κινηματογραφική δημιουργία,  εκθέτει με θάρρος τη δική του ευθραυστότητα, με μια φωνή θρυμματισμένη  και με ένα δηλωτικό φινάλε -απόσπασμα από την ταινία του Max Ophüls “Le Plaisir”, όπου ένας ηλικιωμένος άντρας χορεύει με νεανικό σφρίγος, μέχρι τη στιγμή που ξαφνικά καταρρέει.