ΣΥΝΟΨΗ

H Άννα (Αγγελική Παπούλια)υποφέρει από αμνησία, όμως θυμάται πώς να μαγειρεύει. Βρίσκει δουλειά και φιλοξενία σε μια λαϊκή παραθαλάσσια ταβέρνα που ανήκει στον μοναχικό Ρούλα(Γιάννη Τσορτέκη). Στην κουζίνα, ανάμεσα στις μυρωδιες των μπαχαρικών και σε παλιές ξεχασμένες συνταγές, αγωνίζεται να ξαναθυμηθεί το παρελθόν της. Τα απλά αλλά πεντανόστιμα φαγητά της ξυπνάνε αναμνήσεις στους θαμώνες και δημιουργούν δεσμούς ανάμεσα σε αυτούς και στην Άννα… ΄

ΑΝΑΛΥΣΗ

H Αγγελική Αντωνίου ανήκει στη νεότατη γενιά δημιουργών του ελληνικού κινηματογράφου που εκκολάφθηκε στη δεκαετία του 1990. Η φιλμογραφία της ταλαντεύεται μεταξύ ντοκυμαντέρ και μυθοπλασίας με ταινίες όπως  η «Δονούσα» (1992), οι «Χαμένες νύχτες» (1997) και το βραβευμένο «Eduart»(2006).

Η νέα ταινία της, «Πράσινη θάλασσα» είναι εμπνευσμένη από το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου «Για να δει τη Θάλασσα».Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει την Αντωνίου είναι να αναδείξει τη μέγιστη υπαρξιακή σημασία των αναμνήσεων. Ο κάθε άνθρωπος είναι το αποτέλεσμα των εμπειριών του, το αποτέλεσμα του παρελθόντος του. Αν αφαιρέσουμε τις αναμνήσεις του, δεν υπάρχει ως άτομο. Βλέπουμε τον ηλικιωμένο θαμώνα της ταβέρνας να αναζητά με νοσταλγία ,μέσα από τις γεύσεις των φαγητών, το έναυσμα για να θυμηθεί και να ξαναβιώσει έστω και νοερά τα βιώματα μιας άλλης εποχής.Το παράδοξο αλλά και ενδιαφέρον είναι ότι η αμνησιακή και κατατονική πρωταγωνίστρια έχει την ικανότητα, μέσω των γεύσεων, να παράγει αναμνήσεις στους γύρω της.Πράττοντας σοφά η Αντωνίου δεν εστιάζει στη μαγειρική αποφεύγοντας τα φολκλορικά στοιχεία που θα αποδυνάμωναν τον θεματικό της πυρήνα που είναι ξεκάθαρα υπαρξιακός.

Η «Πράσινη Θάλασσα» είναι μια ταινία με πειστικούςχαρακτήρες, ένα απαλό δράμα με μερικές δροσιστικές σταγόνες χιούμορ.Ωστόσο η βασική του αδυναμία είναι στο ισχνό σενάριο που ενώ θέτει με σωστό τρόπου τους ήρωες στο κάδρο της αφήγησης, στη συνέχεια αδυνατεί να αναπτύξει την πρωτότυπη αρχική ιδέα. Ο ρυθμός είναι υποτονικός και η επαναληπτικότητα των σκηνών στο καφενείο στερείται έντασης και δραμουργικής κορύφωσης. Ακόμη δεν αναλύεται αρκετά ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας ,αυτός του Ρούλα που κινείται στον ίδιο τόνο σε όλο το μήκος του φιλμ.

Θα μπορούσε κάποιος να δικαιολογήσει τα παραπάνω ως σκόπιμη σκηνοθετική επιλογή, στα πλαίσια μιας μινιμαλιστικής οπτικής. Ακόμη κι ετσι όμως ,αυτή η αφαιρετικότητα δεν βοηθά την επιδραστικότητα του φιλμ στον θεατή. Όσο για το ανοιχτό φινάλε είναι άνευρο και υποτονικό , με περιγραφικές λήψεις που δεν παράγουν συναισθηματική μέθεξη.

Τεχνικά η ταινία είναι εξαιρετική τόσο με τη μελαγχολική φωτογραφία του Διονύση Ευθυμιόπουλου,τα σκηνικά του Μιχάλη Σαμιώτη ‘οσο και με τη ταιριαστή μουσική του Μίνωα Μάτσα.Επίσης πειστικοί είναι όλοι οι ηθοποιοί με καλύτερο όλων τον Γιάννη Τσορτέκη.

Συμπερασματικά ,μια ζεστή ,συμπαθής ταινία στα ανθρώπινα μέτρα, στην οποία ο θεατής συνεχώς περιμένει ένα ξέσπασμα ,μια αλλαγή ρυθμού που  δεν έρχεται ποτέ.