ΣΥΝΟΨΗ

Στα τέλη του 17ου αιώνα, με την πανούκλα να θερίζει τη χώρα, η Μπενεντέτα Καρλίνι(Virginie Efira) μπαίνει στο μοναστήρι της Πέσκια, στην Τοσκάνη. Ικανή από νεαρή ηλικία να κάνει ‘’θαύματα’’, διαπιστώνει πόσο επιδραστική είναι στη ζωή της κοινότητας και κατορθώνει να πάρει τη θέση της ηγουμένης. Όταν στο μοναστήρι καταφεύγει μια νεαρή γυναίκα ,η Μπαρτολομέα (Daphne Patakia), για να γλυτώσει από την κακοποιητική της οικογένεια, οι δυο γυναίκες συνάπτουν μια παθιασμένη ερωτική σχέση με απρόβλεπτες συνέπειες…

ΑΝΑΛΥΣΗ

Ο Paul Verhoeven ,[ « Turks Fruit »(1973), «Soldaat van Oranje »(1977),« De Vierde Man , »(1983), «Flesh+Blood»(1985), «Elle»(2016) κ.α.] είναι ο πιο γνωστός Ολλανδός σκηνοθέτης .Έχει αποκτήσει τη φήμη ενός από τους μεγάλους προβοκάτορες του κινηματογράφου, κάτι που οφείλεται κυρίως στην προηγούμενη δουλειά του στο Χόλιγουντ  με ταινίες όπως τα «Basic Instinct»(1992) , «Robocop»(1987) και «Showgirls»(1996) .Ο συνδυασμός της ανάγλυφης βίας ,του σεξουαλικού περιεχομένου και της κοινωνικής σάτιρας αποτελεί το σήμα-κατατεθέν της φιλμογραφίας του.

Η νέα ταινία του, «Μπενεντέτα», της οποίας  συνυπέγραψε το σενάριο με τον David Birke, βασίζεται στην αληθινή ιστορία της καλόγριας Benedetta Carlini (1591-1661), όπως καταγράφηκε στο βιβλίο της Judith C. Brown, «Immodest Acts: The Life of a Lesbian Nun in Renaissance Italy». Από θεματική άποψη το φιλμ θα μπορούσε να θεωρηθεί μια  soft εκδοχή των «The Devils» (1971) του Ken Russell και «Interno di un convento» (1978) του Walerian Borowczyk.

Θρησκεία- Εξουσία-Σεξ : με αυτά τα τρία συστατικά , όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά , ο  Verhoeven μας μεταφέρει   σε ένα μοναστήρι στην Ιταλία του δέκατου έβδομου αιώνα. Επιβεβαιώνοντας τον τίτλο του ‘’grandmaster’’ της πρόκλησης  δημιουργεί ένα ετερογενές μείγμα από ασυνήθιστα αισθησιακές καλόγριες ,οράματα με τρελά φίδια , μια επιδημία πανούκλας, κομήτες, θρησκευτικά αγαλματίδια που μετατρέπονται σε σεξουαλικά παιχνίδια, γυναικολογικά εργαλεία βασανιστηρίων και ανθρώπους που καίγονται στην πυρά.

Αυτό που θα έπρεπε κυρίως να ενδιαφέρει τον Verhoeven είναι να καταδείξει την διττή φύση της Μπενεντέτα που ταλαντεύεται μεταξύ αφοσίωσης και ψέματος, μεταξύ χειραγώγησης και πίστης, μεταξύ οραμάτων και δολοπλοκιών , μέσα στη νοσηρή περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής. Όμως αντί να στρέψει την προσοχή του στα κίνητρά  και στην ψυχολογία της ηρωίδας, ο Verhoeven διαλέγει τον εύκολο δρόμο. Ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το  σώμα  παρά για το πνεύμα της. Το γυναικείο γυμνό είναι άφθονο, υπάρχει πολλή γραφική βία αλά Tarantino, ενώ τα οράματα της ηρωίδας με τον Ιησού διολισθαίνουν στη γραφικότητα.

Ο Ολλανδός σκηνοθέτης χλευάζει την Εκκλησία μέσω του χαρακτήρα του Νούντσιου( που ενσαρκώνει ο Lambert Wilson), κακοποιεί τα σώματα των μοναχών, επιδίδεται σε σκηνές οραμάτων με μια αισθητική που συνορεύει με το γκροτέσκο και κινηματογραφεί κάποιες σκανδαλώδεις ή βλάσφημες πτυχές ,μάλλον για να προκαλέσει σκάνδαλο που θα προσελκύσει θεατές στις αίθουσες. Η ιστορία περιέχει ενδιαφέροντα στοιχεία, που αξίζουν  διερεύνηση  όπως η αντίθεση μεταξύ της μορφωμένης Μπενεντέτα και της φιλήδονης Μπαρτολομέα, μιας αγρότισσας που δεν ξέρει γραφή και ανάγνωση. Αλλά το μόνο πράγμα στο οποίο εστιάζει ο Verhoeven είναι η αμοιβαία σεξουαλική τους έλξη και η μύηση τους στο σαπφικό έρωτα. Η σκηνοθετική καθοδήγηση είναι χαλαρή και απείθαρχη και ενώ η ταινία είναι ελκυστική στο πρώτο μέρος της , σύντομα γίνεται κουραστική όταν η αφήγηση διαγράφει άσκοπους κύκλους χωρίς σημείο αναφοράς για να  καταλήξει σε έναν αμήχανο επίλογο που αγγίζει τα όρια της παρωδίας.

Με τη «Μπενεντέτα» ο 84χρονος Verhoeven , αποδεικνύει ότι παραμένει το «κακό παιδί» του κινηματογράφου, εμμένοντας στα  στοιχεία που ήταν πάντα στο επίκεντρο του έργου του: burlesque, gore, φαντασμαγορία, μυστικισμός και σεξουαλικότητα . Ισορροπώντας σε ένα τεντωμένο σκοινί διαφορετικών ειδών και τόνων, η ταινία  προκαλεί σημαντικά ερωτήματα. Ηταν η Μπενεντέτα  προφήτιδα ή χειραγωγική μυθομανής ; Ήταν αγία σε υπερφυσική επαφή με τον Χριστό ή μια γυναίκα διψασμένη για εξουσία; Αλλεργικός σε κάθε μορφή μανιχαϊσμού, ο Verhoeven τα αφήνει αναπάντητα επιλέγοντας  να κινείται στις γκρίζες ζώνες μεταξύ σεξουαλικής ελευθερίας και πίστης.