ΣΥΝΟΨΗ
Ο  Johan(Erland Josephson) και η Marianne (Liv Ullmann) φαινομενικά έχουν έναν τέλειο γάμο. Είναι μαζί δέκα χρόνια, έχουν δύο παιδιά και έχουν εγκατασταθεί σε μια ζωή οικιακής ευδαιμονίας. Τότε, ξαφνικά, ο Johan ανακοινώνει ότι πρόκειται να αφήσει τη Marianne για μια άλλη γυναίκα .Μετά από αυτό προχωρούν προς την οριστικοποίηση του διαζυγίου τους, παρά τις όποιες προσπάθειες συμφιλίωσης. Ο γάμος τους τελείωσε, το αναγνωρίζουν και οι δύο. Ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, η διαδικασία του χωρισμού αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολη από ό,τι πίστευαν…

ΑΝΑΛΥΣΗ
Οι «Σκηνές από ένα γάμο» είναι αναμφισβήτητα το πιο συναρπαστικό, το πιο αποκαλυπτικό, από τα δράματα δωματίου του Ingmar Bergman. Αρχικά γυρίστηκε ως σειρά έξι επεισοδίων για τη σουηδική τηλεόραση, αλλά λόγω της πρωτοφανούς επιτυχίας της κυκλοφόρησε και ως ταινία που διατηρεί τη δομή των έξι κεφαλαίων αλλά μειώνει τη διάρκεια της από τα 300 στα 168 λεπτά. Τριάντα χρόνια μετά, ο Bergman γύρισε μια άτυπη συνέχεια της ιστορίας με το «Saraband» (2003).

Ο Bergman ήταν παθιασμένος με την τηλεόραση, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και θα επέστρεφε σε αυτήν για τα τελευταία του έργα. Θεωρούσε ότι διαθέτει τεράστια δυναμική καθώς συνδυάζει την αίσθηση της αμεσότητας και της απλότητας  σε αντίθεση με τη πολυπλοκότητα της κινηματογραφικής φόρμας, που απαιτεί συνεχή έρευνα και πειραματισμούς ,όπως αυτούς που  επινόησε στη εκπληκτική “Persona”(1966) του.

Το εναρκτήριο κεφάλαιο «Αθωότητα και πανικός» ξεκινά με μια συνέντευξη του Johan και της Marianne για ένα περιοδικό. Και οι δυο τους δηλώνουν στη δημοσιογράφο ότι είναι δέκα χρόνια παντρεμένοι, είναι περήφανοι για τα παιδιά τους και έχουν μια γεμάτη οικογενειακή και επαγγελματική  ζωή : αυτός είναι επιστήμονας- ερευνητής, αυτή είναι δικηγόρος διαζυγίων. Προβάλλουν την οικειότητα τους με ένα μείγμα προσποιητής σεμνότητας και αμοιβαίας συγκατάβασης που προκαλεί τις υποψίες του θεατή. Μια ανεπαίσθητη ένταση από τα πρώτα λεπτά (ένα φευγαλέο βλέμμα, ένα αμήχανο χαμόγελο αρκετό για να προκαλέσει ένα αίσθημα ανησυχίας) θα βρει στη συνέχεια την ηχώ της στο γεύμα που παραθέτουν σε ένα φιλικό ζευγάρι ,τον Peter και την Katarina. Όταν το αλκοόλ χαλαρώσει τις αναστολές  το φιλικό ζευγάρι επιδίδεται σε ένα κρεσέντο βάναυσων προσβολών του ενός προς τον άλλον. Αυτή η σκηνή είναι το έναυσμα, η προοικονομία για αυτά που θα συμβούν στον Johan και στη Marianne .

Η συνέχεια είναι μια κατάδυση στο σκληρό πυρήνα  του Μπεργκμανικού σινεμά : άνθρωποι που έλκονται , αγαπιούνται, αλληλοσπαράσσονται,  ψυχές που ζουν μόνο μέσω του άλλου, για τον άλλον, εναντίον του άλλου . Ο ανυπέρβλητος  Σουηδός δημιουργός κινηματογραφεί τις παλινωδίες του έρωτα, τους ερχομούς και τις φυγές της επιθυμίας. Μας μιλά ωμά για τη λαγνεία, για το σεξ ,για τον διαβρωτικό ρόλο του χρόνου, για τους συμβιβασμούς και τη δειλία που δηλητηριάζουν τις σχέσεις.

Η αδιάκοπη εναλλαγή μεταξύ αγάπης και μίσους, μεταξύ έλξης και απόρριψης, βρίσκει αντηχήσεις σε κάθε δράση των χαρακτήρων. Από τη μια είναι υπέρμετρα εγωιστές αλλά, ταυτόχρονα, δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς το βλέμμα του άλλου. Κάποιες φορές δηλώνουν ότι προτιμούν τη μοναχικότητα , την επόμενη στιγμή δεν το υποστηρίζουν πια. Και είναι μια πραγματικά οδυνηρή εμπειρία να βλέπεις δύο γοητευτικούς και συμπαθείς χαρακτήρες να βασανίζονται σε μια μορφή ψυχολογικής σαδομαζοχιστικής τελετουργίας ,στην οποία προσπαθούν να χωρίσουν αλλά δεν τα καταφέρνουν . Όσο περνούν τα χρόνια ο Johan και η Marianne συνειδητοποιούν ότι υπάρχει ανάμεσα τους ένας δεσμός που δεν μπορεί να κοπεί  , που θα ενώνει το ζευγάρι μέχρι τέλους, μια αγάπη πολύ πιο βαθιά από ό,τι μπορούν να κατανοήσουν. Αυτά που τους χωρίζουν -όπως μια ατελής σεξουαλική ζωή – φαίνεται τελικά ότι είναι τα λιγότερο σημαντικά στοιχεία στη σχέση τους. Αυτό που τους ενώνει είναι κάτι που αψηφά την εξήγηση, κάτι πολύτιμο και θεμελιωδώς ανθρώπινο, κάτι που καθιζάνει όταν έχει ξοδευτεί η ενέργεια του ερωτικού πάθους. Αυτό που μένει, ζωντανό και αμόλυντο στα συντρίμμια ενός αποτυχημένου γάμου, είναι αυτή η πιο πρωτόγονη, η πιο ακατανόητη, η πιο υπέροχη από τις ανθρώπινες εμπειρίες : η αγάπη. Πέρα από το σεξ, πέρα από τον γάμο, πέρα από τους προσωπικούς εγωισμούς, πέρα από τη φυγόκεντρη δύναμη μιας εξωσυζυγικής περιπέτειας ,υπάρχει κάτι άρρηκτο για πάντα: η βιωμένη οικειότητα, η απόλυτη γνώση του άλλου, η παντοτινή έγνοια του, αλλά και μια ανανεωμένη ερωτική έλξη όταν δεν αποτελεί μέρος της καθημερινότητας τους . Και είναι η οριστικοποίηση του χωρισμού και το τέλος του γάμου που τους κάνει να καταλάβουν τι σημαίνουν ο ένας για τον άλλον, πόσο βαθιά είναι η αγάπη του ενός για τον άλλον.

Στο συνταρακτικό τελευταίο κεφάλαιο -με τον εύγλωττο τίτλο «Στην καρδιά της νύχτας ,σε ένα σκοτεινό σπίτι ,κάπου στον κόσμο»  το ‘’παράνομο’’ ζευγάρι συμπεραίνει ότι ο  εγωισμός  υπήρξε η αιτία της αποτυχίας τους. «Σ’ αγαπώ με τον δικό μου εγωιστικό τρόπο», παραδέχεται άλλωστε ο Johan. Επινοούν λοιπόν ένα νέο τύπο σχέσης, πιο κοντά στη φιλία παρά στον έρωτα. Οι αραιές, κρυφές αλλά τρυφερές  συναντήσεις τους θα είναι το βάλσαμο για την υπόλοιπη ζωή τους. Κάτω από αυτό το πρίσμα οι «Σκηνές από ένα γάμο» δεν είναι μια ταινία χωρισμού αλλά μια αντεστραμμένη ιστορία αναγέννησης της αγάπης.

Η απογυμνωμένη ένταση και ο ακλόνητος ρεαλισμός της ταινίας αποδεικνύει την ικανότητα του Bergman ως σεναριογράφου και σκηνοθέτη, αλλά και το ταλέντο των δύο πρωταγωνιστών του, της Liv Ullmann και του Erland Josephson, οι οποίοι μας χαρίζουν αξεπέραστες ερμηνείες. Με την ακρίβεια ιατροδικαστή που ανατέμνει ένα πτώμα, ο Bergman μας περιγράφει την πορεία κατάρρευσης ενός φαινομενικά ειδυλλιακού γάμου ,εξαιτίας της συσσώρευσης μικρών ατελειών στη συζυγική ζωή. Η σκηνοθετική του προσέγγιση , απαλλαγμένη από κάθε φορμαλιστικό στοιχείο, είναι τόσο αυστηρή, ευφυής , διεισδυτική και προσιτή όσο ποτέ.

Οι «Σκηνές από ένα γάμο» είναι μια ταινία οδυνηρής οξύτητας και απόλυτης ειλικρίνειας και ίσως το πιο ουσιαστικά διερευνητικό  φιλμ που γυρίστηκε ποτέ για τη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ο γάμος αποδεικνύεται μια παλινδρόμηση μεταξύ αποπλάνησης και βαρβαρότητας, μεταξύ λαχτάρας και εκπλήρωσης, μεταξύ απογοήτευσης και υπέρβασης προσδοκιών. Ο συγκινητικός τρόπος με τον οποίο αυτοί οι δυο χαρακτήρες παλεύουν συνεχώς για να κρατήσουν αναμμένη τη φλόγα της  αγάπης κάτω από τη στάχτη του γάμου  αναδεικνύει την ιερότητα της σχέσης τους.